Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ανάκληση δωρεάς ακινήτου κατά το άρθρο 505 ΑΚ – Αναμεταβίβαση κυριότητας από το δωρεοδόχο στο δωρητή (βλ. ΕφΑθ 298/2008, δημ. ΕλλΔνη 2008, 847=ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία νοείται βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου που συνιστά παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων για ηθική και ευπρέπεια, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα (ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 1982/2006, ΕλλΔνη 48, 458, ΑΠ 1707/2005, ΧρΙΔ 6, 312, ΑΠ 1669/2005, ΝοΒ 54, 410, ΑΠ 1384/2004, ΕλλΔνη 46, 1430 και ΧρΙΔ 6, 326).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 § 1 του ίδιου Κώδικα, η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη (ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο) σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, κατά συνέπεια και με αγωγή. Η δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 1025/1998, ΕλλΔνη 39, 1565, ΑΠ 840/1994, ΕλλΔνη 37, 100, ΑΠ 530/1991, ΕλλΔνη 33, 84, ΕφΑθ 7893/2006, ΕλλΔνη 48, 549, ΕφΑθ 3386/2003, ΕλλΔνη 46, 854, ΕφΑθ 9815/2002, ΕλλΔνη 45, 209, ΕφΑθ 4778/1998, ΕλλΔνη 39, 1360, ΕφΑθ 9719/1997, ΕλλΔνη 39, 1359, ΕφΠειρ 283/1998, ΕλλΔνη 39, 899, Εφθεσ 1342/2001, Αρμ 56, 1458).

Με την αγωγή αναγνώρισης της ανάκλησης μπορεί να σωρευτεί και αίτημα για αναζήτηση του δωρηθέντος. Η αγωγή αυτή είναι ενοχική και όχι εμπράγματη. Ο δωρητής δικαιούται ενοχικά σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος. Ο τρόπος της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε σ’ αυτό ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά την ανάκληση της δωρεάς, γίνεται με καταδίκη του δωρεοδόχου σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής. Η απόδοση, όμως, της νομής και κατοχής του πράγματος, δεν προϋποθέτει καταδίκη σε δήλωση βούλησης και μπορεί να γίνει με αγωγή απόδοσης του πράγματος που κατέχεται χωρίς αιτία μετά την ανάκληση, αφού και η κυριότητα είναι αποδοτέα, μετά την εν λόγω ανάκληση, διότι στερείται πλέον νόμιμης αιτίας, έτσι ώστε να μη δικαιολογεί τη διατήρηση των ωφελημάτων απ’ αυτή. Με άλλα λόγια, είναι δυνατή η άσκηση, από μέρους του δωρητή κατά του δωρεοδόχου, και καταψηφιστικής αγωγής με νομική βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 904 επ., 509 ΑΚ) και αίτημα την καταδίκη του σε επιστροφή του αντικειμένου της δωρεάς, λόγω ανάκλησης της τελευταίας (αποτέλεσμα της οποίας είναι η αυτοδίκαιη ανατροπή της ενοχικής σύμβασης της δωρεάς για το μέλλον – ex nunc – και, συνακόλουθα, η γένεση της αξίωσης του δωρητή προς επιστροφή του αντικειμένου της δωρεάς κατ’ άρθ. 904 επ. ΑΚ), οπότε το ζήτημα της συνδρομής ή μη του ανακλητικού λόγου θα αποτελέσει προδικαστικό ζήτημα στη σχετική δίκη (ΑΠ 904/2002, ΕλλΔνη 44,1346, ΑΠ 840/1994, ΕφΑθ 7893/2006, ΕφΑθ 3386/2003, ΕφΑθ 4778/1998, ΕφΑθ 9719/1997, ΕφΠειρ 283/1998, Εφθεσ 1342/2001, οπ. π.)

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 και 908 του ΑΚ που ορίζουν, η μεν πρώτη ότι “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη”, η δε δεύτερη ότι “ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε, καθώς και οτιδήποτε απόκτησε από το πράγμα”, προκύπτει ότι η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου αποκτήθηκε. Η ευθύνη του λήπτη περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση αυτού να αποδώσει αυτούσιο – “in nature” – το αδικαιολογήτως ληφθέν πράγμα και ως τέτοιο νοείται διασταλτικά κάθε αδικαιολογήτως ληφθέν αντικείμενο, ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Δηλαδή η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, εφόσον σώζονται αυτούσια στο λήπτη, έστω και αν πρόκειται για χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο λήπτης δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτούσια απόδοση του ληφθέντος, είτε λόγω της φύσης του ληφθέντος αντικειμένου (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες, ωφελήματα από τη χρήση πράγματος κλπ), είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση του ληφθέντος, με την οποία όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε εξ ιδίων, περίπτωση του άρθ. 1063 ΑΚ, κ.α.), ο λήπτης είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αξία του ληφθέντος αντικειμένου.

Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται μεν με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των προπαρατιθέμενων διατάξεων. Έτσι, αν τα δοθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία ο λήπτης αγόρασε κάποιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε και υποκατέστησε κατ’ αυτό τον τρόπο τα ληφθέντα χρήματα, ενόψει του ότι τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 908 εδαφ. α` ΑΚ, το οποίο και είναι υποχρεωμένος να αποδώσει (ΑΠ ολομ. 1773/1981, ΝοΒ 30, 1069).

Επομένως, σε περίπτωση που αντικείμενο δωρεάς είναι χρήματα, με τα οποία ο δωρεοδόχος αγόρασε, αποδεδειγμένα, πράγμα, κινητό ή ακίνητο, αν η δωρεά ανακληθεί μεταγενέστερα, λόγω αχαριστίας, νόμιμα, με δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, ο δωρητής δικαιούται να αναζητήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε. Αν δε το πράγμα αυτό είναι ακίνητο, ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει να του μεταβιβάσει ο δωρεοδόχος τούτο κατά κυριότητα. Σε περίπτωση άρνησης του τελευταίου, η μεταβίβαση επιτυγχάνεται με καταδίκη αυτού σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής, κατ’ άρθ. 949 ΚΠολΔ και 1192 αριθ. 4, 1198 ΑΚ (ΕφΑΘ 7893/2006 ο.π.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 ΑΚ, ανάκληση αποκλείεται… αν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα της ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας υποβάλλεται σε αποκλειστική προθεσμία (άρθ. 279 επ. ΑΚ) ενός έτους, η οποία και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατ’ άρθ. 280 ΑΚ. Η πιο πάνω ετήσια αποκλειστική προθεσμία αποβλέπει στην άρση της αβεβαιότητας σχετικά με την ανάκληση της δωρεάς και στην παγίωση του αισθήματος ασφάλειας των συναλλαγών. Η προθεσμία αυτή (που ισχύει για όλους τους λόγους ανάκλησης – βλ. πάντως, και άρθ. 508 ΑΚ) αρχίζει, αφότου ο δικαιούχος μάθει θετικά το λόγο της ανάκλησης (ή τη διάπραξη του τελευταίου από τα παραπτώματα που τον στοιχειοθετούν). Σε περίπτωση εξακολουθητικών περιστατικών αχαριστίας, η προθεσμία αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος. Πάντως, αν η ανάκληση έγινε μετά τη συμπλήρωση έτους από την αρχική διάπραξη παραπτώματος αχαριστίας, πρέπει να γίνεται μνεία στην αγωγή ότι η υπαίτια αντικοινωνική συμπεριφορά του δωρεοδόχου που συνιστά αχαριστία συνεχίστηκε μέχρι χρονικού σημείου που δεν απέχει πέραν του έτους από την ανάκληση (βλ. γι’ αυτά, ΑΠ 982/2004, ΕλλΔνη 45, 1381, ΑΠ 1043/2000, ΝοΒ 49, 1451=ΕλλΔνη 42, 402, ΑΠ 1470/1998, ΕλλΔνη 40, 1325, ΑΠ 708/1994, ΕλλΔνη 36, 840, ΑΠ 530/1991, ΕλλΔνη 33, 84, ΑΠ 672/1988, ΕλλΔνη 30, 757, ΑΠ 636/1980, ΝοΒ 28, 1987, Καράκωστας σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθ. 510, αριθ. 3, Δεληγιάννης-Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 1ος, εκδ. 1992, παρ. 21. 3, σελ. 62-63, Π. Κορνηλάκης Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 1ος, εκδ. 2002, παρ. 11.3, II, σελ. 62-63, Απ Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τόμος 1ος εκδ. 2004, παρ. 20, ίν. 3, αριθ. 17 και 18, σελ. 289, Καυκάς, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τόμος 1ος, εκδ. 5η, άρθ. 510, παρ. 4, σελ. 54).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί