Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ακύρωση διαθήκης λόγω παράλειψης μεριδούχου. Το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1786 ΑΚ

Το άρθρο 1786 ΑΚ προβλέπει ότι «Η διαθήκη είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο που υπήρχε κατά το θάνατό του και η ύπαρξή του κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε ή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της. Η ακύρωση αποκλείεται, όταν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που υπήρχε ή επήλθε».

Η ως άνω διάταξη εισάγει ειδική περίπτωση πλάνης περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, η οποία παρέχει ευρύτερη προστασία στο μεριδούχο από εκείνη της 1825 ΑΚ, καθότι με την ακύρωση δεν ικανοποιείται απλώς η νόμιμη μοίρα του, αλλά ακυρώνεται η διαθήκη και επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή[1]. Η διαθήκη, δηλαδή, ακυρώνεται ολόκληρη και ο μεριδούχος παίρνει την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αλλά συνάμα ωφελούνται και οι έτεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, και αν ακόμη δεν είναι μεριδούχοι[2].

Ειδικότερα, κατά το εδ. α΄ της ανωτέρω διάταξης παρέχεται δικαίωμα προς ακύρωση της διαθήκης εάν ο διαθέτης παρέλειψε τον κατά το θάνατό του υπάρχοντα μεριδούχο, δηλαδή διέθεσε το όλο του κλήρου χωρίς να αφήσει κάτι σε αυτόν με εγκατάσταση ή κληροδοσία, είτε γιατί αγνοούσε κατά τη σύνταξη της διαθήκης την ύπαρξη του μεριδούχου αυτού ή την ιδιότητά του, είτε γιατί αυτός (μεριδούχος), γεννήθηκε ή υιοθετήθηκε, είτε, τέλος, γιατί κατέστη μεριδούχος λόγω γάμου κ.λπ., μετά τη σύνταξη της διαθήκης και ως εκ τούτου δεν ήταν γνωστός με την ιδιότητά του αυτή στο διαθέτη. Θεσπίζεται, δηλαδή, ερμηνευτικός κανόνας κατά τον οποίο εάν ο διαθέτης εκουσίως, ήτοι χωρίς να γνωρίζει ή να έχει υπόψη του το μεριδούχο ή την ιδιότητά του, παρέλειψε τον κατά το θάνατό του μεριδούχο, η διαθήκη θεωρείται ότι έγινε υπό την προϋπόθεση της ανυπαρξίας αυτού ή της ιδιότητάς του ως μεριδούχου, η οποία αν δεν συντρέχει καθιστά τη διαθήκη ακυρώσιμη, διότι τεκμαίρεται ότι ο διαθέτης εάν γνώριζε την ύπαρξη του μεριδούχου ή την ιδιότητά του αυτή, δε θα συνέτασσε τη διαθήκη με το αυτό περιεχόμενο[3].

Για την εφαρμογή της εξαιρετικής διάταξης του άρθρου 1786 εδ. α΄ ΑΚ, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

            α) Παράλειψη του μεριδούχου: Ο μεριδούχος λογίζεται ως παραλειφθείς, εάν με τη διαθήκη δεν του καταλείπεται ουδέν περιουσιακό στοιχείο, ούτε έχει χωρήσει αποκλήρωσή του. Με άλλα λόγια, απαιτείται η παράλειψη να είναι πλήρης, όρος που δεν πληρούται εάν καταλείπεται στο μεριδούχο μικρό έστω μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας. Εάν με το μέρος αυτό δεν καλύπτεται η νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος δικαιούται να ζητήσει συμπλήρωσή της κατ’ άρθρον 1827 ΑΚ[4]. Η παράλειψη πρέπει να αφορά τον μεριδούχο ως τέτοιο. Έτσι, υπάρχει παράλειψη εάν ο διαθέτης μνημονεύει ορισμένο πρόσωπο, αγνοώντας την ιδιότητά του ως μεριδούχου, ή ορισμένο πρόσωπο που κατέστη μεταγενέστερα μεριδούχος. Η παράλειψη πρέπει να αφορά τον, κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη, υφιστάμενο μεριδούχο, έστω και ως συνειλημμένο (1711 εδ. α΄ ΑΚ).

