Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναστολή της παραγραφής των εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος ανηλίκων (άρ. 113 παρ. 6 ΠΚ)

Η ανηλικότητα του θύματος δεν συνιστά λόγο διακωλυτικό της έναρξης ή της εξακολούθησης της ποινικής δίωξης για το επ’ αυτού τελεσθέν αδίκημα. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αναστολής της παραγραφής του περί ου ο λόγος εγκλήματος δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 113 ΠΚ.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ), η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του Ν. 3625/2007 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4267/2014 προς τον σκοπό της εναρμόνισης με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/93/ΕΕ, η προθεσμία παραγραφής των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 323Α (Εμπορία ανθρώπων), 324 (Αρπαγή ανηλίκων), 336 (Βιασμός), 338 (Κατάχρηση σε ασέλγεια), 339 (Αποπλάνηση παιδιών), 342 (Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια), 343 (Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας), 345 (Αιμομιξία), 346 (Ασέλγεια μεταξύ συγγενών), 347 (Ασέλγεια παρά φύση), 348 (Διευκόλυνση ακολασίας άλλων), 348Α (Πορνογραφία ανηλίκων), 348Β (Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους), 348Γ (Πορνογραφικές παραστάσεις ανηλίκων), 349 (Μαστροπεία), 351 (Σωματεμπορία) και 351Α (Ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής) του ΠΚ, όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων,[1] αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος και για ένα έτος μετά, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα, ή για τρία έτη μετά, εφόσον πρόκειται για κακούργημα. Η κατά τα ανωτέρω αναστολή παραγραφής, δηλαδή, αφορά συγκεκριμένα στις περιπτώσεις των εγκλημάτων που (α) στρέφονται κατά ανηλίκων και (β) περιέχονται στον κατάλογο των περιοριστικώς απαριθμούμενων πράξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 113 ΠΚ.

Η μόλις ρηθείσα διάταξη σκοπό έχει την προσφορά αυξημένης προστασίας στα ανήλικα θύματα των προαναφερθέντων εγκλημάτων, τα οποία (ενν. ανήλικα θύματα), ένεκα της ιδιαιτερότητας που ενέχει η ελλιπής ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, ενδέχεται να διστάσουν να προβούν σε καταγγελία της σε βάρους τους διαπραχθείσας ή διαπραττόμενης πράξης, ειδικά όταν πρόκειται περί αδικημάτων που άπτονται της γενετήσιας ζωής, λόγω φόβου, ντροπής, οικονομικής ή άλλης εξάρτησής τους από τον δράστη κ.ά. Έτσι, ο νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να αναστέλλεται, στις υπό συζήτηση περιπτώσεις, η έναρξη της παραγραφής του εγκλήματος. Τούτο το τελευταίο αξίζει να επαναληφθεί, προς περαιτέρω διασαφήνισή του: Μέχρι το χρονικό σημείο που περιγράφεται στην παρ. 6 του άρθρου 113 ΠΚ αναστέλλεται η  έναρξη της παραγραφής, όχι η συμπλήρωσή της!

Τα προλεχθέντα ισχύουν, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει λάβει χώρα καταγγελία του αδικήματος, είτε από το ίδιο το ανήλικο θύμα είτε από άλλο πρόσωπο, μέχρι τη συμπλήρωση του προμνημονευθέντος χρονικού ορίου που προβλέπεται για την αναστολή της παραγραφής στη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 113 ΠΚ![2] Τούτο, διότι, με τη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης αποβλέπει – ως προεννοήθη – στην αποτροπή της παραγραφής εγκλημάτων με θύματα ανηλίκους, τα οποία (ενν. εγκλήματα) είναι κατά τεκμήριο δυσχερές να καταγγελθούν από τους ίδιους τους ανηλίκους. Επομένως, άπαξ και δοθεί στις διωκτικές αρχές – από οποιοδήποτε πρόσωπο – η δικονομική αφορμή για την ποινική δίωξη του δράστη ενός εγκλήματος στρεφόμενου κατά ανηλίκου, ο δικαιολογητικός λόγος της αναστολής της παραγραφής που διαλαμβάνεται στην παρ. 6 του άρθρου 113 ΠΚ παύει να υφίσταται. Εν τοιαύτη περιπτώσει, από την ημέρα της καταγγελίας της πράξεως διακόπτεται η αναστολή της παραγραφής της και ξεκινά η διαδρομή του προβλεπόμενου χρόνου παραγραφής, εφόσον βέβαια δεν τίθεται άλλο ζήτημα αναστολής, όπως π.χ. αναστολής επιδικίας βάσει της παρ. 2 του άρθρου 113 ΠΚ. Όπως σημειώνει ο Θωμάς Σάμιος στις παρατηρήσεις του επί της σχετικής με το συζητούμενο θέμα υπ’ αριθ. 1814/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, «άπαξ και εχώρησε καταγγελία της πράξης, παύει η αναστολή της παραγραφής βάσει της παραγράφου 6, η οποία δεν μπορεί ποτέ να συνεχιστεί (δυνάμει της παραγράφου αυτής), ανεξαρτήτως του αν θα εξαντληθεί το (βραχύτερο) ανώτατο χρονικό όριο αναστολής της παραγραφής που προβλέπεται (στο άρθρο 113 παρ. 3 ΠΚ) για την αναστολή λόγω νομικής αδυναμίας έναρξης ή εξακολούθησης της παραγραφής (άρθρο 113 παρ. 1 ΠΚ) και την αναστολή επιδικίας (άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ)».[3]

Εν κατακλείδι, πρέπει να προσεχθεί ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 113 ΠΚ συνιστά διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου, όπως επιβεβαίωσε και η προρρηθείσα ΑΠ 1814/2016. Ως διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου που είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο, δε, εφαρμόζεται επί πράξεων τελεσθεισών από τις 24.12.2007 και μετά, αφού η 24η.12.2007 είναι η ημερομηνία έναρξης της ισχύος της περί ης πρόκειται διάταξης.[4]

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Κατά το άρθρο 121 ΠΚ, με τον όρο «ανήλικοι» νοούνται αυτοί που, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του όγδοου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων.

[2] Βλ. και Καϊάφα-Γκμπάντι σε Καϊάφα-Γκμπάντι / Μπιτζιλέκη / Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 2016, σελ. 311.

[3] Βλ. παρατηρήσεις Θ. Σάμιου επί της ΑΠ 1814/2016 σε ΠοινΧρ ΞΖ/2017, σελ. 598-600.

[4] Βλ. παρ. 2 άρθρου δεύτερου και άρθρο ένατο Ν. 3626/2007 (ΦΕΚ Α΄ 290/24.12.2007).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί