<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών &#187; Χωρίς κατηγορία</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/category/%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b7%cf%84%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Wed, 04 Nov 2026 09:15:30 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Ενεργητική νομιμοποίηση εταιρείας σε περίπτωση τέλεσης εις βάρος της αδικοπραξίας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/energitiki-nomimopiisi-eterias-se-periptosi-telesis-is-varos-tis-adikopraxias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/energitiki-nomimopiisi-eterias-se-periptosi-telesis-is-varos-tis-adikopraxias/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 04 Nov 2026 09:15:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18843</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας (είτε συνιστά αξιόποινη πράξη είτε όχι), όπως είναι η υπεξαίρεση, η οποία στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, αποκλειστικά δικαιούχος για την αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι οι εταίροι της. Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του εάν η αδικοπραξία τελέστηκε από τρίτο πρόσωπο, από κάποιον από τους εταίρους ή από τον διαχειριστή [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/energitiki-nomimopiisi-eterias-se-periptosi-telesis-is-varos-tis-adikopraxias/">Ενεργητική νομιμοποίηση εταιρείας σε περίπτωση τέλεσης εις βάρος της αδικοπραξίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας (είτε συνιστά αξιόποινη πράξη είτε όχι), όπως είναι η υπεξαίρεση, η οποία στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, αποκλειστικά δικαιούχος για την αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι οι εταίροι της. Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του εάν η αδικοπραξία τελέστηκε από τρίτο πρόσωπο, από κάποιον από τους εταίρους ή από τον διαχειριστή της εταιρείας, εφόσον ζημιώθηκε το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Ειδικότερα, άμεσα ζημιωθείσα από την αδικοπραξία είναι η εταιρεία, ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και όχι οι εταίροι της. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 22 ΕμπΝ, καθώς η διάταξη αυτή ρυθμίζει αποκλειστικά την εις ολόκληρον παθητική ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων και όχι την ενεργητική νομιμοποίησή τους προς άσκηση αξιώσεων αποζημίωσης.</p>
<p style="text-align: justify;">Παρατίθενται σχετικά νομολογιακά αποσπάσματα:</p>
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>264/2015 Εφετείο Πειραιά (</strong><strong>NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;">            <em>«Επίσης από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας (εξ αξιοποίνου ή μη πράξεως), όπως επί υπεξαιρέσεως, στρεφομένης κατά ομορρύθμου εταιρείας μόνον η εταιρεία δικαιούται να ζητήσει αποζημίωσιν ή χρηματικήν ικανοποίησιν ηθικής βλάβης και ουχί τα μέλη αυτής είτε η αδικοπραξία έχει τελεσθεί παρά τρίτου είτε υπό μελών της εταιρείας είτε υπό του διαχειριστού αυτής, ως ζημιωσάντων το νομικόν πρόσωπον της εταιρείας, διότι εκ της αδικοπραξίας αμέσως παθών είναι το νομικόν πρόσωπον ως υποκείμενον δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ουχί τα μέλη αυτού, ήτοι αμέσως παθούσα είναι η εταιρεία και ουχί οι εταίροι. Αντίθετο συμπέρασμα δεν δύναται να συναχθεί εκ του άρθρου 22 ΕμπΝ, διότι το υπό του συγκεκριμένου άρθρου ρυθμιζόμενον ζήτημα της εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων ανάγεται μόνον εις την παθητικήν και ουχί εις την ενεργητικήν νομιμοποίησιν (βλ. ΣυμβΟλΑΠ 1/1994, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 68285, ΑΠ 1648/2014, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1831/2011, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1296/2007, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1947/2006, ΕλλΔνη 50: 150 &amp; 736, ΣυμβΑΠ 1514 /1998, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 287637, ΣυμβΑΠ 236 /1997, ΤΝΠΔΣΑ, ΣυμβΑΠ 1078 /1994, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 81830, ΣυμβΑΠ 86/1993, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 57986, ΣυμβΑΠ 678/1989, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 1907, ΕφΠατρ 397 /2009, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 562032, ΕφΛαρ485 /2006, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 417470, ΕφΘεσσ 1331/2005, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 408432, ΕφΔωδ 264 /2005, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 386498, ΕφΑθ 4178/2002, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 331205 και Ιωάννου Ν. Κατρά «Σημείωσιν κάτωθι ΑΠ 1947 /2006», ΕλλΔνη 50: 150 &#8211; υπό προϋποθέσεις διαφόρως: Ι.Π. Μάρκου, «Παρατηρήσεις κάτωθι ΑΠ 1947/2006», ΕλλΔνη 50: 738).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<ol style="text-align: justify;">
<li><em> H) Ούτως, κατά τα εν τη μείζονι σκέψει αναφερόμενα, η υπ’ αριθ. καταθ. 921/2010 αγωγή της εκκαλούσης, η οποία σημειωτέον δεν έπασχεν αοριστίας εκ της μη αναφοράς εν τω αγωγικώ δικογράφω της αντιπαραβολής των κονδυλίων εσόδων και εξόδων (του ισολογισμού) εκάστης επίδικης εταιρικής χρήσεως, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη: […] β) ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως εν σχέσει προς την εκτιμηθείσαν ως σωρρευομένην βάσιν την ερειδομένην επί της αδικοπρακτικής ευθύνης, διότι αμέσως ζημιωθέν εκ της περιγραφομένης πράξεως της εκ μέρους του εν τοις πράγμασιν ασκήσαντος την διαχείρισιν εφεσιβλήτου εταίρου παρανόμου ιδιοποιήσεως χρηματικού μέρους των συνολικών κερδών της ομορρύθμου εταιρείας, το οποίον ετύγχανε μείζον εν σχέσει προς την αναλογίαν του εταιρικού μεριδίου του ως άνω διαδίκου επί των κερδών της εταιρείας, είναι το νομικόν πρόσωπον της ομορρύθμου εταιρείας, ενώ, κατά τα εν τη αγωγή εκτιθέμενα, η ενάγουσα συνεταίρος είχε εκ της εταιρικής συμβάσεως ενοχικήν αξίωσιν επί των τοιούτων κερδών κατά της ομορρύθμου εταιρείας αλλά δεν είχε καταστεί κυρία των τοιούτων κερδών και ούτως δεν τυγχάνει αμέσως ζημιωθείσα εκ της παρανόμου πράξεως του εν τοις πράγμασιν ασκήσαντος διαχείρισιν και ιδιοποιηθέντος μείζον του εις το εταιρικόν του μερίδιον αναλογούντος χρηματικού ποσού εναγομένου συνεταίρου. Πρέπει, προς τούτο, να σημειωθεί ότι διά του αγωγικού δικογράφου δεν εξιστορείται ότι υπήρχε συμφωνία διά της εταιρικής συμβάσεως ή διά μεταγενεστέρου ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των αντιδίκων ομορρύθμων εταίρων, εντός του πλαισίου της οποίας η πράξις της αναλήψεως του χρηματικού ποσού των διανεμητέων κερδών από τον τραπεζικόν λογαριασμόν της εταιρείας υπό του εναγομένου (συν)διαχειριστού εταίρου, ο οποίος, κατ’ άρθρον 65 ΑΚ, ενεργεί ως καταστατικόν όργανον της εταιρείας (βλ. Βασιλείου Βαθρακολοίλη, «Αναλυτική Ερμηνεία &#8211; Νομολογία Αστικού Κώδικα», έκδοση 1989, τόμον Α΄, άρθρον 65, σελ. 138), να επιφέρει αυτοδικαίως μεταβίβασιν της κυριότητος των αναληφθέντων χρημάτων από την εταιρείαν προς την δικαιουμένην συμμετοχής επί των κερδών αλλά μη συμμετασχούσαν εις την πράξιν της αναλήψεως ενάγουσαν συνεταίρον (και δή κατά το εις αυτήν αναλογούν ποσοστόν επί των κερδών) και ότι συνακολούθως διά της πράξεως της αναλήψεως των χρημάτων από τον εναγόμενον συνεταίρον ο τελευταίος ταυτοχρόνως ενήργει αφ’ ενός ως καταστατικόν, κατ’ άρθρον 65 ΑΚ, όργανον της εταιρείας εν σχέσει προς την πράξιν παραδόσεως των κερδών από την εταιρείαν προς τους συνεταίρους και αφ’ ετέρου ως αντιπρόσωπος, κατ’ άρθρον 979 ΑΚ, της εναγούσης εν σχέσει προς την παραλαβήν υπ’ αυτού του εις αυτήν αναλογούντος μεριδίου επί των κερδών, ούτως ώστε διά της πράξεως της αναλήψεως των χρηματικών κερδών από τον εταιρικόν τραπεζικόν λογαριασμόν εκ μέρους του εναγομένου διαχειριστού συνεταίρου η ενάγουσα να έχει αποκτήσει κυριότητα επί του εις αυτήν αναλογούντος μεριδίου και να τυγχάνει αμέσως παθούσα από την εν συνεχεία ιδιοποίησιν των χρημάτων εκ μέρους του εναγομένου.»</em></li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><strong><em> </em></strong></p>
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>347/2023 Εφετείο Αθηνών </strong><strong>(NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;"><em>            «<strong>Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ., δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, έχει αυτός, που ζημιώθηκε από την αδικοπραξία αμέσως και όχι εμμέσως (ΑΠ ποιν 1996/2019 Νόμος, ΕφΑθ 3865/2020 Νόμος)</strong>. Ειδικότερα επί αξιόποινης πράξης, που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, η οποία κατά το άρθρο 784 Α.Κ. αποτελεί νομικό πρόσωπο, διάφορο από εκείνο των ομορρύθμων εταίρων, οι ομόρρυθμοι εταίροι, στην εν λόγω περίπτωση, θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία ή ηθική βλάβη από την ανωτέρω πράξη (ΑΠ ποιν 1996/2019 Νόμος, ΕφΑθ 3865/2020 Νόμος). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22, 28 ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α`, 780 εδ. α`, 781, 782 και 784 ΑΚ και 249 του Ν. 4072/2012, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 294§1 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εταιρείες, που, κατά την έναρξη ισχύος του, δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, καθώς και των άρθρων 18 και 42 του ΕμπΝ για την εταιρεία, που συστάθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4072/2012, προκύπτει ότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες εταιρείες, που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ και έχουν νομική προσωπικότητα, την οποία διατηρούν μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, έχουν δική τους περιουσία. Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνον η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομορρύθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            Στην προκειμένη περίπτωση η ανωτέρω αγωγή ως προς το αίτημα αυτής περί επιδίκασης στην ενάγουσα, ομόρρυθμο εταίρο, του συνολικού χρηματικού ποσού των 15.998,21 ευρώ, το οποίο φέρεται ως ιδιοποιηθέν από τον εναγόμενο, επίσης ομόρρυθμο εταίρο της ομόρρυθμης εταιρείας, απορριπτέα τυγχάνει ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, μόνον η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο δικαιούται να εγείρει την αγωγή αυτή με το συγκεκριμένο αίτημα, που έχει σχέση με την εταιρική περιουσία, καθώς και με την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, που στρέφεται αμέσως κατά της περιουσίας της, της οποίας φορέας είναι η ίδια. Και τούτο διότι δικαιούχος της αγωγικής απαίτησης είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, ακόμη και εάν τελέσθηκε από τον εναγόμενο το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αναφερομένου στην αγωγή χρηματικού ποσού, καθώς, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στο δικόγραφο, η αδικοπραξία φέρεται διαπραχθείσα σε βάρος της και, επομένως, αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα, και όχι οι εταίροι της ατομικά, και εν προκειμένω η ενάγουσα, η οποία, ως ομόρρυθμος εταίρος, θεωρείται ότι υπέστη έμμεση μόνο ζημία από την ανωτέρω πράξη, εφόσον, επίσης με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δε συντρέχουν ειδικά στο πρόσωπό της οι όροι της αδικοπραξίας ή άλλος αυτοτελής λόγος παραγωγικός υποχρέωσης προς αποζημίωση. Μάλιστα, καθώς, όπως αναφέρεται στην αγωγή, η ανωτέρω εταιρεία έχει ήδη λυθεί διά έγγραφης καταγγελίας του εναγομένου, και, συνεπώς, έχει τεθεί αυτοδικαίως και υποχρεωτικά στο στάδιο της εκκαθάρισης και δυνάμει της υπ`αριθμόν 3891/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) έχουν διορισθεί τρίτοι εκκαθαριστές, η εταιρεία διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθάρισης έως του πέρατος αυτής, παραμένοντας κυρία όλων των αντικειμένων της εταιρικής περιουσίας μέχρι τη ρευστοποίηση και τη διανομή της. Ωσαύτως δε αφού παραμένει υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν απ’ αυτήν, δε μπορεί ο εταίρος της, ούτε κατά το εν λόγω στάδιο και ενόσω αυτό διαρκεί, εφόσον ουδέν περί του αντιθέτου διαλαμβάνεται στην αγωγή, να ασκήσει ατομικά αξίωση για αποζημίωση κατ’ άλλου εταίρου προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας, η οποία προκλήθηκε εξ αδικοπραξίας τελεσθείσας απ’αυτόν στην εταιρική περιουσία, ει μη μόνον ο εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει με αγωγή ως εκπρόσωπος της υπό εκκαθάριση εταιρίας, την αποκατάσταση τέτοιας ζημίας από τον ζημιώσαντα εταίρο, πλην της συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, επίκληση της οποίας δε γίνεται εν προκειμένω.»</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>222/2017 </strong><strong>ΠΠρ Πατρών (</strong><strong>NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;">            <em>«Επιπλέον, σε περίπτωση αδικοπραξίας, δικαιούχος κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλή­θηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντανακλα­στικές συνέπειες της αδικοπραξίας στην περιουσία τρί­του δεν καθιστούν τον τελευταίο δικαιούχο αποζημίω­σης, εκτός από τις εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 του ΑΚ. Επομένως, επί αδικοπραξίας από το διαχειριστή της που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, μόνο η εταιρεία, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο των εταίρων της, νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης διότι αυτή είναι η άμεσα ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι της, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            Κατά τη σωρευόμενη βάση περί αδικοπρακτικής ευθύνης του δεύτερου εναγομένου, ανεξάρτητα της αοριστίας της καθόσον δεν αρκεί η απλή αναφορά ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν έχει αποδώσει τα οφειλόμενα προς τον ενάγοντα ποσά, χωρίς να εκτίθενται συγκεκριμένες πράξεις και συμπεριφορές ιδιοποίησης που να συνιστούν αδικοπραξία δια της προσβολής του ενοχικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΕφΠειρ 264/2015 ό.π., ΕφΑΘ 1127/2011 ό.π.), η αγωγή πρέπει να απορρι- φθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμο­ποίησης του ενάγοντος διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, αληθείς υποτιθέμενοι οι αγωγικοί ισχυρι­σμοί περί παράνομης ιδιοποίησης των αναλογούντων σ` αυτόν καθαρών κερδών και επιχειρηματικής αμοιβής από τη λειτουργία της πρώτης εναγομένης εκ μέρους του δεύ­τερου εναγομένου, αμέσως ζημιωθέν είναι το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, ως κυρίας των ποσών αυτών και υπόχρεη προς απόδοση στο ομόρρυθμο μέλος της, και όχι ο ομόρρυθμος εταίρος αυτής, ενάγων, ο οποίος θεωρείται εμμέσως ζημιωθείς.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>6026/2022 Εφετείο Αθηνών </strong><strong>(NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;"><em>            «Ειδικότερα επί αξιόποινης πράξης, που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, η οποία κατά το άρθρο 784 Α.Κ. αποτελεί νομικό πρόσωπο, διάφορο από εκείνο των ομορρύθμων εταίρων, οι ομόρρυθμοι εταίροι, στην εν λόγω περίπτωση, θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία ή ηθική βλάβη από την ανωτέρω πράξη (ΑΠ ποιν 1996/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΑθ 3865/2020 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22, 28 ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α, 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ και 249 του Ν. 4072/2012, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 294 § 1 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εταιρείες, που, κατά την έναρξη ισχύος του, δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, καθώς και των άρθρων 18 και 42 του ΕμπΝ για την εταιρεία, που συστάθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4072/2012, προκύπτει ότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες εταιρείες, που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ και έχουν νομική προσωπικότητα, την οποία διατηρούν μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, έχουν δική τους περιουσία. Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνον η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομορρύθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ, γιατί το ρυθμιζόμενο από αυτή ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων, ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι στην ενεργητική νομιμοποίηση αυτών (Ολ. ΑΠ 1/1994, ΑΠ 1648/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1947/2006).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            Εντεύθεν έπεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 64, σε συνδυασμό και με το άρθρο 68 KΠολΔ, μόνη η Ομόρρυθμη Εταιρία, ως Νομικό Πρόσωπο, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες, που την αφορούν (βλ. σχετ. ΕφΑθ 3865/2020 ό.π., ΕφΠειρ 378/2016 Δημ. Νόμος, ΕφΛαρ 485/2006, ΕπισκΕμπΔ 2006/1125, ΕφΑΘ 7603/2005, ΕλλΔ/νη 2006.118), εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή ή τους συνεκκαθαριστές της, οι οποίοι δε νομιμοποιούνται, ενεργητικά και παθητικά, να ενάγουν και να ενάγονται, ούτε, ως μέλη της εταιρίας, ούτε ατομικά, ως προς τα αντικείμενα της εταιρικής περιουσίας, ήτοι το ενεργητικό και παθητικό αυτής, μέχρι τη ρευστοποίηση της περιουσίας και τη διανομή της, εκτός, εάν συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση. Σε αντίθετη περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος της ομόρρυθμης Εταιρίας, που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως, τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης, (άρα και στο Εφετείο), σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 KΠολΔ, πρέπει να απορρίπτει τη σχετική αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου (βλ Ολ. ΑΠ 27/1987, ΝοΒ 36, 92, ΕφΑθ 3865/2020 ό.π., ΕφΠειρ 378/2016, ό.α., ΕφΑΘ 1410/2013, ΕλλΔ/νη 2013/1395).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            Ειδικότερα, στο επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής, γίνεται μεν επίκληση περιστατικών της θέσεως της ομόρρυθμης εταιρίας σε εκκαθάριση, στην οποία μοναδικοί εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν οι ενάγοντες, αλλά ταυτόχρονα προκύπτει ότι αυτή (εκκαθάριση) δεν έχει περατωθεί και ως εκ τούτου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22, 28 ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α, 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ και 249 του Ν. 4072/2012, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 294 § 1 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εταιρείες, που, κατά την έναρξη ισχύος του, δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, καθώς και των άρθρων 18 και 42 του Εμπ.Ν., για την εταιρεία, που συστάθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4072/2012, προκύπτει ότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως φέρεται ότι είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μέλη ήταν οι ενάγοντες, που τήρησε τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ, διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής και έχει δική της περιουσία. Κύριος δε των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, επί αδικοπραξίας, που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνον η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτης, εν προκειμένω της εναγομένης, η οποία φέρεται ότι ζημίωσε το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ, γιατί το ρυθμιζόμενο από αυτή ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων, ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι στην ενεργητική νομιμοποίηση αυτών. Συνεπώς, εν προκειμένω, μοναδική ενεργητικά νομιμοποιούμενη για την αξίωση τυχόν θετικής και αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης σε βάρος της εναγομένης, είναι η ίδια η ομόρρυθμη εταιρεία και όχι οι ενάγοντες. Η επικαλούμενη απώλεια διαφυγόντων κερδών, που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι θα αποκόμιζαν, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τους καθιστά εμμέσως ζημιωθέντες, καθώς συνάπτεται αιτιωδώς προς τη γενική προσδοκία του εταίρου για τη συμμετοχή του στα μελλοντικά κέρδη, που θα ποριζόταν η εταιρεία με την προσδοκώμενη συνεχή βελτίωση των επιδόσεών της. Επίσης, δικαιούχοι της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι μόνον οι φορείς του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, που έχει προσβληθεί, ήτοι οι αμέσως ζημιωθέντες από το έγκλημα και όχι οι εμμέσως ή εξ αντανακλάσεως ζημιωθέντες. Δικαίωμα δε επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, έχει ο θίγόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 99/2019 Δημ. Νόμος). Έτσι, επί αδικοπραξίας, η οποία στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία κατά τα άρθρα 784 του Α.Κ. και 42 του Εμπ.Ν. αποτελεί νομικό πρόσωπο, διάφορο από εκείνο των ομόρρυθμων μελών της εταιρείας αυτής, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό για δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 Α.Κ.), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ’ αυτό άϋλων αγαθών. Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας του νομικού προσώπου σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει το νομικό πρόσωπο, κατά τα άρθρα 57 και 59 του Α.Κ., προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη από την προσβολή, που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη και είναι εμμέσως παθόντες, όπως οι ενάγοντες, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτης, εν προκειμένω της εναγομένης, η οποία φέρεται ότι ζημίωσε το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            […]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>            Σε αντίθετη περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος της ομόρρυθμης Εταιρίας, που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως, τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης, (άρα και στο Εφετείο), σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 KΠολΔ, πρέπει να απορρίπτει τη σχετική αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου (βλ Ολ. ΑΠ 27/1987, ΝοΒ 36, 92, ΕφΑθ 3865/2020 ό.π., ΕφΠειρ 378/2016, ό.α., ΕφΑΘ 1410/2013, ΕλλΔ/νη 2013/1395).»</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>2077/2023 Εφετείο Αθηνών </strong><strong>(NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;">            <em>«Κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθάρισης η ομόρρυθμη εταιρία λογίζεται υφισταμένη για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, για την ενάσκηση δε των εν γένει αξιώσεών της νομιμοποιείται μόνο η ίδια και όχι οι εταίροι της. Έτσι, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομόρρυθμων εταίρων, μόνο η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομόρρυθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. […] Σε αντίθετη περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων σε κάθε στάση της δίκης (άρα και στο εφετείο), σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 KΠολΔ, πρέπει να απορρίπτει τη σχετική αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου (ΟλΑΠ 27/1987 -ΕφΠειρ 81/2021 378/2016 &#8211; ΕφΑθ 3865/2020, 1410/2013). Περαιτέρω, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.»</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<ul style="text-align: justify;">
<li><strong>3773/2025 Εφετείο Αθηνών </strong><strong>(NOMOS)</strong></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;"><em>            «Από τα ανωτέρω, έπεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 64, σε συνδυασμό και με το άρθρο 68 KΠολΔ, μόνη η ετερόρρυθμη εταιρία, ως νομικό πρόσωπο, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες, που την αφορούν (βλ. ΕφΠειρ 378/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑαρ 485/2006, ΕπισκΕμπΔ 2006/1125, ΕφΑΘ 7603/2005, ΕλλΔ/νη 2006/118), εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή ή τους συνεκκαθαριστές της, οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται, ενεργητικά και παθητικά, να ενάγουν και να ενάγονται, ούτε, ως μέλη της εταιρίας, ούτε ατομικά, ως προς τα αντικείμενα της εταιρικής περιουσίας, ήτοι το ενεργητικό και παθητικό αυτής, μέχρι τη ρευστοποίηση της περιουσίας και τη διανομή της, εκτός, εάν συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση. Σε αντίθετη περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος ετερόρρυθμης εταιρίας, που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως, τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης, (άρα και στο Εφετείο), σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 KΠολΔ, πρέπει να απορρίπτει τη σχετική αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου (βλ Ολ. ΑΠ 27/1987, ΝοΒ 36, 92, ΕφΑΘ 1510/2024, δημ. ΤΝΠ Νόμος).»</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/energitiki-nomimopiisi-eterias-se-periptosi-telesis-is-varos-tis-adikopraxias/">Ενεργητική νομιμοποίηση εταιρείας σε περίπτωση τέλεσης εις βάρος της αδικοπραξίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/energitiki-nomimopiisi-eterias-se-periptosi-telesis-is-varos-tis-adikopraxias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Προϋποθέσεις αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας: Η γνώση του τρίτου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/proipothesis-agogis-diarrixis-dikeopraxias-i-gnosi-tou-tritou-pros-ton-opio-egine-i-metavivasi/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/proipothesis-agogis-diarrixis-dikeopraxias-i-gnosi-tou-tritou-pros-ton-opio-egine-i-metavivasi/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 03 Nov 2026 13:42:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18838</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 Α.Κ. συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/proipothesis-agogis-diarrixis-dikeopraxias-i-gnosi-tou-tritou-pros-ton-opio-egine-i-metavivasi/">Προϋποθέσεις αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας: Η γνώση του τρίτου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 Α.Κ. συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα και η οποία είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της σχετικής αγωγής (Α.Π. 869/2021, Α.Π. 668/2021, Α.Π. 708/2017), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, αφερεγγυότητα που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, και 5) <strong>γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 227/2024 Α.Π. 914/2020, Α.Π. 1382/2019).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Καθίσταται σαφές ότι απαιτείται, μεταξύ άλλων, για τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης, <strong>γνώση του τρίτου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση από τον οφειλέτη, ότι ο μεταβιβάσας προέβη στην απαλλοτρίωση με σκοπό βλάβης των δανειστών του. </strong>Ως προς τη γνώση γίνεται αναφορά στις ΑΚ 941 και 942, οι οποίες διακρίνουν μεταξύ απαλλοτρίωσης από επαχθή αιτία και από χαριστική αιτία. <strong>Η γνώση του τρίτου πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία, δηλαδή την απαλλοτρίωση, τη βλάβη των δανειστών, το δόλο του οφειλέτη. </strong>Η συνδρομή της γνώσης θα κριθεί στο πρόσωπο του τρίτου, και αν αυτός συμβάλλεται δι’ αντιπροσώπου (211 ΑΚ). <strong>Κρίσιμος χρόνος ύπαρξης της γνώσης είναι εκείνος της απαλλοτρίωσης, ενώ η μεταγενέστερη γνώση δεν ασκεί έννομη επιρροή. Προς αποτροπή του δυσαπόδεικτου της άνω προϋπόθεσης καθιερώνεται με την ΑΚ 941 παρ. 2 μαχητό τεκμήριο υπέρ των δανειστών για την ύπαρξη της γνώσης, όταν ο τρίτος είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως και τον δεύτερο. Το τεκμήριο όμως αυτό εξανεμίζεται αν η αγωγή διάρρηξης δεν ασκήθηκε (215 ΚΠολΔ) εντός ενός έτους από την ενέργεια της απαλλοτρίωσης (941 παρ. 2 εδ. Β’ ΑΚ) (ΕΡΝΟΜΑΚ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗ, άρθρο 941).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Ζέτα Μασσέλου, ασκ. δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/proipothesis-agogis-diarrixis-dikeopraxias-i-gnosi-tou-tritou-pros-ton-opio-egine-i-metavivasi/">Προϋποθέσεις αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας: Η γνώση του τρίτου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/proipothesis-agogis-diarrixis-dikeopraxias-i-gnosi-tou-tritou-pros-ton-opio-egine-i-metavivasi/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 02 Nov 2026 09:37:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18829</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis/">Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ΄ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του [Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010, Εφ.Αθ. (Μον) 2634/2022 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Επιπροσθέτως, η καταχρηστική συμπεριφορά, που στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να εμφανισθεί και στην περίπτωση που προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1047/2003 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.557, Εφ.Αθ.(Μον). 2634/2022 ό.π., Εφ.Πειρ.38/2025 ΤΝΠ Νομος). Προσέτι, υπάρχει υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική [ΕΦ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΜΟΝ) 73/2026, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></a></p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis/">Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης – οικονομική αδυναμία</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis-ikonomiki-adinamia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis-ikonomiki-adinamia/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 30 Oct 2026 09:39:34 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18835</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis-ikonomiki-adinamia/">Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης – οικονομική αδυναμία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά την άποψη της νομολογίας, η οικονομική αδυναμία -έστω και μόνιμη- δεν δύναται να εξισωθεί με αδυναμία παροχής, και άρα κατ’ αρχήν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον οφειλέτη προκειμένου αυτός να απαλλαγεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις [Μ. Ανδριανάτου, Αναπροσαρμογή επιχειρηματικών πιστωτικών συμβάσεων λόγω της οικονομικής κρίσης, 2022, σ. 197-205, Καλλιμόπουλος, Το δίκαιο του χρήματος (1993), σελ. 376 επ., Εφ.Αν.Κρήτης 19/2024 ΤΝΠ Νομος]. Σε περίπτωση, όμως,  δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει, σ’ αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν είναι, επίσης η ειλικρινής πρόθεση του δανειολήπτη για διακανονισμό ή/και αναδιάρθρωση του χρέους με σκοπό την εξόφληση, όπως αυτή μπορεί για παράδειγμα να εκφράζεται από την συχνότητα της επικοινωνίας με την τράπεζα και την κατάθεση ρεαλιστικών και βιώσιμων προτάσεων αντιμετώπισης της οφειλής του [ΕΦ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΜΟΝ) 73/2026, ΑΠ 1352/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis-ikonomiki-adinamia/">Καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης – οικονομική αδυναμία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/katachristikotita-tis-askisis-tou-dikeomatos-anagkastikis-ektelesis-ikonomiki-adinamia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Σχέση ανακοπής κατά της επιταγής προς απόδοση του ακινήτου και της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/schesi-anakopis-kata-tis-epitagis-pros-apodosi-tou-akinitou-ke-tis-anakopis-kata-tou-plistiriasmou-ke-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/schesi-anakopis-kata-tis-epitagis-pros-apodosi-tou-akinitou-ke-tis-anakopis-kata-tou-plistiriasmou-ke-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 29 Oct 2026 09:37:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18832</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Για το απαράδεκτο αρκεί οι λόγοι της ανακοπής να έχουν ήδη προταθεί σε προηγούμενη δίκη ανακοπής μεταξύ των ίδιων διαδίκων και μάλιστα, ανεξαρτήτως, εάν υπάρχει εκκρεμοδικία [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/schesi-anakopis-kata-tis-epitagis-pros-apodosi-tou-akinitou-ke-tis-anakopis-kata-tou-plistiriasmou-ke-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/">Σχέση ανακοπής κατά της επιταγής προς απόδοση του ακινήτου και της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Για το απαράδεκτο αρκεί οι λόγοι της ανακοπής να έχουν ήδη προταθεί σε προηγούμενη δίκη ανακοπής μεταξύ των ίδιων διαδίκων και μάλιστα, ανεξαρτήτως, εάν υπάρχει εκκρεμοδικία για την προγενέστερη ανακοπή ή εάν η δίκη περατώθηκε ως προς αυτήν οριστικά ή τελεσίδικα (ΑΠ 1083/1994 ΤΝΠ Νόμος, Νικολόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ο.π., άρθρο 935, αρ. 7).</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά της νέας αυτοτελούς αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται από τον υπερθεματιστή με εκτελεστό τίτλο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης κατ’ άρθρα 924 εδ. α`, 943 παρ. 1 και 1005 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο καθ’ ου για την αποτελεσματική προστασία του επιβάλλεται να ασκήσει ανακοπή και δη εμπρόθεσμα κατά τους ορισμούς του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν αρκεί η ακύρωση του πλειστηριασμού για να ακυρωθεί και η άμεση εκτέλεση, δηλαδή η αποβολή από το εκπλειστηριασθεν ακίνητο κατ’ άρθρο 943 ΚΠολΔ που λαμβάνει χώρα με εκτελεστό τίτλο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, διότι η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι διαφορετική και δεν συμπαρασύρεται από την ακύρωση του πλειστηριασμού. Ακριβώς δε, για να μην απολεσθεί η προθεσμία προσβολής της αποβολής, επιβάλλεται, ακόμα και όταν έχει προηγηθεί και εκκρεμεί ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, να ασκηθεί σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1δ` ΚΠολΔ ανακοπή κατά της επιταγής προς απόδοση του ακινήτου, με την προβολή των ίδιων λόγων που ήδη έχουν προταθεί στην πρώτη ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 1437/2012 ΤΝΠ Νόμος).</p>
<p style="text-align: justify;">Επομένως, για την ανωτέρω αναγκαστική εκτέλεση, όταν δηλαδή ο υπερθεματιστής και ήδη νέος κύριος του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου επιδίδει αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της περίληψης της νομίμως μεταγραφείσας περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης με επιταγή προς απόδοση της νομής του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (άρθρα 924 εδ. α’, 943 παρ. 1 και 1005 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι λόγοι, που προβάλλει ο μέχρι τούδε νομέας του ακινήτου με την εμπρόθεσμη ανακοπή κατά της εκτέλεσης, δηλαδή κατά της αποβολής του από το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, δεν εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 935 ΚΠολΔ, δεδομένου μάλιστα, ότι δεν πρόκειται για την ίδια αλλά για διαφορετική εκτελεστική διαδικασία από εκείνη που οδήγησε στον πλειστηριασμό (151/2026 ΜΠΡ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/schesi-anakopis-kata-tis-epitagis-pros-apodosi-tou-akinitou-ke-tis-anakopis-kata-tou-plistiriasmou-ke-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/">Σχέση ανακοπής κατά της επιταγής προς απόδοση του ακινήτου και της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/schesi-anakopis-kata-tis-epitagis-pros-apodosi-tou-akinitou-ke-tis-anakopis-kata-tou-plistiriasmou-ke-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί παρεμπίπτοντος αιτήματος επίδειξης εγγράφων σωρευόμενου στην κύρια αγωγή</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-kath-ilin-armodiotita-epi-parempiptontos-etimatos-epidixis-engrafon-sorevomenou-stin-kiria-agogi/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-kath-ilin-armodiotita-epi-parempiptontos-etimatos-epidixis-engrafon-sorevomenou-stin-kiria-agogi/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 27 Oct 2026 14:17:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18826</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη τους. Αν η επίδειξη ζητείται από διάδικο, μπορεί η αίτηση να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου με το [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-kath-ilin-armodiotita-epi-parempiptontos-etimatos-epidixis-engrafon-sorevomenou-stin-kiria-agogi/">Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί παρεμπίπτοντος αιτήματος επίδειξης εγγράφων σωρευόμενου στην κύρια αγωγή</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη τους. Αν η επίδειξη ζητείται από διάδικο, μπορεί η αίτηση να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου με το δικόγραφο της έφεσης ή με τους προσθέτους λόγους αυτής ή με τις προτάσεις, αν δε η αίτηση απευθύνεται κατά τρίτου μόνο με παρεμπίπτουσα αγωγή. Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, αφού τούτο αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης για επίδειξη, καθώς και να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του. Διαφορετικά η αίτηση είναι αόριστη. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήσεως για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, εφόσον δηλαδή μ’ αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Βλ. ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1615/2014, ΜονΕΠ 4/2016, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των ίδιων ων άνω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η σχετική αίτηση πρέπει -μεταξύ άλλων- τα έγγραφα να περιγράφονται σ’ αυτήν, με ακρίβεια, ενώ αρκεί αυτά να εξατομικεύονται, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου τους (Βλ. ΑΠ 1341/2000 ΕλλΔνη 2002.407). Ο δε προσδιορισμός των επιδεικτέων εγγράφων είναι αναγκαίος, διότι: α) παρέχεται, έτσι, η ευχέρεια στον καθ’ ου η αίτηση να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου, β) σε περίπτωση αμφισβήτησης της κατοχής του από τον καθ’ ου η αίτηση, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις, και γ) γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο είναι απαραίτητο για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της (Βλ. ΕΠ 288/2015 ΤΝΠ NOMOS, ΕΑ 2183/2010 ΔΕΕ 2011.706, πρβλ. ΑΠ 776/2005 ΕλλΔνη 2008.157) [ΜΠρΠειρ 5175/2018].</p>
<p style="text-align: justify;">Οταν ο υπόχρεος προς επίδειξη είναι διάδικος, η επίδειξη εγγράφου ζητείται είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, είτε και με τις προτάσεις σε οποιαδήποτε στάση της πρωτοβάθμιας ή έκκλητης δίκης. <strong>Οι δε παρεμπίπτουσες αγωγές υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης (άρθ. 31 § 1 ΚΠολΔ). [ΑΠ 94/2018, δημ. σε </strong><strong>areiospagos.</strong><strong>gr]. Καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής προς επίδειξη, που ασκείται αυτοτελώς, είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ για την εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής προς επίδειξη, είτε αυτή στρέφεται κατά του αντιδίκου της κύριας δίκης είτε κατά τρίτου, αποκλειστικά αρμόδιο, λόγω συνάφειας, είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή (Νικολόπουλος στον Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 902, αριθμ. παρ. 22, Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, 2006, άρθρο 902 αριθμ. παρ. 15, Μιχ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2018, άρθρο 451 αριθμ. παρ. 5).</strong> Με το σκεπτικό αυτό, το Εφετείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 520/2019 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που προέβαλλε ο εναγόμενος, λόγω του σωρευόμενου στην κύρια αγωγή παρεμπίπτοντος αιτήματος επίδειξης εγγράφων, <strong>κρίνοντας ότι αρμόδιο για την εκδίκασή του ήταν το ίδιο δικαστήριο που ήταν αρμόδιο και για την κύρια αγωγή.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-kath-ilin-armodiotita-epi-parempiptontos-etimatos-epidixis-engrafon-sorevomenou-stin-kiria-agogi/">Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί παρεμπίπτοντος αιτήματος επίδειξης εγγράφων σωρευόμενου στην κύρια αγωγή</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-kath-ilin-armodiotita-epi-parempiptontos-etimatos-epidixis-engrafon-sorevomenou-stin-kiria-agogi/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας: αφετηρία, υπολογισμός και συνέπειες της άπρακτης παρόδου της</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-trimini-aposvestiki-prothesmia-prosvolis-tis-akiris-katangelias-tis-simvasis-ergasias-afetiria-ipologismos-ke-sinepies-tis-apraktis-parodou-tis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-trimini-aposvestiki-prothesmia-prosvolis-tis-akiris-katangelias-tis-simvasis-ergasias-afetiria-ipologismos-ke-sinepies-tis-apraktis-parodou-tis/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 26 Oct 2026 14:09:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18823</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 [όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 351 παρ. 1 π.δ. 62/2025] κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν&#8217; ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-trimini-aposvestiki-prothesmia-prosvolis-tis-akiris-katangelias-tis-simvasis-ergasias-afetiria-ipologismos-ke-sinepies-tis-apraktis-parodou-tis/">Η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας: αφετηρία, υπολογισμός και συνέπειες της άπρακτης παρόδου της</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 [όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 351 παρ. 1 π.δ. 62/2025] κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν&#8217; ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013). Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008). Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012). Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλ. εκ μέρους αυτού της βούλησής του για την λύση της, και όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρούμενη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι&#8217; αυτήν νόμιμη αποζημίωση) και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 1619/2006), γνώση δηλ. της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν) καταγγελία (ΑΠ 2234/2013, AΠ 1387/2015).</p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-trimini-aposvestiki-prothesmia-prosvolis-tis-akiris-katangelias-tis-simvasis-ergasias-afetiria-ipologismos-ke-sinepies-tis-apraktis-parodou-tis/">Η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας: αφετηρία, υπολογισμός και συνέπειες της άπρακτης παρόδου της</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-trimini-aposvestiki-prothesmia-prosvolis-tis-akiris-katangelias-tis-simvasis-ergasias-afetiria-ipologismos-ke-sinepies-tis-apraktis-parodou-tis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Πελοπόννησο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-peloponniso/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-peloponniso/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 23 Oct 2026 06:12:56 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18820</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-peloponniso/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Πελοπόννησο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221;, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι &#8220;ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις&#8221;.</p>
<p style="text-align: justify;">Με βάση το παλαιό ιεροκρατικό άγραφο μουσουλμανικό νόμο, που ίσχυσε στις περιοχές που υπάγονταν στην οθωμανική αυτοκρατορία από το 1300 έως το 1856, οι γαίες ανήκαν όλες στον Σουλτάνο (ως αντιπρόσωπο του Θεού), ο οποίος μπορούσε έναντι καταβολής ή μη φόρου να τις παραχωρεί στους προ της κατάκτησής τους κατόχους τους και διαδόχους αυτών. Στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της εποχής δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια της &#8220;κυριότητας&#8221;, αλλά η παραχώρηση της γης είχε την έννοια μιας αναγνωρισμένης από την εξουσία μορφής ευρείας υλικής εξουσίασης του ακινήτου και πορισμού ωφελειών από αυτό, ανάλογων με την φύση και μορφή του και των αναγκών της εποχής εκείνης. Υπό αυτό το πνεύμα διαμορφώθηκε η μεταγενέστερη με το Νόμο Περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 δηλ. χριστ.έτους 1856 κατάταξη των γαιών σε</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>α) ιδιόκτητες ή καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ),</strong> όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ. που βρίσκονταν στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, στις οποίες αυτοί που τις εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», «Οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι τεσσάρων ειδών: 1) Τα εν τοις χωρίοις και κώμαις (Κασαπάτ) κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολόν των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να μη ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, 2) Αι γαίαι, αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχωνται κατά τους διαφόρους τρόπους της κυριότητος, 3) Αι δεκατιζόμεναι γαίαι (ουσσριγέ, δηλαδή terres decimates) και 4) Αι φορολογούμεναι γαίαι (χαραζδζιέ, δηλαδή terres tributaires). Δεκατιζόμεναι γαίαι είναι αι εν καιρώ της κατακτήσεως εις τους πορθητάς ως λάφυρα διανεμηθείσαι γαίαι. Φορολογούμεναι γαίαι είναι αι γαίαι, αι οποίαι είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη Μουσουλμάνων (περί όλων των ανωτέρω βλ. Δ. Νικολαΐδου, ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ, έκδ. 1869, σελ. 429-430). Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα, τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας εξομοιώνονται με τα κινητά και για τη μεταβίβασή τους δεν απαιτείται καμία διατύπωση, αλλά αρκεί η αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με ιδιωτικά έγγραφα και μάρτυρες. Η μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της μεταβίβασης των ακινήτων αυτών δεν ήταν αναγκαία, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση των βακουφίων και των δημοσίων γαιών. Οι νομοθετικές μεταβολές που επέφερε ο νόμος 28ης Ρετζέπ 1291 (καθ’ ημάς 1875) δεν μετέβαλαν και τον τρόπο μεταβίβασης των τέλειας ιδιοκτησίας &#8220;μούλκι&#8221; ακινήτων, ο οποίος ρυθμιζόταν από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στην κατηγορία &#8220;μουλκ&#8221;, ανήκουν μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). <a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί),</strong> όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στον Σουλτάνο, ενώ η εξουσίαση ή &#8220;ωφέλιμη κυριότητα&#8221; (&#8220;τεσσαρούφ&#8221;, &#8220;tassaruf&#8221;), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί με ταπί σε ιδιώτες από τον Σουλτάνο έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η χρήση του εδάφους, αντίστοιχη με την φύση και τη μορφή του. Επομένως, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 477/2016).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια),</strong> των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηρίου, νοσοκομείου κ.λπ.) και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής,</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων</strong> <strong>των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ)</strong>, όπως δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες επίσης ήταν δημόσιες, ανήκουσες στον Σουλτάνο και</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ε) νεκρές γαίες (μεβάτ),</strong> δηλ. οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια, οι άβατες κλιτύες κλπ. οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξουσίαση με σκοπό πορισμού οφέλους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν επίσης δημόσιες ανήκουσες στον Σουλτάνο.<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται στις περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.<a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Με το πρώτο (Α`) Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας) της 3 Φεβρουαρίου/22 Ιανουαρίου 1830 του Λονδίνου &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221; οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Με δύο νέα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, γνωστά ως &#8220;ερμηνευτικά&#8221;, την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το Πρωτόκολλο Οριοθεσίας Στερεάς και Νήσων, προσδιορίσθηκε η έκταση της ιδιωτικής και δημόσιας γαιοκτησίας στις περιοχές του νεοελληνικού κράτους.  Ως “Παλαιό Βασίλειο” προσδιορίζονται τα εδάφη εκείνα που συγκρότησαν την αρχική εδαφική επικράτεια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και είναι συγκεκριμένα η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα, η Εύβοια, η Φθιώτιδα ,οι Κυκλάδες και οι Νήσοι του Σαρωνικού (48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS). Έτσι, <strong>στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν κατ` αμάχητο τεκμήριο με δικαίωμα πολέμου οι εκτάσεις που εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο (δημόσιες γαίες), οι οποίες κατά την διάρκεια του πολέμου καταλήφθηκαν manu millitari (δια της βίας) και δημεύτηκαν, καθώς και όσες, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ανήκαν ως μουλκ σε μουσουλμάνους, καταλήφθηκαν και στη συνέχεια δημεύτηκαν ή εγκαταλείφθηκαν από τους αναχωρήσαντες από την τότε ελληνική επικράτεια μουσουλμάνους πρώην κυρίους τους και παρέμειναν αδέσποτες (ΑΠ 472/1899), όχι όμως και όσες γαίες κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από χριστιανούς- έλληνες το γένος- με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο, είτε ήταν μουλκ είτε ήταν εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί. <a href="#_ftn4" name="_ftnref4"><strong>[4]</strong></a></strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των οθωμανικών γαιών αποδεικνύονταν με τους σχετικούς οθωμανικούς τίτλους, οι κυριότεροι των οποίων αναφέρονταν στα “ταπιά” και στα “χοτζέτια”. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833, 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836, συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες, κατά την έναρξη της ισχύος των εν λόγω ΒΔ, είχαν το χαρακτήρα λιβαδίου ή δάσους και για τις οποίες δεν είχαν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, το οποίο μπορούσε να ανατραπεί μόνον εφόσον αποδεικνυόταν 30ετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11.9.1915 (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1392/2010). Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα, το άρθρο 2 § 1 του α.ν.1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, το άρθρο 16 του από 21.06/03.07.1837 νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων”, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑ.Κ., όπως και κατά το άρθρο 972 του ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα, τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο, έστω και αν επ` αυτών ουδεμία πράξη νομής ενήργησε. Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδικαίως και τη νομή του ακινήτου, ανεξαρτήτως αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ` αυτό πράξεις διακατοχής (ΑΠ 7/2019, ΑΠ 132/2000, ΑΠ 532/1980).</p>
<p style="text-align: justify;">Σε βάρος του Δημοσίου ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτη σε δημόσιο δάσος, ή λιβάδι όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, [ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3)], με έκτακτη χρησικτησία, προϋποθέσεις της οποίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί 30 τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη και με δυνατότητα προσμέτρησης στον χρόνο νομής του χρησιδεσπόζοντος, του χρόνου όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εάν είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, εφόσον, όμως, ο χρόνος της χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ΄/1912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης»  (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016,  ΑΠ 629/2016,  ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015, 705).<a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 182/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> 21/2024 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> 25/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-peloponniso/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Πελοπόννησο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-peloponniso/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ορισμός Δάσους και δασικής έκτασης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/orismos-dasous-ke-dasikis-ektasis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/orismos-dasous-ke-dasikis-ektasis/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 22 Oct 2026 06:22:14 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18817</guid>
		<description><![CDATA[<p>Δάσος θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 &#8220;περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών&#8221; και επαναλήφθηκε στο άρθρο 57 του Ν. 3077/1924 &#8220;περί δασικού κώδικος&#8221;, ενώ περιέχεται &#8211; διευρυνόμενος εκάστοτε [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/orismos-dasous-ke-dasikis-ektasis/">Ορισμός Δάσους και δασικής έκτασης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Δάσος θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 &#8220;περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών&#8221; και επαναλήφθηκε στο άρθρο 57 του Ν. 3077/1924 &#8220;περί δασικού κώδικος&#8221;, ενώ περιέχεται &#8211; διευρυνόμενος εκάστοτε ως προς το δασικό χαρακτήρα των εδαφών (δάσος, δασικά εδάφη, δασικές εκτάσεις) και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες &#8211; και στις διατάξεις των άρθρων 45 του Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 9 του Α.Ν. 3/1935) και 1 Α.Ν. 857/1937, 1 του Ν Δ. 69/1969 και 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 998/1979 &#8220;ως <strong>δάσος</strong> νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 3 παρ. 1) και &#8220;ως <strong>δασική έκταση</strong> νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών&#8221; (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος, ως οργανικό στοιχείο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. <a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον, δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ400/2011). Ούτε ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 111/2023 &#8211; από την επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr). Για τον χαρακτηρισμό μίας εκτάσεως ως δασικής, αρκεί να υπάρχουν στοιχεία, όπως η γειτνίαση αυτής με δάσος ή με δασική έκταση ή η σύνδεσή της με δασικό οικοσύστημα, ώστε να προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση συγκροτεί με αυτά δασική οργανική ενότητα (Α.Π. 202/2016 -από την επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr), ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του δάσους ή της δασικής έκτασης στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του νόμου 3.208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του νόμου 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ Σ.τ.Ε. 32/2013, Ολ Σ.τ.Ε. 34/2013, Α.Π. 10/2020, Α.Π. 1.182/2018, Α.Π. 596/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή κατ’ άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτόν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται δε υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλον προορισμό. Από την εν λόγω συνταγματική διάταξη συνάγεται ότι, η δασική μορφή της έκτασης δεν αναιρείται από την καταστροφή της λόγω πυρκαγιάς ή από τυχόν αυθαίρετες επεμβάσεις επ` αυτής, οι οποίες συνεπάγονται προσωρινά την καταστροφή της δασικής βλάστησης, διότι οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση και αν διαμορφωθεί επί υπάρξαντος δάσους (πυρκαγιά, εκχέρσωση, ανοικοδόμηση κ.λ.π.), δεν είναι δυνατό να αποστερήσει από αυτό τον δασικό του χαρακτήρα, καθόσον η προστασία των δασών κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα (άρθρα 117 παρ. 3 και 24 παρ.1) χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, προκειμένου να διατηρηθεί η κατά τον προορισμό τους χρήση και να διαφυλαχθεί η φυσική και βιολογική ισορροπία που προκύπτει από την ύπαρξή τους (Ολ Σ.τ.Ε. 3.754/1981, Σ.τ.Ε. 2.778/1988, Σ.τ.Ε. 664/1990, Σ.τ.Ε. 2.381/1994 ΝΟΜΟΣ).<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με την συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος</strong>. Την κρισιμότητα του στοιχείο αυτού ανέδειξε η υπ’ αριθμόν <strong>27/1999 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικστηρίου (ΑΕΔ)</strong> σύμφωνα με την οποία «<em>το Σύνταγμα, προστατεύοντας δια του άρθρου 24 το δάσος και τις δασικές εκτάσεις, παραπέμπει στην επιστημονική έννοια των εδαφικών τούτων οικοσυστημάτων προς την οποία υποχρεούται να συμμορφωθεί και ο νομοθέτης, κατά την ειδικότερη οργάνωση της συνταγματικής προστασίας. Είναι δε, κατά την οικεία επιστήμη (δασική οικολογία), δάσος ή δασικό οικοσύστημα, οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλλεξαρτήσεώς και αλληλεπιδράσεώς τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Εξ άλλου, δασική έκταση υπάρχει όταν στο ανωτέρω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι ο οργανική ενάτης της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλαστήσεως, η οποία καθιστάμενη δια των ειρημένων διασυνδέσεων της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας, προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαιτέρα του ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς η ενάτης αυτή δύναται να συνάγεται εκ των εις τα στοιχεία του φακέλλου περιγραφόμενων χαρακτηριστικών της περί ης εκάστοτε πρόκειται αγρίας ξυλώδους βλαστήσεως. Πάντως, εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της εννοίας του δάσους ή δασικής εκτάσεως, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία παντός δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, ήτοι ο κύριος ρόλος του εις τον κύκλο άνθρακος και στην παραγωγή οξυγόνου, η συγκράτηση των ομβρίων υδάτων και του χώματος κ.ο.κ. Τοιουτοτρόπως δεν απαιτείται να βεβαιούται εκάστοτε ρητώς και ειδικώς κατά τον χαρακτηρισμόν δάσους ή δασικής εκτάσεως η προϋπόθεση αυτή. Κατά ταύτα, ορίζοντας το άρθρο 3 του ν. 998/1979 ότι &#8220;δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος&#8221;, είναι σύμφωνος με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι, κατά την αληθή του έννοια, το άρθρο τούτο δεν θέτει δύο αθροιστικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του δάσους, αλλά μόνον μίαν, ήτοι την οργανική ενότητα αυτού, ώστε αν αυτή υπάρχει έπεται κατ` ανάγκην, πλεοναστικώς αναφερομένη εις τον νόμον, η συμβολή του δάσους στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτησιν της διαβιώσεως του ανθρώπου με τη συμβολή της ή με τα προϊόντα της δασοπονίας.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> ΑΠ 826/2018 (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> 107/2025  Μονομελές Εφετείο Λαμίας (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/orismos-dasous-ke-dasikis-ektasis/">Ορισμός Δάσους και δασικής έκτασης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/orismos-dasous-ke-dasikis-ektasis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 21 Oct 2026 06:27:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18814</guid>
		<description><![CDATA[<p>Το οθωμανικό δίκαιο που ρύθμιζε το καθεστώς των γαιών εξελίχθηκε διαχρονικά σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις. Η πρώτη αντιστοιχεί στο πρώιμο ισλαμικό δίκαιο, το οποίο αντλούσε της βασικές του αρχές από το Κοράνι και τη θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ. Η δεύτερη φάση σηματοδοτείται από την έκδοση κανονιστικών διατάξεων (kanun), η οποία άρχισε περί το 1300 μ.Χ., ενώ κατά την περίοδο 1451–1481 οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν σε συλλογές γνωστές ως Kanunname [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/">Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Το οθωμανικό δίκαιο που ρύθμιζε το καθεστώς των γαιών εξελίχθηκε διαχρονικά σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις. Η πρώτη αντιστοιχεί στο πρώιμο ισλαμικό δίκαιο, το οποίο αντλούσε της βασικές του αρχές από το Κοράνι και τη θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ. Η δεύτερη φάση σηματοδοτείται από την έκδοση κανονιστικών διατάξεων (kanun), η οποία άρχισε περί το 1300 μ.Χ., ενώ κατά την περίοδο 1451–1481 οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν σε συλλογές γνωστές ως <em>Kanunname</em> από της Οθωμανούς Σουλτάνους. Η Τρίτη και τελική φάση διαμορφώθηκε με την ψήφιση του κωδικοποιημένου Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7<sup>ης</sup> Ραμαζάν 1274 (1858), ο οποίος καθιέρωσε την κατάταξη των γαιών σε επτά επιμέρους κατηγορίες.</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά την πρώτη περίοδο, κατά το αρχαιότερο μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες θεωρούνταν ότι ανήκαν στα λάφυρα των νικητών, που αγωνίζονταν για την επικράτηση του Ισλαμισμού. Οι γαίες διακρίνονταν σε δύο βασικές κατηγορίες: της ιδιόκτητες και της πολιτειακές. Βασική αρχή του ισλαμικού δικαίου ήταν ότι η κυριότητα όλων των γαιών ανήκε στον Θεό και ασκούνταν επί της γης από τον εκπρόσωπό του, δηλαδή τον Καλίφη ή Σουλτάνο. Της ιδιόκτητες γαίες περιλαμβάνονταν όσες κατείχαν με πλήρη κυριότητα μουσουλμάνοι που κατέβαλλαν τον προβλεπόμενο φόρο (δεκάτη), καθώς και οι γαίες μη μουσουλμανικών πληθυσμών που είχαν υποταχθεί ειρηνικά. Αντίθετα, οι πολιτειακές γαίες προορίζονταν για την εξυπηρέτηση συλλογικών αναγκών και δεν ήταν δυνατόν να παραχωρηθούν σε ιδιώτες της αποκλειστική εκμετάλλευση.<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τη δεύτερη περίοδο (1300 – 1858 μ.Χ.), με την κωδικοποίηση των σουλτανικών διατάξεων στα <em>Kanunname</em>, διατηρήθηκε η διάκριση μεταξύ ιδιόκτητων και πολιτειακών γαιών, πλην της το περιεχόμενο των δύο κατηγοριών μεταβλήθηκε ουσιωδώς. Οι ιδιόκτητες γαίες περιορίστηκαν κυρίως της οικίες και τα αντίστοιχα οικόπεδά της εντός οικισμών, ενώ το σύνολο σχεδόν των λοιπών εκτάσεων, είτε καλλιεργήσιμων είτε μη, εντάχθηκε της δημόσιες γαίες. <a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a>Παράλληλα, καθιερώθηκε ο θεσμός της παραχώρησης του δικαιώματος «εξουσίασης» (<em>tasarruf</em>) επί των δημοσίων γαιών σε ιδιώτες. Στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της εποχής δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια της «κυριότητας», αλλά η παραχώρηση της γης είχε την έννοια μιας αναγνωρισμένης από την εξουσία μορφής ευρείας υλικής εξουσίασης του ακινήτου και πορισμού ωφελειών από αυτό, ανάλογων με την φύση και μορφή του και των αναγκών της εποχής εκείνης (182/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Η τρίτη φάση της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας ολοκληρώθηκε με τον Νόμο περί Γαιών του 1858, ο οποίος προέβλεψε την ταξινόμηση των γαιών σε επτά κατηγορίες:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>α) ιδιόκτητες ή καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ</strong>), της οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ. Που βρίσκονταν της πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, της οποίες αυτοί που της εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να της διαθέτουν ελεύθερα της τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», <em>«οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι τεσσάρων ειδών: 1) Τα εν τοις χωρίοις και κώμαις (Κασαπάτ) κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολόν των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να μη ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>2) Αι γαίαι, αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχωνται κατά της διαφόρους τρόπους της κυριότητος, </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>3) Αι δεκατιζόμεναι γαίαι (ουσσριγέ, δηλαδή terres decimates) και </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>4) Αι φορολογούμεναι γαίαι (χαραζδζιέ, δηλαδή terres tributaires). </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Δεκατιζόμεναι γαίαι είναι αι εν καιρώ της κατακτήσεως εις της πορθητάς ως λάφυρα διανεμηθείσαι γαίαι. Φορολογούμεναι γαίαι είναι αι γαίαι, αι οποίαι είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη Μουσουλμάνων» </em>(περί όλων των ανωτέρω βλ. Δ. Νικολαΐδου, ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ, έκδ. 1869, σελ. 429-430).</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα, τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας εξομοιώνονται με τα κινητά και για τη μεταβίβασή της δεν απαιτείται καμία διατύπωση, αλλά αρκεί η αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με ιδιωτικά έγγραφα και μάρτυρες. Η μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της μεταβίβασης των ακινήτων αυτών δεν ήταν αναγκαία, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση των βακουφίων και των δημοσίων γαιών. Ο τρόπος μεταβίβασης των τέλειας ιδιοκτησίας «μουλκ» ακινήτων, δεν μεταβλήθηκε από νεώτερους Οθωμανικούς νόμους, καθώς ανήκε στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, που ακτίσχυε των τελευταίων (182/2025 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ, 62/2004 ΠΠρ Νάξου, NOMOS). Επομένως, στην κατηγορία «μουλκ», ανήκουν μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται της πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). <a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a> Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας είναι οπωσδήποτε τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα και εργαστήρια που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τα χωριά και τις κωμοπόλεις, καθώς και οι συνεχόμενοι χώροι (κήποι &#8211; αυλές) που περιβάλλουν αυτά, οι οποίοι δεν μπορούν να είναι έκτασης μεγαλύτερης του μισού στρέμματος (ΑΠ 620/1976, ΑΠ 1135/1975, 267/2008 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί),</strong> της τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στον Σουλτάνο, ενώ η εξουσίαση ή «ωφέλιμη κυριότητα» («τεσσαρούφ», «tassaruf»), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί με ταπί σε ιδιώτες από τον Σουλτάνο έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η χρήση του εδάφους, αντίστοιχη με την φύση και τη μορφή του<strong>. </strong>Επομένως, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 477/2016). Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι και αν ακόμη το οικόπεδο καλλιεργείται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα δεν καθίσταται τούτο δημόσια γη, με την έννοια του οθωμανικού ως άνω νόμου «περί γαιών», ο οποίος ως δημόσιες γαίες εννοεί τους αγρούς και όχι τα οικόπεδα και τους κήπους (ΑΠ 620/1976).<strong>            </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια),</strong> των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηρίου, νοσοκομείου κ.λπ.) και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής,</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων της μόνο χωριού (μετρουκέ)</strong>, της δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες της ήταν δημόσιες, ανήκουσες στον Σουλτάνο και</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ε) νεκρές γαίες (μεβάτ)</strong>, δηλ. οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια, οι άβατες κλιτύες κλπ. Οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση της η καλλιέργεια της ή οποιασδήποτε της μορφής εξουσίαση με σκοπό πορισμού οφέλους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν της δημόσιες ανήκουσες στον Σουλτάνο.<a href="#_ftn4" name="_ftnref4">[4]</a> Ειδικότερα, ως της την κατηγορία των νεκρών γαιών, ήτοι χέρσων και ακαλλιέργητων γαιών, αν καταφέρει ιδιώτης να της εκχερσώσει και να της καλλιεργήσει, κάνοντάς της εύφορες, λ.χ. φυτεύοντας σε αυτές δέντρα και κλίματα, τότε της καθιστά γαίες πλήρους και τέλειας ιδιοκτησίας (μούλκι), έχει δε την υποχρέωση ο ιδιώτης να καταβάλει στο Δημόσιο την αξία που είχε η γη όταν ήταν χέρσα και ακαλλιέργητη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο τού χορηγεί το «ταπίον», που ήταν ο επίσημος τίτλος του Κτηματολογίου, δυνάμει του οποίου αναγνωριζόταν επισήμως η επί της γης εξουσία του ιδιώτη. <a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Η εισαγωγή του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών στα διάφορα τμήματα του Ελληνικού Κράτους άμα τη προσάρτησή της σε αυτό γινόταν με ειδικούς νόμους με σχετική ρητή πρόβλεψη.</p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται της περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.<a href="#_ftn6" name="_ftnref6">[6]</a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Γ. Νάκος, «Ιστορία του Ελληνικού Δικαίου Συμβολή στο Δίκαιο του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Εξελικτικές διακυμάνσεις του Οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος», τεύχος β΄, University Studio Press, 1986, σ. 21-22.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> Γ. Νάκος, «<em>Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών 1821-1912</em>», 1984, σ. 24 επ.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> 182/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> Ν. Ελευθεριάδου, «Γνωμοδοτήσεις περί κτηματικών ζητημάτων και διαφορών εν ταις νέαις χώραις», ανατύπωση εκ του δελτίου του Υπουργείου Οικονομικών, Εθνικό Τυπογραφείο, 1915, σελ.32· Άρθρο 103 νόμου Περί Γαιών.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref6" name="_ftn6">[6]</a> 21/2024 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/">Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