            β) Άγνοια του διαθέτη για την ύπαρξη του μεριδούχου ή απόκτηση της ιδιότητας αυτής μετά τη σύνταξη της διαθήκης: Η παράλειψη του μεριδούχου πρέπει να είναι απότοκος άγνοιας του διαθέτη, προς την οποία εξομοιώνεται η αμφιβολία του διαθέτη, είτε της ύπαρξής του έστω και ως συνειλημμένου, είτε της ιδιότητάς του ως μεριδούχου. Κατά συνέπεια, η διαθήκη είναι έγκυρη, αν ο διαθέτης δεν αφήνει τη νόμιμη μοίρα σε μεριδούχο που είναι γνωστός σ’ αυτόν κατά τη σύνταξη της διαθήκης, οπότε ο μεριδούχος αυτός συντρέχει ως κληρονόμος εκ του νόμου, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας (1825 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ), με τους λοιπούς κληρονόμους[5]. Το πεπλανημένο αίτιο (η άγνοια της ύπαρξης του μεριδούχου) δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται στη διαθήκη, αλλά τεκμαίρεται από το νόμο ως κίνητρο για το διαθέτη.

            γ) Μη συναγωγή αντίθετης βούλησης του διαθέτη: Το τεκμήριο που εισάγει η περί ης ο λόγος διάταξη είναι μαχητό. Έτσι, κατά το εδ. β΄ του αυτού ως άνω άρθρου, το ανωτέρω τεκμήριο ανατρέπεται εάν ο μαχόμενος υπέρ του κύρους της διαθήκης αποδείξει ότι ο διαθέτης, και εάν ακόμη γνώριζε την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση, την ύπαρξη δηλαδή και την ιδιότητα του μεριδούχου ή την κατάσταση που αργότερα δημιουργήθηκε, ήτοι ότι γεννήθηκε μεριδούχος ή κατέστη τέτοιος μη έχοντας κατά τη σύνταξη της διαθήκης την ιδιότητα αυτή, θα προέβαινε στη σύνταξη αυτής, άρα ότι η διαθήκη περιέχει την εικαζόμενη του διαθέτη θέληση, δηλ. εκείνη που θα είχε αν γνώριζε την κατά το θάνατό του υπάρχουσα πραγματική κατάσταση[6]. Για τον αποκλεισμό της ακύρωσης της διαθήκης δεν αρκεί το ότι ο διαθέτης δε μετέβαλε αυτήν αν και έλαβε γνώση ότι κατά τη σύνταξη αυτής υπήρχε μεριδούχος του πρόσωπο, την ύπαρξη του οποίου δεν γνώριζε τότε, ή ότι κάποιο πρόσωπο έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι την ίδια διαθήκη θα συνέτασσε ο διαθέτης και αν κατά τη σύνταξή της γνώριζε ότι υπήρχε ο παραλειφθείς μεριδούχος, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε, ή και αν γνώριζε ότι θα γινόταν μετά μεριδούχος του[7].

Εξαιρετικά διαφωτιστική για τη μέθοδο διάγνωσης της εικαζόμενης βούλησης του διαθέτη είναι η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 7/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών[8], η οποία με εκτενή και στέρεη επιχειρηματολογία, έκρινε ότι η υπό κρίσιν διαθήκη, δυνάμει της οποίας η αποβιώσασα εγκαθιστούσε αποκλειστικούς κληρονόμους της τη μητέρα της (που κατόπιν απεβίωσε) και τον αδερφό της, δεν ήταν ακυρώσιμη κατ’ άρθρον 1786 εδ. α΄ του ΑΚ, διότι η διαθέτης θα προέβαινε στη σύνταξη διαθήκης με το αυτό περιεχόμενο, ήτοι θα καθόριζε η κληρονομία της να περιέλθει στον αδερφό της, ακόμη και αν συνέτασσε τη διαθήκη της μετά το γάμο της με τον ενάγοντα σύζυγό της (με τον οποίο νυμφεύθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της σύνταξης της διαθήκης): «Στην κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο οδηγείται λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα: 1) Η διαθέτης ήταν ιατρός-παιδοψυχίατρος, ο δε ενάγων νομικός, δημοσιογράφος και στο παρελθόν είχε διατελέσει διευθυντής σύνταξης ημερήσιας εφημερίδας και κατά διαστήματα δίδασκε σε πανεπιστημιακή σχολή δημοσιογραφίας. Γνωρίστηκαν και σύναψαν ερωτική σχέση το 1994, τέλεσαν δε μεταξύ τους πολιτικό γάμο την 21-12-2001. Ο γάμος αυτός ήταν δεύτερος και για τους δύο. Συγκεκριμένα η διαθέτης είχε συνάψει πρώτο γάμο με τον ………….. , ο οποίος λύθηκε το 1982, χωρίς να αποκτήσει τέκνα, ενώ ο ενάγων είχε συνάψει πρώτο γάμο με την …………… , ο οποίος λύθηκε την 13-6-1990, από τον οποίο απέκτησε μία κόρη, γεν. την 19-10-1984. Λόγω της ηλικίας τους κατά τη σύναψη του γάμου (η θανούσα ήταν 47 ετών και ο ενάγων 54 ετών) είχε αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποκτήσουν κοινά τέκνα και έτσι η διαθέτης διατήρησε τον έντονο συναισθηματικό δεσμό με την οικογένεια του αδελφού της (εναγομένου), την οποία θεωρούσε και δική της συμμετέχοντας ενεργά-λόγω και της επιστημονικής της εξειδίκευσης-στην ανατροφή των ανιψιών της. Μάλιστα είχε βαφτίσει και την κόρη του εναγομένου ……… , την οποία συχνά έπαιρνε στα ταξίδια μαζί της. Με τον ενάγοντα διατηρούσαν μία συντροφική σχέση , συμβίωναν αγαπημένα και αρμονικά στο ιδιόκτητο διαμέρισμά της στην Αθήνα επί της οδού ………… αρ. .. , ταξίδευαν συχνά στο εξωτερικό, παρακολουθούσαν μουσικές και θεατρικές εκδηλώσεις και διατηρούσαν το ίδιο φιλικό περιβάλλον. Εντούτοις ο ενάγων απέφευγε τις ιδιαίτερες επαφές με το συγγενικό περιβάλλον της θανούσης, όπως, εξάλλου και η θανούσα δεν διατηρούσε σχέσεις με την θυγατέρα του ενάγοντα . 2) Η ακίνητη περιουσία της θανούσας αποκτήθηκε πολύ πριν το γάμο της και συγκεκριμένα α) ένα διαμέρισμα στο Λουτράκι την 29-10-1976 με χρήματα της μητέρας της, καθόσον η ίδια ήταν ακόμη φοιτήτρια, β) ένα διαμέρισμα επί της ……… την 25-1-1982 επίσης με χρήματα της μητέρας της από την πώληση της πατρικής της οικίας στο Αργος, γ) δύο διαμερίσματα στα Λουτρά Ωραίας Ελένης την 15-2-1992 με γονική παροχή από τη μητέρα της και δ) ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου στην Ερμιονίδα την 12-12-1993 από κληρονομία της μητέρας της. Πρόθεσή της ήταν, υπακούοντας σε ηθική υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα της, όπως είχε εκμυστηρευθεί στις φίλες της, να παραμείνουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία στην «οικογένεια», δηλ. αυτή του εναγόμενου αδελφού της, σε περίπτωση που η ίδια δεν αποκτούσε δικά της τέκνα. 3) Την ανωτέρω διαθήκη, που συνέταξε σε ηλικία μόλις 33 ετών, την φύλασσε όχι στην οικία της, όπου είχε άμεση πρόσβαση ο ενάγων σύζυγός της, αλλά σε θυρίδα που διέθετε στην ..Τράπεζα- κατάστημα Κυψέλης εντός φακέλου, όπου έξω έγραφε μόνο το όνομα του εναγομένου αδελφού της. Μετά τη διάγνωση καρκίνου του μαστού περί τα τέλη του 2009, η διαθέτης τον Μάρτιο του έτους 2010, παρέδωσε στην σύζυγό του εναγομένου αδελφού της ……………… με την οποία ήταν επιστήθιες φίλες από το 1981-, το κλειδί της θυρίδας αυτής, ορίζοντας μόνο συνδικαιούχο για το άνοιγμα αυτής τον εναγόμενο αδελφό της. 4) Η διαθέτης την 13-4-2006 κατήρτισε συμβόλαιο μικτής ασφάλισης ζωής στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ……… , στο οποίο όρισε ως μόνον δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημιώσεως σε περίπτωση θανάτου της τον εναγόμενο, και όχι τον σύζυγό της – ενάγοντα. 5) Η διαθέτης την 13-7-2010 «άνοιξε» στην ….. Τράπεζα -κατάστημα Κυψέλης κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με το ποσό των 90.000 ευρώ , στον οποίο όρισε μοναδικό συνδικαιούχο τον εναγόμενο αδελφό της. 6) Στον κοινό τραπεζικό που διατηρούσε η θανούσα με τον ενάγοντα σύζυγό της στην ……………….. , προκειμένου να εξυπηρετούν τα τρέχοντα έξοδα της κοινής τους ζωής, είχε ορίσει συνδικαιούχο και τον εναγόμενο αδελφό της. 7) Την 28-11-2011 η διαθέτης μετέβη στην Γερμανία με τον εναγόμενο αδελφό της, όπου προέβη σε άνοιγμα λογαριασμού με το ποσό των 10.000 ευρώ στην …………………… προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για την φαρμακευτική της αγωγή στον λογαριασμό αυτό όρισε ως μόνο συνδικαιούχο τον αδελφό της και όχι τον ενάγοντα σύζυγό της, παρόλο που ο τελευταίος γνώριζε τη γερμανική γλώσσα και είχε ζήσει για χρόνια στο Βερολίνο. 8) Από τα τέλη του 2009 που διαγνώσθηκε η ασθένειά της και άρχισε να υποβάλλεται σε θεραπευτική αγωγή (χειρουργικές επεμβάσεις, χημειοθεραπείες κλπ) η ίδια η διαθέτης, λόγω και της ιδιότητάς της ως ιατρού, είχε επίγνωση της σοβαρότητας της ασθένειας και της πιθανότητας θανάτου της λόγω κάποιας αιφνίδιας επιπλοκής και όμως δεν προέβη στην τροποποίηση ή ανάκληση της ανωτέρω διαθήκης της, της οποίας την ύπαρξη ουδόλως είχε λησμονήσει αφού την φύλασσε στη τραπεζική της θυρίδα, την οποία επισκέπτονταν συχνά για να πάρει κοσμήματα κλπ. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι πίστευε ότι η διαθήκη ήταν ανίσχυρη λόγω του επιγενόμενου γάμου της με τον ενάγοντα, διότι σε αυτήν την περίπτωση δεν θα τη φύλασσε, πολύ δε περισσότερο σε τραπεζική θυρίδα, της οποίας το ένα κλειδί το είχε δώσει ως συνδικαιούχο στον εναγόμενο αδελφό της και μάλιστα μετά τη διάγνωση της ασθένειας και 9) Η θανούσα με τον εναγόμενο αδελφό της πέρα από σχέση αδελφικής αγάπης, συνδέονταν και με σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών της στοιχείων. Επομένως η θανούσα, ακόμη και αν συνέτασσε την επίδικη διαθήκη μετά το γάμο της με τον ενάγοντα, και πάλι θα καθόριζε η περιουσία της να περιέλθει στον εναγόμενο αδελφό της και κατ’ επέκταση στα ανίψια της και όχι στον ενάγοντα σύζυγό της και κατ’ επέκταση στην κόρη του, με την οποία ουδεμία σχέση διατηρούσε. Εξάλλου ο ενάγων ήταν συνταξιούχος , είχε δικά του εισοδήματα και δεν είχε ανάγκη της «μετά θάνατον υποστήριξης» της θανούσης. Κατ’ ακολουθίαν κρίνεται απορριπτέα η κύρια βάση της αγωγής, γενομένης δεκτής της ένστασης του άρθρου 1786 εδ. β του ΑΚ, που προέβαλε και πρωτοδίκως ο εναγόμενος. Στο αυτό συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλούμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και θα πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η έφεση κατ΄ουσίαν…».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο), Τόμος ΣΤ΄, Ημίτομος Α΄, Κληρονομικό Δίκαιο, Άρθρα 1710-1870, Αθήνα 2009, σελ. 311 επ. (υπό άρθρο 1786).

[2] Βλ. ενδεικτικά ΠΠΑ 8356/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1014/72 ΝοΒ 21, σελ. 592, ΑΠ 26/1967, ΝοΒ 15, σελ. 649, ΑΠ 115/1960, ΝοΒ 8, σελ. 716, ΑΠ 537/1960, ΝοΒ 9, σελ. 325, ΑΠ 327/1971, ΝοΒ 19, σελ. 977, ΑΠ 460/1972, ΝοΒ 20, σελ. 1284.  Βλ. όμως αντίθετα ΑΠ 1129/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΟλΑΠ 1014/72 ΝοΒ 21, σελ. 592, ΑΠ 1129/2013, ΑΠ 1095/2007, ΕφΑθ 1756/2007, ΑΠ 376/2004, ΕφΑθ 4804/1995, ΑΠ 3217/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδη, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδ. 2010, σελ. 267-270.

[4] Βλ. ΑΠ 1585/1990, Δνη 33, σελ. 136, ΑΠ 460/1972, ΝοΒ 20, σελ. 1284.

[5] Βλ. ΑΠ 1361/1979, ΝοΒ 28, σελ. 768.

[6] Βλ. ΑΠ 415/2009, ΕφΑθ 4804/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2894/1983, Αρμ 38, σελ. 884.

[7] Βλ. ΑΠ 415/2009, ΕφΑθ 1756/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 376/2004 ΕλλΔνη 46, σελ. 1700, ΑΠ 1078/1976, ΝοΒ 25, σελ. 515, ΑΠ 115/1960, ΝοΒ 8, σελ. 716.

[8] Βλ. ΕφΑθ 7/2016, ΝοΒ 2016, σελ. 2228 επ. με παρατ. Β. Α. Περάκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί