Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναγραφή ιδιότητας μέλους συμβαλλόμενης σε Σ.Σ.Ε. συνδικαλιστικής οργάνωσης ως στοιχείο ορισμένου της αγωγής μισθωτού για διεκδίκηση νομίμων αποδοχών του

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 483/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης[1] κρίθηκε ότι για το ορισμένο του δικογράφου αγωγής μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση νομίμων αποδοχών του, δεν απαιτείται η αναγραφή των εφαρμοστέων Σ.Σ.Ε.. Δεδομένου, όμως, ότι η Σ.Σ.Ε. ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει – εκτός εάν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του οικείου κλάδου – στην περίπτωση που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, τότε η ιδιότητα του μέλους των ανωτέρω συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο, αλλά εάν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει σχετικώς την ιδιότητά του αυτή, τότε ο ενάγων εργαζόμενος υποχρεούται, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του (224 εδ. β΄ ΚΠολΔ), να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι αμφότεροι είναι μέλη των οικείων οργανώσεων.

Κατά τα διαλαμβανόμενα στο κείμενο της εν λόγω απόφασης, «Από την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποίαν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά την σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ’ αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημοσίας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και, συνεπώς, οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για τον λόγο αυτόν δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποίαν ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ του Κ.Πολ.Δ., τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίον αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ιδίου ως άνω Ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, επομένως και οι εξομοιούμενες με αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόμου, διαιτητικές αποφάσεις, δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες, που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικώς και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόμου. Κατά δε την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου «Με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Ειδικότερα, η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10», κατά την οποία «Κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας». Ακόμη, κατά την διάταξη της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 11, «Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωσή των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της». Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν των προσώπων αυτών και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων, που μετείχαν στη σύναψή τους. Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και η αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και στην περίπτωση κατά την οποίαν υπάρχει αίτηση, από την χρονολογία υποβολής της. Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόμενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύμβαση εργασίας ταυτίζεται με τον χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει, όμως, όχι από τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής αλλά από τον χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νομική ισχύ. Ακόμη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρμόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από την χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Περαιτέρω, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι «Η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση», για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε. Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από αυτές και, συνακολούθως, στοιχείο που απαιτείται για την θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικώς στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτήν, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικώς την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν την Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδάφ. β` του Κ.Πολ.Δ. και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

            Ειδικότερα, στην κλαδική ΣΣΕ της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας του έτους 2009 συμμετείχε η «……..)», η οποία είναι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Οι ΣΣΕ που συνάπτουν δευτεροβάθμιες οργανώσεις (ομοσπονδίες) δεσμεύουν τα μέλη των σωματείων – μελών (ΑΠ 691/81, ΔΕΝ 1981, 840). Εργαζόμενοι που δεν είναι μέλη των συμβαλλομένων οργανώσεων δεν δεσμεύονται από τη ΣΣΕ και, κατά συνέπεια, δεν δικαιούνται τις παροχές της ΣΣΕ, έστω και αν εργάζονται στον ίδιο εργοδότη και υπό τις αυτές συνθήκες (ΑΠ 2057/90 ΔΕΝ 1992, 139. Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2007, σελ. 463). Ήτοι η δέσμευση από ΣΣΕ ή ΔΑ δεν δύναται να προκύψει κατ` εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

[…] Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 14 παρ. 2 και 664 του ΚΠολΔ) με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 του ΚπολΔ, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και τούτο, διότι οι ενάγοντες που θέτουν ως βάση των μισθολογικών τους αξιώσεων συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο ότι οι ίδιοι και ο εναγόμενος εργοδότης τους τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν τη ΣΣΕ αυτή, πλην όμως εάν ο τελευταίος προβάλει σχετική ειδική αμφισβήτηση, υποχρεούνται, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις τους, να επικαλεσθούν (και να αποδείξουν) το στοιχείο αυτό (βλ. ΑΠ 176/2001 ΕΕργΔ 2002, 728, ΕφΘεσ 1042/2008 Αρμ 2008, 1074, ΕφΘεσ 1067/2002 Αρμ 2003, 976, ΕφΑΘ 8042/2002 ΕλλΔνη 2004, 544). Εν προκειμένω δε, παρότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την ένσταση μη δέσμευσης (μη εφαρμογής) από την 08/04/2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της Χώρας για τα επίδικα έτη 2011 και 2012, καθ` όσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ήταν μέλη της συμβληθείσας εργατικής οργάνωσης ούτε επιστηρίζουν την αγωγή τους σε ειδική συμφωνία (κατ’ άρθρο 361 ΑΚ) περί εφαρμογής της ανωτέρω ΚΣΣΕ (βλ. εις προτάσεις και ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά), η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική (βλ. υπ’ αριθμ. 212/2012 απόφαση του ΣτΕ ΔΕΝ 2013, σελ. 305 επ.), επικαλούμενη ότι ούτε η ίδια ούτε οι ενάγοντες ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών, αντιστοίχως, συνδικαλιστικών οργανώσεων, εν τούτοις οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της κρινόμενης αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118 αριθμ. 4 και 224 του ΚΠολΔ ούτε βεβαίως απέδειξαν τα παραπάνω στοιχεία. […]

Συνεπώς, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της, ως απαράδεκτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως […]».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 483/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, καθώς και ΕφΘεσσ 219/2016, ΕφΠειρ 527/2015, ΕφΘεσσ 592/2015, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2013, ΑΠ 1561/2011, ΕφΛαμ 100/2011, ΑΠ 311/2010, ΑΠ 1072/2010, ΜΠΑ 13/2010, ΑΠ 74/2009, ΕφΘεσσ 1042/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 376/2006, ΕΕργΔ 2006, σελ. 808, ΑΠ 425/2004, ΕλλΔνη 2006, σελ. 145, ΑΠ 1351/2001, ΕλλΔνη 2003, σελ. 753.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί