Ορισμένες παρατηρήσεις για το εργασιακό καθεστώς των ιεροψαλτών
Με εξουσιοδότηση του άρθρου 32 παρ. 2 ΝΔ 126/1969 (προϊσχύσαντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος), εκδόθηκε ο δημοσιευθείς νομίμως στο υπ’ αριθμ. 75/20-7-1969 φύλλο του Δελτίου “Εκκλησία” και στο ΦΕΚ τ. Α΄ 193/1970 υπ’ αριθμ. 2/1969 Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος “περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων”, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα βάσει του άρθρου 67 Ν. 590/1977 (ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος), αφού δεν έχει εκδοθεί έτερο Προεδρικό Διάταγμα. Κατά το άρθρο 53 παρ. 1 του υπ’ αριθμ. 2/1969 Κανονισμού, λοιπόν, οι ιεροψάλται και νεωκόροι, διορίζονται και παύονται υπό του οικείου Μητροπολίτου (με αιτιολογημένη απόφασή του) μετά (απλή) γνώμη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, λαμβανομένη εν συνεδριάσει κατά την οποία δέον απαραιτήτως να μετέχει και το κληρικό μέλος. Η εν λόγω διάταξη, αντιγράφει το άρθρο 64 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΑΝ 2200/1940. Ακόμη, κατά το άρθρο 53 παρ. 4 του ως άνω υπ’ αριθμ. 2/1969 Κανονισμού «Οι Ιεροψάλται και Νεωκόροι, ως αποτελούντες τον κατώτερον Κλήρον της Εκκλησίας, δεν υπάγονται εις τας περί συλλογικών συμβάσεων κειμένας διατάξεις»(η περί ης ο λόγος διάταξη αντιγράφει το άρθρο 64 παρ. 4 του προϊσχύσαντος Α.Ν. 2200/1940)[1].
Όπως παρατηρεί η υπ’ αριθμ. 1648/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών[2], «οι ιεροψάλτες των Ιερών Ναών και παρεκκλησίων ανήκουν στον κατώτερο κλήρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και, εφόσον έχουν προσληφθεί με τη διαδικασία του άρθρου 53 παρ. 1 του Κανονισμού 2/1969, συνδέονται με την Εκκλησία ή με το ΝΠΔΔ, στο οποίο ανήκει το οικείο παρεκκλήσιο, με υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 3551/1997, Ολομ. 2919/1987 προκειμένου περί ιεροψάλτου, Δ.Εφ.Αθηνών 1587/2004, Εφ. Αθηνών 3767/1991). Πάντως εάν ελλείπει διορισμός αυτών κατά τα ανωτέρω, δηλαδή με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη, μετά γνώμην του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, και, συνεπώς, είναι μη νόμιμος ο διορισμός τους (ΕΣ Ολομ. 1252/2006), η υπηρεσιακή σχέση που τους συνδέει με τον ενοριακό ναό, στον οποίο λειτουργούν, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου», σε αυτή δε την περίπτωση οι διαφορές που αφορούν στην καταβολή αποδοχών του μη νομίμως διορισθέντος ιεροψάλτη υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έστω και αν στηρίζονται στις διατάξεις περί αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού[3].
Προσέτι, όπως έχει νομολογηθεί[4], ναι μεν οι ψάλτες συνδέονται με την Εκκλησία με υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου, ως παρέχοντες όμως υπηρεσίες που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ασκήσεως της λατρείας και που είναι ξένες προς την άσκηση διοικήσεως και διοικητικών έργων, δε δύνανται να χαρακτηρισθούν διοικητικοί υπάλληλοι ώστε να έχουν επ’ αυτών εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος που θεσπίζει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ΝΠΔΔ[5].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1]Για τη ratio του άρθρου 53 παρ. 4 του Κανονισμού 2/1969 και του προϊσχύσαντος άρθρου 64 παρ. 4 ΑΝ 2200/1940 βλ. Ταμπάκη, Εργασιακαί σχέσεις ιεροψαλτών και νεωκόρων, ΔΕΝ 55, σελ. 166 και Κυριαζόπουλο, Η νομική φύση της υπηρεσιακής ιδιότητας των ψαλτών, Αρμεν. ΜΕ΄, σελ. 309 επ., ιδίως 311. Αξιοσημείωτη και η ΕφΑθ 7633/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, που αφορά σε ιεροψάλτη μη ενοριακού ναού νοσηλευτικού ιδρύματος: «…Κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του υπ’ αριθ. 2 κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που έχει εκδοθεί εντός της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 32 του ΝΔ 126/69, δεν ορίζεται κάτι σχετικά με τις αποδοχές των Ιεροψαλτών των μη Ενοριακών Ναών. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 4 του ίδιου Κανονισμού, η οποία ορίζει ότι οι Ιεροψάλτες και οι νεωκόροι, που αποτελούν τον κατώτερο κλήρο της εκκλησίας, δεν υπάγονται στις κείμενες διατάξεις περί συλλογικών συμβάσεων, αφορά μόνο ιεροψάλτες και νεωκόρους των ιερών ενοριακών ναών, οι οποίοι διορίζονται κατά τη διαδικασία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή από τον οικείο Μητροπολίτη μετά από γνώμη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Αντίθετα, μέχρι μεν την 23.2.77 οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν. 547/77, οι Ιεροψάλτες και νεωκόροι των μη ενοριακών Ναών των Κοιμητηρίων που υπάγονται στη διοίκηση και διαχείριση των Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται, όσον αφορά τις αποδοχές τους, στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ΟΤΑ, μετά δε την ισχύ του παραπάνω νόμου υπήχθησαν και αυτοί στις ισχύουσες διατάξεις περί μισθοδοσίας ιεροψαλτών και νεωκόρων των Ενοριακών Ναών, κατά τις οποίες αποκλείεται η εφαρμογή των περί συλλογικών συμβάσεων κειμένων διατάξεων. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι οι ιεροψάλτες των μη ενοριακών ναών των νοσηλευτικών Ιδρυμάτων δεν υπάγονται στις παραπάνω ρυθμίσεις, αφού πουθενά δεν γίνεται λόγος για τις αποδοχές τους, οι οποίες έτσι ρυθμίζονται ελευθέρως από τους ενδιαφερομένους, αρκεί βέβαια να μην είναι κατώτερες σε συσχετισμό πάντοτε με τις ώρες εργασίας τους, από τα κατώτερα όρια των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, στις διατάξεις των οποίων οπωσδήποτε υπάγονται. Περίπτωση ειδικότερης ρυθμίσεως των αποδοχών των Ιεροψαλτών αυτών από τις ΣΣΕ περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στα Νοσηλευτικά Ιδρύματα δεν υπάρχει και τούτο γιατί πουθενά σ’ αυτές δεν αναφέρεται η ειδικότης των ιεροψαλτών, λαμβανομένου uπόψη ότι οι παραπάνω ΣΣΕ ρυθμίζουν τα κατώτερα όρια μισθών και ημερομισθίων κατά ειδικότητα, χωρίς να συμπεριλαμβάνουν και τους Ιεροψάλτες, οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νοσηλευτικό προσωπικό (βλ. ΑΠ 450/1991 ΔΕΝ 49. 851)».
[2]Βλ. ΔιοικΕφΑθ 1648/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. ακόμη ΕφΑθ 3767/1991, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «…εκ των διατάξεων των άρθρων 2 και 64 του Α.Ν. 2200/1940 και 2 και 53 του Κανονισμού 2/1969 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που ορίζουν ότι, “οι ενοριακοί Ναοί αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, οι ιεροψάλτες και οι νεωκόροι διορίζονται και παύονται υπό του οικείου Μητροπολίτου μετά γνώμην του εκκλησιαστικού συμβουλίου…, οι ιεροψάλτες και οι νεωκόροι ως αποτελούντες τον κατώτερον κλήρον της Εκκλησίας δεν υπάγονται εις τας περί συλλογικών συμβάσεων κειμένας διατάξεις”, σαφώς συνάγεται ότι, α) ιεροψάλτες και νεωκόροι υπόκεινται σε ενιαία ρύθμιση, δηλαδή ό,τι ισχύει για τους ιεροψάλτες ισχύει και για τους νεωκόρους (Σπυρ. Τρωιάνου: Εκκλησιαστικό Δίκαιο: ύΕκδ. 1981 σελ. 198) β) αυτοί δεν υπάγονται στις διατάξεις περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΑΠ 1391/1982 Δ.Ε.Ν. 39.650) και γ) είναι υπάλληλοι Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ενοριακών ναών κλπ) που συνδέονται με αυτά με σχέση δημοσίου δικαίου εφόσον τηρήθηκε για τον διορισμό των η παραπάνω διαδικασία, δηλαδή διορίσθηκαν από τον οικείο Μητροπολίτη μετά γνώμη του εκκλησιαστικού συμβουλίου (ΑΠ 232/1968 ΝοΒ 16.735, ΑΠ 480/1966 ΝοΒ 15.332, Τρωιάνου Εκκλ. Δίκ. έκδ. 1981 σελ. 197)».
[3]Κατά τη ΜΠΑ 274/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, που αφορά υπόθεση αξιώσεων νεωκόρου από την καταγγελία της σύμβασής του, εάν ο διορισμός δεν έγινε νόμιμα, εφόσον παρασχέθηκε η εργασία, οφείλεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, που δεν είναι η διαφορά μεταξύ αυτών που λάβαινε και των αποδοχών που καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά η ωφέλεια του νομικού προσώπου από την παροχή σε αυτό εργασίας, από υπάλληλο που προσλήφθηκε κατά παράβαση του νόμου, ωφέλεια που είναι ίση με την αμοιβή που θα έπαιρνε ο νόμιμος διορισμένος νεωκόρος.
[4]Βλ. ΣτΕ 593/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή σε ΟλΣτΕ 4078/1979, 3551/1997.
[5]Βλ. και Σπ. Τρωιάνο, παραδόσεις εκκλησιαστικού δικαίου, β΄ έκδοση, Έκδοση Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 1984, σελ. 313 επ..