Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αξίωση διαφυγόντων κερδών εκ μέρους του μισθωτή σε περίπτωση εμπορικής μίσθωσης

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992). Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010). Εξάλλου, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο διαχωρισμός μεταξύ του συμβατικού χρόνου και του χρόνου αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης (αρ. 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων), έχει σημασία και για την περίπτωση αποζημίωσης είτε του εκμισθωτή για πρόωρη λύση της μίσθωσης (ΑΚ 597) είτε του εκμισθωτή για μη εκτέλεση της σύμβασης μισθώσεως (577, 578, 335, 336, 343 ΑΚ) στις περιπτώσεις που παρακωλύθηκε στη χρήση του μισθίου ή του αφαιρέθηκε η χρήση αυτού αργότερα (584, 585 ΑΚ). Γιατί στις περιπτώσεις αυτές το δικαίωμα αποζημίωσης λειτουργεί μόνο στα πλαίσια της συμβατικής δέσμευσης και δεν καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που η μίσθωση, παρά τη δηλωθείσα αντίθετη βούληση των μερών, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, επειδή η διάρκειά της παρατάθηκε αναγκαστικά με νόμο. Γιατί στην περίπτωση αυτή, αφού η παράταση επήλθε αυτοδικαίως από το νόμο και όχι από την ελεύθερη βούληση των μερών, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και υπαιτιότητας (Γεωργιάδη – Σταθόπουλο άρθρο 584 στο τέλος).

Έτσι π.χ. η αξίωση που μισθωτή να ζητήσει από τον εκμισθωτή αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, αν πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου αφαιρέθηκε η χρήση του μισθίου και θα στερηθεί τη χρήση του και κατά το μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου και μέχρι συμπλήρωσης της δωδεκαετίας διάστημα είναι μεν νόμιμη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για το διάστημα που μεσολαβεί από την αφαίρεση και μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, όχι όμως και για το μετά τη λήξη αυτή και μέχρι συμπληρώσεως δωδεκαετίας κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Π.Δ.34/1995 διάστημα της αναγκαστικής παράτασης, γιατί η ζημιά του αυτή από τα διαφυγόντα κέρδη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπαιτιότητα του εκμισθωτή εναγομένου. Εκτός αν ο μισθωτής ενάγων επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά που θα μπορούσαν να στηρίξουν αυτοτελώς δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, οπότε η αποζημίωση οφείλεται μόνο κατά τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 587/2013 δημ. NOMOS).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί