Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του συζύγου. Με τις νέες ρυθμίσεις του ν. 4335/2016, η εν λόγω διαφορά, ανήκουσα πλέον στις περιουσιακού δικαίου διαφορές, που απορρέουν από τη σχέση των συζύγων, υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (ΠΠρΠατρών 421/2016, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Στο άρθρο 1400 ΑΚ, ρυθμίζεται η αξίωση συμμετοχής του συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους.  Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ το οποίο ορίζει στο εδ. α’ ότι «όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη», προκύπτει ότι η αγωγή που έχει ως αίτημα την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του εναγομένου, πρέπει να βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να απορρέει είτε απ` ευθείας από το νόμο, είτε από τη σύμβαση την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα. Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ(βλ. ΑΠ 1396/2005,  ΕφΑθ , ΕφΑΘ 2706/2011 ηλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4181/2000 ΕΔΠ 2000,379, ΕφΑθ 3227/1994 ΝοΒ 43,178). 

Παρέπεται ότι η εκδίκαση της αγωγής προς καταδίκη σε δήλωση βούλησης(διαδικασία) συναρτάται με τον ειδικότερο χαρακτήρα της εκάστοτε επίδικης αξίωσης βάσει της οποίας αξιώνεται η καταδίκη σε δήλωση βούλησης και αποτελεί τον δικαιοπαραγωγικό της λόγο, δυνάμενη να εφαρμοστεί η ειδική διαδικασία, αν η διαφορά υπάγεται σ’ αυτήν (Β. Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, έκδ. 1997 άρθ. 949, αρ. 35, ιδίου Συμπηρωματ. Τόμος, έκδ. 2001, άρθ. 949, αρ. 5,6,  Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδ. 1979, τ. Β΄, άρθ. 949, παρ. 38, υποπαρ. ννι, σελ. 663). 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 592 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015,ΦΕΚ Α 87 και εφαρμόζεται  σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα  από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές «Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθ. 592-613 ΚΠολΔ) δικάζονται …………….3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που αφορούν: …………, δ) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων».

Συναφώς, σύμφωνα με το άρθ. 17 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το  άρθρο πρώτο του άρθρου 1 ως άνω νόμου και ισχύει κατά το άρθ. ένατο παρ. 4του αυτού άρθρου από 1.1.2016«Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε…., 2) οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 3, καθώς και εκείνες που αφορούν τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης και την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης».

Από τις ανωτέρω διατάξει σαφώς προκύπτει ότι  ήδη με το νέο ν. 4335/2016, οι διαφορές που αφορούν τις αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα του 1400ΑΚ ως περιουσιακού δικαίου διαφορές, που απορρέουν από τη σχέση των συζύγων,  υπάγονται στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών [βλ. Νικ. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής δικονομίας(υπό το νόμο 4335/2015), Β΄έκδοση, 2016, σελ. 82-83, αριθ. 49].

Εξάλλου  σύμφωνα με το άρθ.591 παρ.1 ΚΠολΔ όπως το άρθρο αυτό ισχύει με τον ως άνω Ν.4335/2015, «Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών». Στη δε παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι «Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται».

Περαιτέρω, σύμφωνα με άρθρο 46 και 47 ΚΠολΔ όπως ισχύουν με τον προαναφερόμενο νόμο, ορίζεται στην πρώτη περίπτωση (άρθ. 46) ότι «Αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι` αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται», στη δεύτερη περίπτωση (άρθ. 47), ότι «Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο».

Η αληθινή έννοια της τελευταίας διάταξης η οποία δε μεταβλήθηκε με την πρόσφατη ως άνω τροποποίηση, είναι ότι λειτουργεί μόνον  ex post, οπότε  σε συνδυασμό προς την τη διάταξη του άρθ. 46 ΚΠολΔ, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της υλικής αρμοδιότητα του δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, να παραβεί τις διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν την αρμοδιότητά του και να επιληφθεί υποθέσεων αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, αλλά, απλώς, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεών του, χάριν της οικονομίας της δίκης και προκειμένου να αποτραπεί η ταλαιπωρία των διαδίκων, με το να επαναρχίσουν το δικαστικό αγώνα (βλ. Νίκα, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ Ι [2000] υπό άρθρο 46 αρ. 1 και άρθρο 47 αρ. 2). Η απόφαση που διατάσσει την παραπομπή είναι οριστική (ΑΠ 510/1982 ΝοΒ 31.353 ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ο.π., άρθ. 46, αρ.9) κατά την έννοια του άρθρου 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον το Δικαστήριο απεκδύεται από κάθε εξουσία για την υπόθεση και συνεπώς, επιβάλλεται δικαστική δαπάνη.

Συναφώς, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθ. 591 παρ. 6 ΚΠολΔ η οποία επίσης δε μετέβαλε το εννοιολογικό της περιεχόμενο με την τελευταία τροποποίηση, στην περίπτωση που το δικαστήριο στο οποίο εισάγεται μια διαφορά με εσφαλμένη διαδικασία είναι ταυτόχρονα και υλικά αναρμόδιο, παραπέμπει υποχρεωτικά την υπόθεση στο υλικά αρμόδιο δικαστήριο που θα εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία (ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, έκδ. 2000, άρθ. 591, αρ. 10, ΕρμΚΠολΔ Μιχ. Μαραγαρίτη, έκδ.2000, αριθ. 12).

 

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί