Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως η μετά πάροδον ικανού χρόνου αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθεισών, αλλά καλοπίστως εισπραχθεισών περιοδικών παροχών

Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Β. Χιώλος (Δ.Ν.) στο άρθρο του με τον τίτλο «Αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοικήσεως η μετά πάροδον ικανού χρόνου αναζήτηση αχρεωστήτως αλλά καλοπίστως εισπραχθεισών παροχών», το οποίο (ενν. άρθρο) δημοσιεύθηκε στο αποκαλούμενο «Δελτίον Εργατικής Νομοθεσίας» («Δ.Ε.Ν.») νομικό περιοδικό και δη στον τόμο 61/2005, στο τεύχος 1449 και στη σελίδα 665 αυτού, «όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά γενική αρχή, η μετά πάροδον ικανού χρόνου αναζήτηση αχρεωστήτως, πλην καλοπίστως καταβληθεισών περιοδικών παροχών, αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοικήσεως, λόγω των απρόβλεπτων δυσμενών οικονομικών συνεπειών, τις οποίες θα συνεπήγετο το μέτρο τούτο εις βάρος του λαβόντος αυτάς. Ειδικώτερα, όπως δέχεται το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο μετά πάροδον ικανού από της εισπράξεως χρόνου διοικητικός καταλογισμός αχρεωστήτως, πλην καλοπίστως, ληφθεισών συντάξεων και η δημιουργία απροβλέπτων, ιδίως για τους οικονομικώς ασθενέστερους, δυσχερειών, αντίκειται στις αρχές της χρηστής και ευρύθμου διοικήσεως. Η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων επιτρέπεται μόνον στην περίπτωση κατά την οποία ο εισπράξας τα εν λόγω ποσά τελούσε σε δόλο έναντι της Διοικήσεως. (…) Εξ άλλου, κατά διαμορφωθείσα νομολογιακή αρχή, εφαρμοζόμενη παγίως από το Ελεγκτικό Συνέδριο, καλοπίστως ληφθείσες συντάξεις, παρά τον νόμον, δεν πρέπει να αναζητούνται μετά πάροδον ικανού χρόνου, όταν η επιστροφή αυτών και τμηματικώς ακόμη (σε δόσεις) πρόκειται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα μέσα διατροφής και επιβιώσεως του λαβόντος και της οικογενείας αυτού (ΕΣ 387/88 Ι΄ Τμ.). (…) Υπό τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (…) ο διοικητικός καταλογισμός συντάξεων οι οποίες ελήφθησαν αχρεωστήτως, αλλά καλοπίστως, αντίκειται στις αρχές της χρηστής και ευρύθμου διοικήσεως, εφ’ όσον μετ’ εκτίμηση των στοιχείων της προσωπικής οικονομικής και οικογενειακής καταστάσεως του λαβόντος τις συντάξεις προκύπτει ότι η επιστροφή τούτων συνεπάγεται για τον λαβόντα αυτές και υπόχρεων προς επιστροφή απρόβλεπτες δυσμενείς οικονομικές συνέπειες, με άμεση δυσμενή επιρροή στα μέσα διαβιώσεώς του (…) (Ολ.ΕΣ 533/91, 359/88, 1619/87 κ.ά.). Τέλος, συμπερασματικά θα πρέπει να λεχθεί ότι ο καταλογισμός εις βάρος του υπαλλήλου ή συνταξιούχου χρηματικού ποσού που έλαβε αυτός αχρεωστήτως για αποδοχές ή συντάξεις αντίκειται στις αρχές στης χρηστής διοικήσεως εφ’ όσον: 1) γίνεται μετά πάροδον “μακρού χρόνου” (έστω και βραχύτερου του έτους), 2) αν ο συνταξιούχος έλαβε το καταλογιζόμενο ποσό καλοπίστως και 3) αν η απόδοση του εν λόγω ποσού δημιουργεί απρόβλεπτες γι’ αυτόν οικονομικές συνέπειες, οι οποίες δυνατόν να έχουν άμεση δυσμενή επιρροή στα μέσα διαβιώσεώς του».

Πράγματι, συμφώνως προς τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η αρχή της μη αναζήτησης των αχρεωστήτως καταθληθεισών, πλην όμως καλοπίστως εισπραχθεισών περιοδικών παροχών – όπως είναι οι συντάξεις και τα συναφή ποσά – κατόπιν εκτιμήσεως της παρέλευσης μακρού χρόνου από την καταβολή τους, της δεινής οικονομικής κατάστασης του λαβόντος τις παροχές αυτές κατά τον χρόνο επιβολής του σχετικού διοικητικού καταλογισμού και, τέλος, των δυσμενών συνεπειών που ενδέχεται να επιφέρει η τυχόν επιστροφή των ως άνω παροχών στις συνθήκες διαβίωσης του καταρχήν υποχρέου προς επιστροφή αυτών, εφαρμόζεται παγίως από τη νομολογία εδώ και δεκαετίες, ως πιστοποιείται πέραν πάσης αμφιβολίας από πληθώρα αποφάσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, οι ΔΠρΑθ 5503/1990, ΣτΕ 1450/1999, ΕΣ 994/2000, ΣτΕ 3926/2001, ΣτΕ 172/2002, ΣτΕ 2612/2006, ΣτΕ 130/2008, ΣτΕ 131/2008, ΔΕφΠειρ 759/2009, ΔΕφΑθ 1188/2009, ΣτΕ 3519/2009, ΣτΕ 590/2010, ΣτΕ 2070/2010, ΕΣ Α΄ ΚΛΙΜ-ΠΡΑΞΗ 5014/2012, ΔΕφΑθ 2103/2013, ΔΕφΑθ 3531/2013, ΔΕφΑθ 3569/2013, ΔΕφΑθ 4340/2013, ΔΕφΑθ 5199/2013, ΔΕφΑθ 5443/2013, ΔΕφΑθ 6013/2013, ΔΕφΑθ 21/2014, ΣτΕ 540/2014, ΣτΕ 1318/2014, ΔΠρΑθ 4554/2014, ΔΠρΠύργου 128/2015, ΕΣ ΤΜΗΜΑ Ι΄ 2645/2015, ΣτΕ 3699/2015, ΔΕφΑθ 3950/2015, ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΓΑ 15202/2017 και ΔΠρΑθ 22207/2017.

Εξάλλου, αναφορικά με το στοιχείο του δόλου του λαβόντος αχρεωστήστως καταβληθεισών περιοδικών παροχών ως προϋπόθεση της αναζήτησης των παροχών αυτών μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από της καταβολής τους, σημειωτέον ειδικότερα ότι, όπως ορθώς επισημαίνεται στην προμνημονευθείσα ΔΠρΑθ 5503/1990, μόνη η αντικειμενική διαπίστωση μιας εξωτερικής συμπεριφοράς, όπως η ελλιπής πληροφόρηση ενός ασφαλιστικού φορέα από μέρους ενός συνταξιούχου ή η υπό του τελευταίου εκφορά ανακριβούς δήλωσης ενώπιον του προλεχθέντος φορέα, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του κατ’ εξοχήν υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του εν λόγω συνταξιούχου, αφού το περί ου ο λόγος στοιχείο πρέπει να ανιχνεύεται μετά βεβαιότητος στις ενέργειες του προρρηθέντος προσώπου. Εν αμφιβολία περί τον εν θέματι δόλο, δε, ο συνταξιούχος πρέπει να λογίζεται ως καλής πίστεως!

Συναφώς, λεκτέον, επιπροσθέτως, ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, η συνδρομή του παράγοντος του δόλου, που αποτελεί τη νόμιμη βάση της αναζητήσεως, πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική καταλογιστική πράξη με ειδική αιτιολογία, άλλως η πράξη αυτή θα υπόκειται σε αναίρεση λόγω έλλειψης αιτιολογίας ή (λόγω) πλημμελούς αιτιολογίας.

Εν κατακλείδι, παρατηρητέον ότι καταλογιστική πράξη που περιορίζεται στην απλή μνεία νομικών διατάξεων και εγγράφων, δίχως να περιέχει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει η αιτία για την οποία έλαβε ο καθ’ ου η πράξη το καταλογιζόμενο σε βάρος του ποσό, δίχως δηλαδή να διαλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους φέρεται το ποσό τούτο ως παρά τον νόμο ληφθέν και αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν, στερείται της υπό του νόμου απαιτούμενης ειδικής και συγκεκριμένης αιτιολογίας κατά την πραγματική της βάση, η οποία (ενν. αιτιολογία) δεν αναπληρώνεται από άλλα, ευρισκόμενα στον φάκελο της οικείας υποθέσεως στοιχεία. Εξαιτίας, δε, της έλλειψης αυτής, η περί ης πρόκειται καταλογιστική πράξη τυγχάνει αόριστη και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως προς διακρίβωση της νομιμότητάς της, ως τέτοια δε αποβαίνει ακυρωτέα (βλ. ΕΣ Ι΄ ΤΜΗΜΑ 384/1992, Ολ.ΕΣ 1296/1990 κ.ά.).

Ανδρέας Ματσακάς

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί