Η εθνική υπηρεσία πληροφοριών – Η φύση, η οργάνωση και η λειτουργία της ως σώμα ασφαλείας
Εκτός από την Ελληνική Αστυνομία η ελληνική νομοθεσία προβλέπει τη λειτουργία και άλλων φορέων άσκησης δημόσιας αστυνόμευσης. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι η Δημοτική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα, η Πυροσβεστική Υπηρεσία, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.
Η γνωστή ως Ε.Υ.Π., ανωτέρω αναφερθείσα Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, αποτελεί αυτοτελή πολιτική δημόσια υπηρεσία και ως βαρύνουσα και πρωταρχική αποστολή της έχει την ασφάλεια της χώρας. Η Ε.Υ.Π. ιδρύθηκε το 1953 υπό την ονομασία Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) κατά το πρότυπο της αντίστοιχης υπηρεσίας των ΗΠΑ (δηλαδή της CIA ή Central Investigation Agency)[1].
Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, αυτοτελή δημόσια πολιτική υπηρεσία, διέπεται από το νόμο 3649/2008 και υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος είναι αρμόδιος για τον καθορισμό της δράσης της Ε.Υ.Π. στο πλαίσιο των εθνικών προτεραιοτήτων της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως παλαιότερα υπαγόταν απευθείας στον Πρωθυπουργό.
Η Ε.Υ.Π. έχει ως αποστολή, στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων την αναζήτηση, συλλογή, επεξεργασία και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν: α. την προστασία και την προώθηση των πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και εν γένει εθνικών στρατηγικών συμφερόντων της Χώρας, β. την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους, καθώς και του εθνικού πλούτου της Χώρας, γ. την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων, καθώς και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος.
Η Ε.Υ.Π. θα πρέπει να σημειωθεί πως σε περίοδο πολέμου, επιστράτευσης ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας υπάγεται στον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α., ο οποίος, δια του Διοικητή της Ε.Υ.Π., ασκεί πλήρη έλεγχο σε ό,τι αφορά τη συμβολή της στην άμυνα και την ασφάλεια της Χώρας. Στην περίπτωση οποιασδήποτε δράσης που αποβλέπει στη βίαιη κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Ε.Υ.Π., μετά από απόφαση του ΚΥ.Σ.Ε.Α., λειτουργεί ως κεντρική υπηρεσία διαχείρισης πληροφοριών της Χώρας.
Εν συνεχεία, η Ε.Υ.Π. συγκροτείται από την Κεντρική Υπηρεσία και τις Περιφερειακές Μονάδες. Η Κεντρική Υπηρεσία περιλαμβάνει Διευθύνσεις, Υποδιευθύνσεις, Τμήματα, Αυτοτελή Τμήματα και Αυτοτελή Γραφεία που ορίζονται με τον Οργανισμό της Ε.Υ.Π., ενώ στις Περιφερειακές Μονάδες ανήκουν οι υπηρεσίες, τα όργανα και οι σύνδεσμοι που ιδρύονται ή τοποθετούνται σε διάφορες περιοχές της Χώρας ή του εξωτερικού και ασκούν τις αρμοδιότητες τους σε ορισμένη περιφέρεια.
Έπειτα στην Ε.Υ.Π. λειτουργεί: α. γραφείο Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, β. Υπηρεσία Ιστορικού Αρχείου, που υπάγεται απευθείας στον Διοικητή της Ε.Υ.Π., με κύριο έργο την ταξινόμηση και αξιοποίηση των εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού. Τα έγγραφα και το υλικό αυτό αποχαρακτηρίζονται μετά την πάροδο 50ετίας, με απόφαση του Διοικητή της Ε.Υ.Π., ύστερα από γνώμη Τριμελούς Επιτροπής Αποχαρακτηρισμού, που συγκροτείται από υπαλλήλους της Ε.Υ.Π., με απόφαση του ιδίου. Εξαιρούνται από τον αποχαρακτηρισμό τα έγγραφα και υλικά που βρίσκονται στο στάδιο της μηχανοργάνωσης, όσα έχουν φθαρεί και απαιτείται η συντήρησή τους, καθώς και εκείνα η δημοσιοποίηση των οποίων θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη στα εθνικά συμφέροντα ή σε δικαιώματα που απορρέουν από την προσωπικότητα.
Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Ε.Υ.Π. ασκεί τις ακόλουθες μείζονος σημασίας αρμοδιότητες:
1. Συλλέγει και παρέχει πληροφορίες και στοιχεία, προβαίνει σε εκτιμήσεις και υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Εσωτερικών και τους καθ’ ύλην συναρμόδιους Υπουργούς για την πρόληψη ή αποτροπή απειλής της εθνικής ασφάλειας ή του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων της Χώρας.
2. Αναζητεί, συλλέγει, επεξεργάζεται και παρέχει πληροφορίες, στο πλαίσιο της προηγούμενης παραγράφου, κυρίως για θέματα που αφορούν στη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων ή άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος στους τομείς της παράνομης διακίνησης ανθρώπων, ανθρωπίνων μελών, όπλων, ναρκωτικών ή άλλων απαγορευμένων ουσιών, ιδίως πυρηνικών, ραδιοβιολογικών και χημικών (ΠΡΒΧ), καθώς και για θέματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
3. Συντονίζει, στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΚΥ.Σ.Ε.Α., τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας της Χώρας στον τομέα συλλογής και διάθεσης των πληροφοριών, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της αποστολής της. Παράλληλα, συνεργάζεται και ενημερώνει τη Διακλαδική Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών (Δ.Δ.Σ.Π.) και τις υπηρεσίες πληροφοριών των Επιτελείων που εποπτεύονται από αυτήν, για θέματα της αρμοδιότητάς τους.
4. Μεριμνά για την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής σε βάρος της Χώρας δραστηριότητας.
5. Παρέχει στα αρμόδια για την αντιμετώπιση κρίσεων συλλογικά όργανα του Κράτους την αναγκαία πληροφοριακή συνδρομή για την επιτέλεση της αποστολής τους.
6. Παρέχει στους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας την εντός των ορίων της αρμοδιότητας της, πληροφοριακή υποστήριξη, που είναι αναγκαία για την επιχειρησιακή σχεδίαση του Γ.Ε.ΕΘ.Α..
7. Αποτελεί Τεχνικής Φύσεως Αρχή Ασφαλείας Πληροφοριών (INFOSEC) και μεριμνά, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 2 του ΠΔ 325/2003 (ΦΕΚ 273 Α΄), για την ασφάλεια των εθνικών επικοινωνιών και συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών, καθώς και για την πιστοποίηση του διαβαθμισμένου υλικού των εθνικών επικοινωνιών. Η πιστοποίηση παρέχεται έναντι καταβολής παραβόλου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών.
8. Ορίζεται ως η Εθνική Αρχή Αντιμετώπισης Ηλεκτρονικών Επιθέσεων, η οποία μεριμνά για την πρόληψη και τη στατική και ενεργητική αντιμετώπιση ηλεκτρονικών επιθέσεων κατά δικτύων επικοινωνιών, εγκαταστάσεων αποθήκευσης πληροφοριών και συστημάτων πληροφορικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του ΠΔ 325/2003.
9. Συνεργάζεται με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής της.
10. Συντάσσει, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει, πληροφοριακά δελτία, μελέτες και εκθέσεις, τις οποίες και διαβιβάζει στις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές.
Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Υ.Π., το προσωπικό της:
α. Υποχρεούται, κατά τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, να τηρεί τις διατάξεις των ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α), όπως ισχύει, 3471/2006 (ΦΕΚ 133 Α) και 3115/2003 (ΦΕΚ 47 Α).
β. Ενεργεί, ύστερα από διάταξη του εισαγγελικού λειτουργού της παραγράφου 3 του παρόντος και τηρουμένων των διατάξεων του ν. 3115/2003, άρση απορρήτου επιστολών και τηλεφωνικής ή άλλης επικοινωνίας, καθώς και καταγραφή δραστηριότητας προσώπων με ειδικά τεχνικά μέσα και ιδίως με συσκευή ήχου και εικόνας εκτός κατοικίας. Η διάταξη αυτή υποβάλλεται προς έγκριση μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών. Η ισχύς της διάταξης αρχίζει από την έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών.
γ. Μπορεί να συλλέγει πληροφορίες, τηρουμένων και των διατάξεων του ν. 3115/2003, όπως κάθε φορά ισχύει, για ζητήματα εθνικής ασφαλείας με διείσδυση, ύστερα από εντολή του Διοικητή της Ε.Υ.Π. και έγκριση του ασκούντος την εποπτεία εισαγγελέα.
δ. Μπορεί να δρα υπό κάλυψη στοιχείων ταυτότητας, ιδιότητας ή εργασίας ατομικά ή συλλογικά κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό της. Εντεταλμένο προσωπικό της Ε.Υ.Π., εφόσον κριθεί αναγκαίο και ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής, μπορεί να μετέχει στον έλεγχο που προβλέπεται από το άρθρο 5 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α), διατυπώνοντας απλή γνώμη για το αν ένας αλλοδαπός είναι επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, καθώς και αν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ανεπιθύμητος κατά το άρθρο 82 του ίδιου νόμου.
Στην Ε.Υ.Π. αποσπάται, ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ένας εισαγγελικός λειτουργός για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί την τριετία, ο οποίος ελέγχει τη νομιμότητα των ειδικών επιχειρησιακών δράσεων της, που αφορούν θέματα Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ασκεί όσες άλλες αρμοδιότητες του ανατίθενται με διατάξεις του παρόντος νόμου. Το προσωπικό της Ε.Υ.Π. εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων. Για την οπλοκατοχή και οπλοφορία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 3169/2003 (ΦΕΚ 189 Α). Η Ε.Υ.Π. διαθέτει επίσης προσωπικό που φέρει υπηρεσιακό οπλισμό για την προστασία του και τη φύλαξη των εγκαταστάσεων της.
Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, τα ελεγχόμενα ή εποπτευόμενα από το Δημόσιο νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι επιχειρήσεις τους υποχρεούνται να παρέχουν σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Ε.Υ.Π. κάθε πληροφορία, στοιχείο ή συνδρομή για την εκπλήρωση της αποστολής της. Οι ανωτέρω φορείς και το προσωπικό της Ε.Υ.Π. οφείλουν να τηρούν το απόρρητο της επικοινωνίας και του περιεχομένου του αιτήματος, καθώς και των στοιχείων του επιληφθέντος προσωπικού. Σημειωτέον πως η άρνηση, η παρέλκυση, η αμέλεια, η ατελής και η μη έγκαιρη ανταπόκριση στο αίτημα υπηρεσιακής αρωγής, καθώς και η παραβίαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου αποτελούν ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που τιμωρείται σύμφωνα με τα ισχύοντα στον Υπαλληλικό Κώδικα ή τις αντίστοιχες κατά περίπτωση διατάξεις για το μη πολιτικό προσωπικό των οικείων φορέων.
Συνιστάται επιπροσθέτως κατά τις διατάξεις του ν. 3649/2008, Συντονιστικό Συμβούλιο Διαχείρισης Πληροφοριών, το οποίο αποτελείται από τους Υπουργούς: α. Εσωτερικών, β. Οικονομίας και Οικονομικών, γ. Εξωτερικών, δ. Εθνικής Άμυνας, ε. Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. Στο Συντονιστικό Συμβούλιο Διαχείρισης Πληροφοριών μπορούν να μετέχουν ύστερα από ειδική πρόσκληση και άλλοι Υπουργοί, Υφυπουργοί και υπηρεσιακοί παράγοντες, όταν οι πληροφορίες αφορούν σε θέματα αρμοδιότητας τους, καθώς και ειδικοί εμπειρογνώμονες. Το ως άνω Συμβούλιο προβαίνει σε εκτιμήσεις διαχείρισης πληροφοριών επί σοβαρών εγκληματικών ενεργειών, απειλών ή συμβάντων που πλήττουν ή είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ασφάλεια της Χώρας ή τις διεθνείς και διμερείς σχέσεις με άλλες χώρες, παρέχοντας τις κατευθυντήριες οδηγίες προς τα συναρμόδια Υπουργεία και τους λοιπούς εμπλεκόμενους φορείς, με την επιφύλαξη των άρθρων 3 παρ. 1, 5 παρ. 3, 8 παρ. 4 και 11 παρ. 8 του ν. 2292/1995. Επίσης, χαράσσει και την επικοινωνιακή τακτική επί των ανωτέρω ζητημάτων. Στο Συμβούλιο αυτό προεδρεύει ο Υπουργός Εσωτερικών και η γραμματειακή υποστήριξη του γίνεται με μέριμνα της Ε.Υ.Π..
Στην Ε.Υ.Π. λειτουργεί ακόμη Συμβούλιο Πληροφοριών, στο οποίο μετέχουν: α. Ο Διοικητής της Ε.Υ.Π., ως Πρόεδρος, β. Οι αρμόδιοι Γενικοί Γραμματείς των Υπουργείων Εσωτερικών και Εξωτερικών, γ. Ο Διευθυντής της Διακλαδικής Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών (ΔΔΣΠ), δ. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας (ΔΙΚΑ) και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (ΔΑΕΕΒ) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ε. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. Καθήκοντα γραμματέα του Συμβουλίου ασκεί ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης, που σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό της Ε.Υ.Π. είναι αρμόδια για τη διοικητική υποστήριξή του. Η συγκρότηση του Συμβουλίου Πληροφοριών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Το Συμβούλιο Πληροφοριών είναι αρμόδιο: α. Να συντονίζει όλες τις Υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας του Κράτους στον τομέα της συλλογής και διάθεσης πληροφοριών, β. Να καταγράφει τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, στοιχεία και απόψεις, γ. Να προσδιορίζει και να διατυπώνει νέες πληροφοριακές απαιτήσεις, όπως αυτές διαμορφώνονται στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον ασφάλειας, δ. Να εξάγει συμπεράσματα και να διατυπώνει προτάσεις στους καθ’ ύλην αρμόδιους Υπουργούς. Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Πληροφοριών των περιπτώσεων γ΄, δ΄ και ε΄ αναπληρώνονται σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος από τους νόμιμους αναπληρωτές τους στη θέση που υπηρετούν. Στο Συμβούλιο Πληροφοριών μπορούν να μετέχουν, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου, ανάλογα με τη φύση των συζητούμενων θεμάτων, εκπρόσωποι και άλλων δημόσιων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα και ειδικοί εμπειρογνώμονες για την παροχή απλής γνώμης. Οι αρμοδιότητες του ως άνω Συμβουλίου ασκούνται στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΚΥ.Σ.Ε.Α. και των οδηγιών του Υπουργού Εσωτερικών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται η ειδικότερη διαδικασία συγκρότησης και λειτουργίας του Συμβουλίου, ο τρόπος λήψης αποφάσεων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Κατόπιν πρέπει να υπογραμμιστεί πως της Ε.Υ.Π. προΐσταται ο Διοικητής. Ο Διοικητής είναι μετακλητός υπάλληλος της κατηγορίας των ειδικών θέσεων με βαθμό 1ο. Διορίζεται και παύεται ελεύθερα με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Για το διορισμό στη θέση του Διοικητή της Ε.Υ.Π. απαιτείται η κατοχή τουλάχιστον πτυχίου Πανεπιστημίου της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και διοικητική πείρα στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Ως Διοικητής μπορεί να ορισθεί και δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος του δημόσιου τομέα. Τον Διοικητή βοηθούν στο έργο του δύο Υποδιοικητές. Οι Υποδιοικητές είναι μετακλητοί υπάλληλοι της κατηγορίας των ειδικών θέσεων με βαθμό 2ο και διορίζονται και παύονται ελεύθερα με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Για το διορισμό σε θέση Υποδιοικητή της Ε.Υ.Π. απαιτούνται προσόντα ανάλογα με αυτά του Διοικητή. Καθήκοντα Υποδιοικητών μπορεί να ανατίθενται και σε δημόσιους υπαλλήλους ή υπαλλήλους του δημόσιου τομέα. Σε περίπτωση που διορίζεται σε θέση Διοικητή ή Υποδιοικητή δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, όπως οριοθετείται κάθε φορά, αναστέλλεται η άσκηση των καθηκόντων στην κύρια θέση του, στην οποία επανέρχεται αυτοδικαίως μετά την απαλλαγή από τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης. Ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. ασκεί τη διοίκηση της Υπηρεσίας, καθοδηγεί, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο της και είναι υπεύθυνος έναντι του Υπουργού Εσωτερικών για την άσκηση των καθηκόντων του. Ο χρόνος της θητείας του Διοικητή και των Υποδιοικητών λογίζεται ως χρόνος που διανύθηκε στην οργανική του θέση ως προς όλες τις υπηρεσιακές συνέπειες. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Διοικητή και των Υποδιοικητών και ρυθμίζονται θέματα αναπλήρωσης αυτών σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας τους.
Τέλος το προσωπικό της Ε.Υ.Π. αποτελείται από: α. Μόνιμο πολιτικό προσωπικό, για την πρόσληψη του οποίου εφαρμόζονται, αποκλειστικά, οι ειδικές διατάξεις του Οργανισμού της Ε.Υ.Π., β. Ειδικό επιστημονικό, καθώς και τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, γ. Εν ενεργεία αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος, αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος και αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι οργανικές θέσεις προσωπικού της Ε.Υ.Π. ορίζονται συνολικά στον Οργανισμό της, η δε σύνθεση του προσωπικού κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό και στον Πίνακα Σύνθεσης και Κατανομής του προσωπικού της, ο οποίος και τον συνοδεύει.