Αντικειμενική σώρευση αγωγών – προϋποθέσεις
Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 του ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση) και υπάρχει, όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνο, εφόσον πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολό τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τυπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκαση τους δεν επιφέρει σύγχυση. Η -αντικειμενική- σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι’ αυτήν, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας. Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της § 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, όπως λ.χ. η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτήν περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προϊσχύσαν δίκαιο. Η απαγόρευση ειδικότερα, της ένωσης στο ίδιο δικόγραφο αντιφατικών αγωγών αφορά την περίπτωση κατά την οποία σωρεύονται παράλληλα στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές και όχι την περίπτωση όπου η μια από τις αγωγές ασκείται ως κυρία και οι άλλες ως επιβοηθητικές (βλ. ΑΠ 631/2006, ΧρΙΔ 2006. 719, ΑΠ 612/2002, ΝΟΜΟΣ). Υποστηρίζεται ωστόσο ότι η λύση του χωρισμού προσφέρεται μόνο όταν η αντιφατικότητα εντοπίζεται στα αγωγικά αιτήματα, ενώ η σύζευξη αντιφατικών ιστορικών βάσεων επισύρει την κύρωση του απαραδέκτου. Ωστόσο, του ελέγχου της αντιφατικότητας των σωρευομένων αγωγών προηγείται η έρευνά τους, από απόψεως παραδεκτού και νόμω βάσιμου (βλ. Κεραμέα/Κονδυλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, 2000, άρθρο 218, σημ. 8 – 9).
Τέλος, όσον αφορά ειδικά την προϋπόθεση της υπαγωγής των αντικειμενικά σωρευομένων αξιώσεων στο σύνολό τους, στο καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο εισάγονται, πρέπει να γίνεται η ακόλουθη διάκριση:
-Αν μεν αυτές αποτιμώνται σε χρήμα, τότε γίνεται συνυπολογισμός τους, ώστε να διαπιστωθεί εάν στο σύνολό τους υπάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο έχουν εισαχθεί.
-Αν δεν είναι εφικτή η χρηματική αποτίμηση κάποιας σωρευομένης αξιώσεως ή αυτή εμπίπτει στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τότε επιτρέπεται η σώρευση, αλλά εξετάζεται η αρμοδιότητα αυτοτελώς για κάθε αξίωση. Εφόσον για ορισμένη αξίωση εγκαθιδρύεται άλλη καθ` ύλην αρμοδιότητα, διατάσσεται ο χωρισμός της και εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 12666/1990, ΕλΔ 1991.1086 και ΕφΔωδ 92/1990, ΔωδΝομ 1995.95).
Εξάλλου, η ύπαρξη καθ’ ύλην αρμοδιότητος ως προς μία των σωρευόμενων αντικειμενικά αξιώσεων δεν καθιδρύει αρμοδιότητα για τις άλλες μη συναγόμενης διάφορης κρίσεως από τη διάταξη του άρθρου 47 ΚΠολΔ, αφού, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η οποία λειτουργεί μόνον ex post, λαμβανομένης σε συνδυασμό με το άρθρο 46 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο να παραβεί τις διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν την αρμοδιότητά του και να επιληφθεί υποθέσεων αρμοδιότητος Μονομελούς ή Ειρηνοδικείου, αλλά απλώς απαγορεύεται η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των σχετικών του αποφάσεων, χάριν οικονομίας της δίκης και προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω ταλαιπωρία των διαδίκων, με το να επαναρχίσουν το δικαστικό αγώνα (βλ ΕφΑθ 6197/2009, ΕλΔ 51.512, ΕφΑθ 922/2008, ΕΦΑΔ 50.196, ΕφΑθ 12666/1990, άπ, Νίκος σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, αρθρ. 48 αρ. 2, Β. Βαθρακοκοίλη, άρθ. 218 αρ. 6).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr