Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας – Περιπτώσεις καταχρηστικής καταγγελίας – Αντιστροφή του βάρους απόδειξης κατά το άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 1249/2014).

Περαιτέρω, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού (ΑΠ 541/2018, 1889/2017, 897/2012). Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 367/2025, 114/2019, 1173/2017, 244/2017, 769/2016).

Δεν συντρέχει, όμως, καταχρηστική καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 1267/2019, ΑΠ 729/2018, ΑΠ 77/2013, ΜονΕφΑΘ 1971/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 904/2012, ΜονΕφΛαμ 25/2022, ΜονΕφθεσ 295/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Το, ως άνω, νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.01.2016) από την Ελλάδα του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (εφεξής Αναθ.Ε.Κ.Χ.). Το άρθρο 24 του Ν. 4359/2016 προβλέπει πέραν του δικαιώματος «…όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας» (εδ. α’) και «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση» (εδ. ’β). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου: «Με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύνονται από την εργασία τους χωρίς βάσιμη αιτία και, στην περίπτωση που συμβεί αυτό, να υπάρξει επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη συνδρομή. Ο εργαζόμενος, στην περίπτωση αυτή, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο όργανο». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η, ως άνω, προστασία των εργαζομένων, ήτοι η υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο, εξασφαλίζεται πλήρως, ήδη, πριν την κύρωση του Αναθ.Ε.Κ.Χ., υπό την κείμενη νομοθεσία (Ν. 2112/1920, Ν, 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με το Ν. 3899/2010 και Ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι’ αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1512/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πέραν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που, κατά τον νόμο, καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη.

Απαγορεύσεις της καταγγελίας και συνέπειες των ελαττωμάτων αυτής, άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως έξης: 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής η εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, και ακολουθεί ενδεικτική απαρίθμηση κλπ. 2…,3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά, να στηρίξουν την πεποίθηση, ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2 εναπόκειται στον εργοδότη, να αποδείξει, ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4.6.

Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της παρ. 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων. Με το ως άνω άρθρο ομαδοποιούνται οι περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνονται σε ενιαία διάταξη οι περιπτώσεις προστασίας του εργαζόμενου από την καταγγελία. Πιο συγκεκριμένα παρατίθενται περιπτώσεις, όπου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη για συγκεκριμένους λόγους, όπως όταν οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου, σε ενάσκηση νόμιμων δικαιωμάτων του ή όταν αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου και με αυτήν διακρίνονται, μεταξύ των ελαττωματικών απολύσεων, αυτές που απαγορεύονται ρητώς στον νόμο και οι λοιπές. Πιο σημαντική, όμως, και πρωτοποριακή είναι η γενική πρόβλεψη, ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απόλυση που γίνεται ως αντίδραση για την άσκηση οποιουδήποτε νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Η προσθήκη της αντίδρασης σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ως λόγου, που καθιστά μια απόλυση άκυρη, προσφέρει προστασία πιο διευρυμένη για τους εργαζομένους σε σχέση με τη δυνατότητα που είχαν να αναγνωρίζεται η ακυρότητα μιας απόλυσης, βάσει του άρθρου 281 του ΑΚ. Συγκεκριμένα, η απόλυση που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, χωρίς να απαιτείται να ελέγχεται, εάν η καταγγελία τυχόν υπερέβη τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Η προστασία των εργαζομένων ενισχύεται και από την πρόβλεψη της παρ. 3, του ίδιου άρθρου δια της οποίας εισάγεται αποδεικτική διευκόλυνση προς τον εργαζόμενο, ο οποίος ζητά να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, όταν αυτή συνιστά αντίδραση στην άσκηση κάποιου νόμιμου δικαιώματος του.

Κατά την άποψη που υιοθετεί το Δικαστήριο αυτό, η διάταξη εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, τουτέστιν εάν ο ενάγων αποδείξει με πλήρη απόδειξη τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την βάση του τεκμηρίου, από οποίο τεκμαίρεται η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι το κίνητρο του εργοδότη ήταν κακόβουλο, επέρχεται πλέον η αντιστροφή του βάρους απόδειξης από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, να ανατρέψει το τεκμήριο, αποδεικνύοντας ότι ο λόγος της απόλυσης δεν είναι ο επικαλούμενος στην αγωγή, οφείλοντας να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι η καταγγελία δεν έγινε ως αντίποινα στην ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος, έχοντας πλέον εκείνος το βάρος της κυρίας περί του αντιθέτου απόδειξης. Αν ανταποκριθεί σε αυτό, αποδεικνύοντας ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο που επικαλείται ο ενάγων, ο ισχυρισμός του τελευταίου απορρίπτεται κατ` ουσίαν, όπως γινόταν δεκτό μέχρι πρόσφατα για τον ισχυρισμό από το άρθρο 281 ΑΚ, για την απόδειξη του οποίου όμως βαρυνόταν ο εργαζόμενος.

Αυτή η μετάθεση του βάρους απόδειξης, σημαίνει ότι ο εναγόμενος φέρει πλέον τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή. Δέον ωστόσο να επισημανθεί ότι η αποδεικτική ελάφρυνση, δεν αφορά σε όλα τα επιμέρους στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, αλλά όπως και στην απαγόρευση διακρίσεων, περιορίζεται στο στοιχείο αυτό ως προς την απόδειξη του οποίου ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει πράγματι σημαντικές δυσχέρειες, στην απόδειξη της αιτιότητας της καταγγελίας, γιατί ως προς αυτό ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση «αποδεικτικής ανάγκης». Η ελάφρυνση όμως δεν φθάνει μέχρι το σημείο να αρκεί η πιθανολόγηση του αιτιώδους συνδέσμου, όπως έχει υποστηριχθεί (βλ. Σχετ. ΜονΠΛαρ 526/2024, ΜΠρΠειρ. 3347/2023 ΤΝΠ NOMOS, Ζερδελή, ΕΠολΔ 2023, 500` Μπακόπουλο, Η ελαττωματική καταγγελία, σελ. 157 Ί61 Παπαδημητρίου, ΔΕΝ 2022, 221` Βασιλείου, ΕΕργΔ 2022, 947 επ.), διότι αυτό θα σήμαινε, έστω και στο στάδιο αυτό, μείωση του μέτρου απόδειξης μόνο για τον έναν από τους διαδίκους σε αντίθεση με τους ορισμούς της δικονομικής ισότητας του άρθρου 110 ΚΠολΔ, ως ειδικής εκδήλωσης του άρθρου 4 παρ.1 Σ. {Βλ. σχετ. Εφ Αθ369/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου, Βάρος επικλήσεως και βάρος αποδείξεως στο νέο δίκαιο της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 350 παρ.3 π.δ 62/2025) σε ΕΠολΔ 2/2025 σελ. 129-139, Μ. Χασιρτζόγλου, Η διευκόλυνση του εργαζόμενου, στην απόδειξη της καταχρηστικότητας, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με τους ν. 4808/2021 και 5053/2023 σε ΕλλΔνη 1/2024, σελ. 19-27, βλ. ωστόσο και ΕφΑθ 955/2023, ΤΝΠΝΟΜΟΣ, η οποία υιοθετεί την θέση ότι με την διάταξη καθιερώνεται η εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη για τις προβλεπόμενες κατά τα ανωτέρω περιπτώσεις απαγορευμένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας}. (5950/2026 ΜΠρΠειρ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί