Αποκλεισμός κληρονομικού δικαιώματος συζύγου κατά τη διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου – Αναδρομική ισχύς νόμου
Το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στον νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στον νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ. 2.
Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΑΠ Ολ 40/1998). Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον, η κατάργηση ή η απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (ΑΠ Ολ 6/2007).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 1193, 1195, 1198,1199, 1710 και ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, η κυριότητα όμως ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των κληρονομιαίων αντικειμένων αποκτάται από τον κληρονόμο αναδρομικώς από την ημέρα του θανάτου του κληρονομουμένου μόνο διά της μεταγραφής της αποδοχής κληρονομίας ή κληροδοσίας, η διά μεταγραφής του κληρονομητηρίου (ΑΠ Ολ 108/1978). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ «Το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί αποκλείονται, αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του».
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1441 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν 4055/12.3.2012, «Όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο, μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο). Για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο, πρέπει ο γάμος να έχει διαρκέσει τουλάχιστον έναν χρόνο πριν από την κατάθεση της αίτησης και η συμφωνία των συζύγων να δηλωθεί στο ακροατήριο, αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, σε δύο συνεδριάσεις που να απέχουν μεταξύ τους έξι τουλάχιστον μήνες […]. Εφόσον από την πρώτη συνεδρίαση πέρασαν δύο χρόνια, η δήλωση της συμφωνίας παύει να ισχύει», ενώ κατά την διάταξη του ίδιου άρθρου, μετά την αντικατάσταση του από τον ανωτέρω νόμο, «Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν τον γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτισή της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού […]», η διάταξη δε αυτή, κατά το άρθρο 110 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, έχει αναδρομική ισχύ, αφού τούτο ορίζει ότι: «Οι διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 εφαρμόζονται και για τις συζητηθείσες σε πρώτη συζήτηση αιτήσεις συναινετικών διαζυγίων».
Ο Άρειος Πάγος, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 1822 και 1441 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν 4055/12.3.2012, με την 432/1994 απόφασή του έχει κρίνει, ότι «ως λόγος διαζυγίου στην άνω διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ νοείται το προβλεπόμενο από τα άρθρα 1439 και 1440 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον Ν 1329/1983, διαπλαστικό δικαίωμα του ενός των συζύγων κατά του άλλου να επιφέρει τη λύση του γάμου τους με δικαστική απόφαση, ύστερα από άσκηση αγωγής, εκδικαζόμενης κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία, ανεξάρτητα από τη βούληση του εναγομένου.
Συνεπώς, η εκ μέρους των συζύγων υποβολή κοινής αιτήσεως για λύση του γάμου τους κατά το άρθρο 1441 ΑΚ δεν πληροί το πραγματικό της προπαρατεθείσας διάταξης, αφενός μεν γιατί δεν πρόκειται περί αγωγής, εκδικαζόμενης κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, αλλά περί αιτήσεως υπαγομένης στην εκούσια δικαιοδοσία, αφετέρου δε γιατί η αίτηση αυτή δεν θεμελιώνεται σε δικαίωμα δικαστικής διάπλασης, δηλαδή σε «λόγο διαζυγίου», αλλά σε απλά πραγματικά περιστατικά. Η αναλογική εφαρμογή του άνω άρθρου και στην περίπτωση συναινετικού διαζυγίου προϋποθέτει ότι έχει δημιουργηθεί στην εκούσια δικαιοδοσία, βάσει της υποβληθείσας κοινής αιτήσεως, δικονομική κατάσταση εξομοιούμενη με έγερση αγωγής διαζυγίου, το χαρακτηριστικό γνώρισμά της οποίας είναι ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (δηλαδή το διαζύγιο) θα επέλθει, εφόσον υπάρχει βάσιμος λόγος, ανεξάρτητα από τη βούληση του εναγομένου. Τέτοια όμως δικονομική κατάσταση δημιουργείται επί κοινής αιτήσεως για έκδοση συναινετικού διαζυγίου μόνο μετά και τη δεύτερη ενώπιον του δικαστηρίου δήλωση της συναίνεσης των συζύγων προς έκδοση διαζυγίου. Συνεπώς, μόνον αν ο θάνατος του ενός εξ αυτών επέλθει μετά τη δεύτερη αυτή δήλωση μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής το άρθρο 1822 ΑΚ και να αποκλείσει, βάσει αυτού, το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος» (βλ. και ΑΠ 597/2009 και ΑΠ 441/2004).
Περαιτέρω, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν 4055/12.3.2012 και κατά τη μεταβατική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 110 του νόμου αυτού που εφαρμόζεται και για τις συζητηθείσες σε πρώτη συζήτηση αιτήσεις συναινετικών διαζυγίων, για τη λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο δεν απαιτείται πλέον ως προϋπόθεση για την απαγγελία του διαζυγίου η εκ μέρους των συζύγων επανάληψη της συναίνεσής τους με δεύτερη κοινή δήλωσή τους, αλλά αρκεί ως προϋπόθεση η μία και μόνη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Υπάρχει, δηλαδή, πλέον λόγος διαζυγίου, όπως απαιτεί η ΑΚ 1822, η οποία, κατά τα άνω, εφαρμόζεται γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή κατ’ αναλογία. Η αναδρομική όμως λύση του γάμου δεν συνεπάγεται και την ανατροπή αποτελεσμάτων που επήλθαν μέχρι τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ανωτέρω νόμου και αφορούν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα, γιατί δεν προκύπτει τέτοια θέληση του νομοθέτη, ούτε τέτοια ρύθμιση, η οποία άλλωστε θα ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα, συμπορεύεται με τον επιδιωκόμενο σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος απέβλεψε με την αντικατάσταση του άρθρου 1441 ΑΚ και περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 του ως άνω νόμου στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, θεωρώντας ότι η δικαστική προστασία, όπως διαγράφεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τότε μόνο εκπληρώνει το σκοπό της, όταν απονέμεται σύντομα (βλ. Αιτιολογική έκθεση του Ν 4055/2012, ΑΠ Ολ 3/2016, δημ. ΕφΑΔ 2016, 594).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος