Αναστολή της προθεσμίας απόσβεσης του δικαιώματος προσβολής της πατρότητας
Το άρθρο 1470 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι «Η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται: 1. για το σύζυγο της μητέρας, όταν περάσει ένα έτος αφότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό∙ 2. για τον πατέρα ή τη μητέρα του συζύγου, όταν περάσει ένα έτος αφότου έμαθαν το θάνατο του τελευταίου και τη γέννηση του τέκνου∙ 3. για το τέκνο, όταν περάσει ένα έτος από την ενηλικίωσή του∙ 4. για τη μητέρα, όταν περάσει ένα έτος από τον τοκετό ή, εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά τη διάρκεια του γάμου, έξι μήνες αφότου λύθηκε ή ακυρώθηκε ο γάμος με το σύζυγό της∙ 5. για τον άνδρα που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, δύο χρόνια από τον τοκετό».
Με την αποσβεστική προθεσμία (όπως είναι και οι προβλεπόμενες στην ανωτέρω διάταξη) ο νομοθέτης επιδιώκει, γενικά, την άρση μιας εκκρεμότητας στις βιοτικές σχέσεις των ανθρώπων και προσπαθεί να περιορίσει τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ώστε αυτή να μη συντελεί στην επίταση της προϋπάρχουσας εκκρεμότητας[1]. Κατά τούτο, προβλέπεται από το νόμο ορισμένη προθεσμία, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας αίρεται η εκκρεμότητα με την απόσβεση του δικαιώματος και την οριστική σταθεροποίηση της υπάρχουσας έννομης κατάστασης. Συνεπώς, στην αποσβεστική προθεσμία παρατηρείται μία αυστηρότητα, η οποία επιβάλλεται: α) από την έκταση της προκαλούμενης αβεβαιότητας, η οποία είναι άσχετη με την αδράνεια του δικαιούχου και υπάρχει χωρίς αυτή, β) από το χρόνο που γεννιέται η αβεβαιότητα, γ) γιατί το συμφέρον που προστατεύεται στις σχετικές περιπτώσεις, στηρίζεται όχι σε μία κατάσταση πραγμάτων, που διατηρείται για ορισμένο χρόνο, αλλά σε δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις , που ισχύουν από το νόμο ή τη δικαιοπρακτική βούληση και δ) γιατί ο νομοθέτης ή οι δικαιοπρακτούντες τάσσουν θεληματικά αποσβεστική προθεσμία επιδιώκοντας τη γρήγορη και με δραστικό τρόπο εκκαθάριση μιας αβεβαιότητας ή τον άμεσο εξαναγκασμό του δικαιούχου να επισπεύσει τη σχετική ενέργεια ή πράξη άσκησης του δικαιώματος.
Όμως, η αποσβεστική προθεσμία αποτελεί δραστικό μέσο και ως τέτοιο προκαλεί έννομη μεταβολή. Διακρίνοντας ο νομοθέτης τον απόλυτο και άκαμπτο χαρακτήρα της αποσβεστικής προθεσμίας και τα άδικα αποτελέσματα, στα οποία αυτός οδηγούσε, διατύπωσε στο άρθρο 279 ΑΚ τη γενική αρχή ότι στις αποσβεστικές προθεσμίες εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή. Έτσι, κατά το γράμμα του άρθρου 279 ΑΚ, «Στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή». Κατά λογική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αναλογικής από το Δικαστή εφαρμογής, θα εφαρμοστούν εκείνες οι διατάξεις, που συμβιβάζονται με το σκοπό, τη φύση και την έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας. Ως συμβιβασμένες με την έννοια και το σκοπό της αποσβεστικής προθεσμίας διατάξεις θεωρούνται κύρια αυτές που αναφέρονται στην αναστολή και στη διακοπή της παραγραφής (άρθρα 255 και 260 επ. ΑΚ). Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας, εφόσον οι περί αναστολής διατάξεις συμβιβάζονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη φύση και το σκοπό που επιδιώκει η αποσβεστική προθεσμία, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις[2].
Ενόψει των ανωτέρω, η νομολογία έχει κάνει δεκτή τη λύση της επέκτασης της προθεσμίας σύμφωνα με τις διατάξεις για την αναστολή[3], αρχικά σε σχέση με την αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας[4], και ακολούθως και ως προς την αγωγή προσβολής της πατρότητας[5], με αποτέλεσμα να είναι δυνατή, στις περιπτώσεις αυτές, η προβολή της αντένστασης περί αναστολής της παραγραφής (255 και 279 ΑΚ)[6].
Έτσι, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 255 ΑΚ, «Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση». Κατά τις συναφείς παραδοχές της υπ’ αριθμ. 847/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών[7], «…από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 255, 257 και 279 του ΑΚ, συνάγεται σαφώς ότι και η αποσβεστική προθεσμία, όπως και η παραγραφή των αξιώσεων, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος είτε εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας είτε αποτράπηκε με δόλο του υπόχρεου να ασκήσει το δικαίωμα, ο δε λόγος της ανώτερης βίας ή του δόλου του υπόχρεου και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να συμπίπτει με το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας. Η έννοια της ανώτερης βίας είναι και για την προκειμένη περίπτωση η γενικώς παραδεκτή, δηλαδή ανώτερη βία αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως (ΑΠ 917/84). Εξάλλου, η νομοθετική πρόβλεψη της αναστολής, για δόλο του υπόχρεου, αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου κατά την οποία δεν είναι ανεκτός ο δόλος στις συναλλακτικές σχέσεις και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η επίτευξη της παρόδου του χρόνου με παρελκυστικές συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις και γενικά συμπεριφορά που έχει σκοπό την απραξία του δικαιούχου μέχρι να συμπληρωθεί η παραγραφή ή η προθεσμία (Μπαλής: ΓενΑρχ, § 152, Τούσης: ΓενΑρχ, § 166 σημ. 4 όπου και άλλες παραπομπές). Τέλος, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της προθεσμίας λόγω ανωτέρας βίας ή δόλου του υπόχρεου συνιστά καταχρηστική ένσταση (Κονδύλη: Το δεδικασμένον κατά τον ΚΠολΔ, σελ. 281, σημ. 15) και μπορεί να προβληθεί ως αντένσταση κατά της προτεινομένης (και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης – άρθρο 280 ΑΚ) ένστασης περί συμπλήρωσης της προθεσμίας, η οποία αντένσταση για να είναι πλήρης πρέπει να περιέχει τον χρόνο της ανώτερης βίας ή της δόλιας ενέργειας, ώστε να προκύπτει αν αυτή έγινε πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου και διήρκεσε μέχρι και το τελευταίο εξάμηνο πριν από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 819/84 ΝοΒ 33.612, ΑΠ 670/87 Β΄ Συμπλήρωμα Βασικής Νομολογίας, σελ. 586, ΕφΑΘ 3566/1997 ΕλΔ 39.1680, ΕφΠειρ 459/1992 ΕλΔ 1995.411, ΑΠ 603/1981 ΝοΒ 30.223, ΕφΑΘ 8704/1978 ΝοΒ 1979.801, Κων. Παπαδόπουλο: Αγωγές Οικογενειακού δικαίου, έκδ. 2001, σελ. 634 επ., Βασ. Βαθρακοκοίλη: ΕρΝομΑΚ, Τ. Δ΄ σε 615, 616, 617 όπου και παραπομπές σε συγγραφείς και νομολογία)».
Όσον αφορά, ειδικότερα, στις περιπτώσεις όπου η αντένσταση ερείδεται σε δόλια παρεμπόδιση, γίνεται δεκτό ότι δόλος υπάρχει όταν διενεργούνται πράξεις με στόχο την παρέλευση του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας. Τέτοιου είδους ενέργειες μπορεί να είναι παρελκυστικές συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις που κατατείνουν στο να μείνει άπρακτος ο δικαιούχος έως τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας. Δόλος συντρέχει και σε καταστάσεις όπου ο υπόχρεος αποτρέπει το δικαιούχο προς άσκηση της αγωγής, παρέχοντάς του ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι οι αόριστες πληροφορίες που περιήλθαν εις γνώση του ως προς τη γέννηση του παιδιού, ήταν ανακριβείς και συκοφαντικές[8]. Άλλη συμπεριφορά που έχει αξιολογηθεί ως δόλια είναι εκείνη της μητέρας και του άνδρα που είχε σαρκική επαφή με αυτήν, με την οποία διαβεβαιώνουν τους γονείς του αποθανόντος συζύγου και τεκμαιρόμενου πατέρα ότι θα προβούν στις αναγκαίες για την αναγνώριση του τέκνου ενέργειες, ότι έχουν διορίσει δικηγόρο προς το σκοπό αυτό, ειδικά μάλιστα όταν αυτές οι ενέργειες συνεπικουρούνται από τη συγκατοίκηση της μητέρας και του τέκνου με τον άνδρα αυτόν[9]. Σύστοιχα με τα ανωτέρω, εκρίθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 362/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης ότι[10] «…κατά τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. β’ ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλογικώς, κατ’ επιταγή του άρθρου 279 ΑΚ, και επί αποσβεστικών προθεσμιών (ΑΠ 430/2003 Δνη 44.1634), η παραγραφή αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωση του με δόλια συμπεριφορά του δικαιούχου. Η διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπεται νομοθετικά η αναστολή για δόλο του υπόχρεου, αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος στις συναλλακτικές σχέσεις δεν είναι ανεκτός. Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του φερόμενου δικαιώματος είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου στη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματος του και την παρέλευση άπρακτης της οριζόμενης προς τούτο παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 159/2011 ΧρΙΔ 2011. 669, ΕφΚρ 63/2011 Δνη 2012. 246). Τέλος, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της προθεσμίας λόγω δόλου του υπόχρεου μπορεί να προβληθεί μόνο από τον ίδιο (ΑΠ 1497/2008 Δνη 50.1343) ως αντένσταση κατά της προτεινόμενης (αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης) ενστάσεως περί συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία (αντένσταση) για να είναι πλήρης πρέπει να καθορίζει σε τι συνίσταται ο δόλος και ότι η δόλια ενέργεια έλαβε χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο προ της συμπληρώσεως του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και διήρκεσε μέχρι το τελευταίο εξάμηνο πριν από την άσκηση της αγωγής, αφού η αναστολή αυτή διαρκεί καθόλο το χρόνο της δόλιας αποτροπής (ΑΠ 715/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ με παρατηρήσεις της Κ. Παντελίδου, ΑΠ 670/1987 Β` Συμπλήρωμα Βασικής Νομολογίας σελ. 586, ΑΠ 819/1984 ΝοΒ 33.612, ΑΠ 603/1981 ΝοΒ 30.223, ΕφΑΘ 6559/2007 Δνη 49. 618, ΕφΑΘ 2825/2002 Δνη 2003.560). Βαρεία αμέλεια δεν αρκεί, ενώ τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής δεν επηρεάζει η διατήρηση της πλάνης του δικαιούχου, η ολιγωρία του ή η επιπολαιότητά του (ΕφΑΘ 6026/2001 Δνη 45.900)».
Για τις ανάγκες εφαρμογής της αναστολής που στηρίζεται σε ανωτέρα βία, αυτή εκλαμβάνεται με τη γενικά αποδεκτή της έννοια, ήτοι γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης[11]. Περίπτωση ανώτερης βίας θεωρείται και η διακοπή λειτουργίας των δικαστηρίων για εξαιρετικούς και απρόβλεπτους λόγους, όπως ένας σεισμός[12].
Ως ήδη ελέχθη, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της προθεσμίας μπορεί να προβληθεί μόνο από τον ίδιο[13] ως αντένσταση κατά της προτεινόμενης (και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης) ενστάσεως περί συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας. Για την πληρότητα της αντένστασης απαιτείται να προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα που συνιστούν ανώτερη βία ή δόλια πρακτική, με στόχο την αποτροπή άσκησης της αγωγής, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί η σύμπτωσή τους με το τελευταίο εξάμηνο πριν την άσκηση της αγωγής, καθώς και το ότι δε συνέβησαν μετά την πάροδο της προθεσμίας[14].
Αποτέλεσμα της αναστολής είναι ότι δεν υπολογίζεται στο χρόνο της αποσβεστικής προθεσμίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνέτρεξαν οι συνιστώσες ανωτέρα βία περιστάσεις ή τα γεγονότα και οι πράξεις που κατέτειναν δολίως στη μη άσκηση του δικαιώματος. Εάν επέλθει αναστολή λόγω δικαιοστασίου ή για άλλο λόγο ανωτέρας βίας (255 εδ. α΄ ΑΚ), ή ένεκα του ότι απετράπη με δόλιες ενέργειες η άσκηση της αγωγής περί προσβολής της πατρότητας (255 εδ. β΄ ΑΚ), η προθεσμία θα συμπληρωθεί με την πάροδο εξαμήνου από τη στιγμή που θα παύσει η αναστολή (257 εδ. β΄ ΑΚ)[15].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. ΠΠΑ 1094/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[2] Βλ. ΑΠ 1037/1974, ΝοΒ 23, σελ. 619, ΕφΚερκ 57/1969, ΑρχΝομ 21, σελ. 752, ΑΠ 630/1963, ΝοΒ 12, σελ. 333, Γ. Μαριδάκη, Διαζύγιον, σελ. 117-123, Κ. Σημαντήρα, Αι αποσβεστικοί προθεσμίαι του ιδιωτικού δικαίου, παρ. 86, σελ. 387, Φιλ. Τσετσέκου, Η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία, έκδ. 1991, σελ. 302 επ..
[3] Βλ. Ελ. Καστρήσιο, Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα, 1, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 1120-1123, καθώς και Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, Δ΄ Έκδοση, 2008, σελ. 132, Κ. Α. Παπαδόπουλο, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Τόμος Α΄, Αθήνα, 2001, σελ. 634-635, Γ. Δ. Παπαδημητρίου, Κατ’ άρθρον Ερμηνεία Νέων Διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου (Ν. 1329/83), τόμος Β΄, Αθήναι 1986, σελ. 378.
[4] Βλ. ενδεικτικά ΠΠΑ 2935/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2825/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ.557.
[5] Βλ. ΠΠΑ 1094/2013,ΕφΚρ 63/2011, ΕφΑθ 847/2010, ΕφΑθ 1098/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 715/2006, ΧρΙΔ 2006, σελ. 703 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[6] Βλ. ΕφΑθ 8704/1978, ΝοΒ 1979, σελ. 801.
[7] Βλ. ΕφΑθ 847/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[8] Βλ. ΕφΑθ 8704/1978, ΝοΒ 1979, σελ. 801.
[9] Βλ. ΑΠ 715/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[10] Βλ. ΕφΛαρ 362/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. και ΑΠ 159/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία απέρριψε την προβληθείσα αντένσταση αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας, διαλαμβάνοντας ότι «…η επικαλούμενη προς θεμελίωση της εν λόγω αντενστάσεως συμπεριφορά της τρίτης των αναιρεσίβλητων δεν συνιστά δόλια αποτροπή του δικαιούχου αναιρεσείοντος για την εμπρόθεσμη άσκηση του δικαιώματός του προσβολής της πατρότητας, αλλά πρόκειται για δηλώσεις αυτής προς διατύπωση ευθείας αρνήσεως των θεμελιωτικών του εν λόγω δικαιώματός του πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί παραπλανητική συμπεριφορά δυνάμενη με οποιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει σε απραξία του αναιρεσείοντος μέχρι συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας, που προϋποθέτει παραδοχή του δικαιώματος και αποτροπή στην άσκηση αυτού με δόλιες ενέργειες».
[11] Βλ. ΕφΔωδ 82/2006, ΔωδΝομ 2007, σελ. 88.
[12] Βλ. ΑΠ 629/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[13] Βλ. ΑΠ 1497/2008, ΕλλΔνη 50, σελ. 1343.
[14] Βλ. ΕφΑθ 2825/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 559 = ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 3566/1997, ΕλλΔνη 1998, σελ. 1680, ΕφΑθ 9428/1987, ΕλλΔνη 1988, σελ. 1426, ΑΠ 819/1984, ΝοΒ 1985, σελ. 612, ΑΠ 603/1981, ΝοΒ 1982, σελ. 223, ΑΠ 484/1966, ΝοΒ 1967, σελ. 327.
[15] Βλ. ΑΠ 715/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 809/2004, ΕλλΔνη 2004, σελ. 1672 = ΧρΙΔ 2004, σελ. 800.