Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αποζημίωση απολύσεως εργαζομένου με προϋπηρεσία άνω των 17 ετών στον ίδιο εργοδότη μετά το Ν. 4093/2012

Το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 “περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων”, όπως ισχύει σήμερα, μετά την τροποποίησή του από την παρ. άρθρου 34 Ν.4111/2013, ΦΕΚ Α` 18/25.1.2013, ορίζει:

«1. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους: […] δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση. Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση».

 

Το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ισχύει, ορίζει: «1.Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη: [..] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω                                           με Ποσό αποζημίωσης [..] 12 μηνών. [..] Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) εξακολουθεί να ισχύει.

2. Ως τακτικαί αποδοχαί υπαλλήλου θεωρούνται ο μισθός, ως και πάσα άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού, οίον παροχαί εις είδος, προμήθεια κλπ. Ποσοστά επί κερδών η εισπράξεων, ή άλλης φύσεως συμμετοχή εις επιχείρησιν, εφόσον χορηγούνται αναξαρτήτως κανονικής αμοιβής της εργασίας, δεν θεωρούνται τακτικαί αποδοχαί, πλήν εναντίας συμφωνίας η εθίμου.
3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:

[…] Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω                     12 μηνών αποζημίωση

Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη:

i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος (ενν. 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4093/2012) ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του, και

ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το πόσο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ […] ».

Δηλαδή σύμφωνα με τα ανωτέρω, ιδιωτικοί υπάλληλοι με σχέση εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που στις 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, έχουν συμπληρώσει δεκαεπτά έτη (17) υπηρεσίας και άνω στον ίδιο εργοδότη, εκτός από την προβλεπόμενη αποζημίωση που δικαιούνται , σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής τους, οποτεδήποτε και αν απολυθούν, δικαιούνται επιπλέον αποζημίωση που αυξάνεται κατά ένα μηνιαίο μισθό για κάθε επιπλέον έτος υπηρεσίας μέχρι και 12 μηνιαίους μισθούς (βλ. Λαναρά Κ., Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, 2014, σελ. 146).

Επίσης, με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3198/1955 ο υπολογισμός της αποζημίωσης, την οποία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, γίνεται με «βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης». Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 εδ. α’ του Ν. 2112/1920, 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955, ο μισθός και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, η οποία υπερβαίνει τα ελάχιστα όρια αυτού και χορηγείται από τον εργοδότη, στον εργαζόμενο, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως τακτικώς και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του.

Στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζονται, για παράδειγμα εν όψει της τακτικότητας της παροχής τους, τα καταβαλλόμενα σταθερώς και μονίμως, ως πρόσθετες πάγιες παροχές, οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (βλ. ΑΠ 247/1967, ΕφΑθ 872/1972, ΕΕΔ 1972, σ. 718), ο φόρος εισοδήματος μισθωτών (βλ. ΑΠ 317/1970, ΕφΑθ 97/1967), οι εισφορές εργαζομένου υπερ του ΙΚΑ (βλ. ΑΠ 388/1983). Κριτήριο για να συνυπολογιστούν οι παροχές στις τακτικές αποδοχές είναι το κατά πόσον καταβάλλονται από τον εργοδότη στους μισθωτούς σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα της εργασίας τους (βλ. ΑΠ 1822/2011, ΑΠ 1456/2008, ΑΠ 803/2004, ΔΕΝ 2004/72 – ΕφΛαρ 81/2008, ΕΕΔ 2008, σ. 247, ΕφΛαρ 753/2007, Δικογραφία 2008/191 – ΕφΑθ 7317/1995, ΕΑΕΔ 1996/284). Συνυπολογίζονται, επίσης, και η πρόσθετη αποζημίωση για την εκτός έδρας διανυκτέρευση, το αντίτιμο των εργοδοτικών παροχών σε είδος (τροφής, κλίνης), καθώς και η προσαύξηση λόγω νόμιμης κατά Κυριακή ή και νυκτερινής εργασίας (ΑΠ 287/1994, ΕΕργΔ 54/831).

Επειδή η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών (ΑΠ 546/1999, ΕλλΔνη 41/95 – ΑΠ 72/1998, ΕλλΔνη 40/1339 – ΑΠ 287/1994, ΔΕΝ 52/408 – ΕφΑθ 2392/2005, ΔΕΕ 2005/1335), αυτές προσαυξάνονται κατά 1/6 που είναι η αντιστοιχία του συνυπολογισμού σε αυτές του επιδόματος άδειας και των επιδομάτων εορτών, (δηλαδή 1/2 μισθού για επίδομα άδειας + 1/2 μισθού για επίδομα Πάσχα + 1 μισθός για το επίδομα Χριστουγέννων), τα οποία θεωρούνται τακτικές αποδοχές (βλ. ΑΠ 546/1999, ΕΑΕΔ 2000/1057 – ΕφΑθ 7317/1995, ΕΑΕΔ 1996/284). Βάσει αυτού του προσαυξημένου μηνιαίου μισθού γίνεται ο υπολογισμός της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης (βλ. ΑΠ 2085/2007).

Η αποζημίωση στον εργαζόμενο οφείλεται απευθείας από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και για το λόγο αυτό αρκεί για τη νόμιμη θεμελίωση του σχετικού αιτήματος η επίκληση της σχέσεως εργασίας, η διάρκειά της, καθώς και η δια καταγγελίας λύση της, χωρίς να είναι κρίσιμο το κύρος της συμβάσεως εργασίας (βλ. ΑΠ 331/1999, ΕλλΔνη 40/1336 – ΑΠ 442/1996, ΕλλΔνη 1999/114 – ΕφΠατρ 879/2004, ΑχΝομ 2005/500).

 

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί