Απoκτήματα – Κατανομή του βάρους απόδειξης με βάση το μαχητό τεκμήριο συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου (βλ. ΜΠρΘεσσ 9674/2016, δημ. Αρμ 2017, 47= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αξίωσή του κάθε συζύγου για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου, η οποία είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, με αντικείμενο τη χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (βλ. σχετ. ολΑΠ 28/1996 ΕλλΔνη 1997,28), προϋποθέτει α) λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο, δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου και της συμβολής του δικαιούχου, ενώ τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει σε ό,τι ο υπόχρεος απέκτησε προσωποπαγώς (μισθούς, συντάξεις κ.λ.π.) και ε) μη επιλογή από τους συζύγους του συστήματος της κοινοκτημοσύνης.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα απαιτείται να γίνεται στο δικόγραφό της επίκληση των εξής στοιχείων, ήτοι 1) της λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, της συμπλήρωσής τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) της αύξησης της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) της συμβολής του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.
Πρέπει, δηλαδή, για το ορισμένο της αγωγής, να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά την παραπάνω διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου, θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του δικαιούχου, και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, η άξια της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Ειδικότερα, ως αύξηση, νοείται, όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση, δηλαδή, της αξίας τους, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Για το στοιχείο της αύξησης, δηλαδή, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία αυτών. Είναι αυτονόητο ότι αν δεν υπάρχει αρχική αφαιρετέα περιουσία, η αποτίμηση θα περιοριστεί στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτηθήκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς ανάγκη καθορισμού, επί αγοράς, του τιμήματος αυτής, ο οποίος είναι αλυσιτελής.
Απαιτείται, συνεπώς, να προσδιορίζεται στην αγωγή η περιουσία του υπόχρεου, εφόσον υπάρχει, και κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου με αναγωγή της αξίας της στο χρόνο άσκησης της αγωγής, ή να εκτίθεται σ’ αυτήν ότι δεν υπήρχε καθόλου περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου. Ο χρόνος της λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση, είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν και της αξίας αυτής.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμα και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ο υπόχρεος σύζυγος και, έτσι, εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν, χωρίς αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφότερων των συζύγων, ούτε, άλλωστε, του ύψους της συνεισφοράς του δικαιούχου συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ’ άρθρο 1389 ΑΚ, όπως, επίσης, δεν είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται το ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υπόχρεου ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά.
Σε περίπτωση δε απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, αρκεί, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιοριστεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρέωσης του συνεισφοράς του δικαιούχου συζύγου στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και στην επιβαλλόμενη από κοινού συνεισφορά στην αντιμετώπισή τους.
Εξάλλου, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό, μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου, συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησής της περιουσίας του εναγόμενου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δέκτη, εφόσον ό εναγόμενος δεν επικαλέστηκε ή εάν επικαλέστηκε και δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού είτε διότι ο δικαιούχος σύζυγος δεν μπορούσε είτε διότι δεν ήθελε να συμβάλει, ώστε η επαύξηση της περιουσίας του να οφείλεται μόνο σ’ αυτόν (βλ. σχετ. ΑΠ 1678/2015 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 825/2015 Α’ δημοσίευση NΟΜΟΣ ΑΠ 1059/2014 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 566/2014 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 671/2010 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος