<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών &#187; Χωρίς κατηγορία</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/category/%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b7%cf%84%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Fri, 25 Sep 2026 07:08:33 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Χαρακτηρισμός έκτασης ως δασικής – Αρμοδιότητα Δικαστηρίων</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-ektasis-os-dasikis-armodiotita-dikastirion/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-ektasis-os-dasikis-armodiotita-dikastirion/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 25 Sep 2026 07:08:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18756</guid>
		<description><![CDATA[<p>Για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής, αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει (ΑΠ 596/2016 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, μοναδική αρμόδια υπηρεσία για να αποφανθεί, κατά πόσο μία έκταση αποτελεί δάσος ή είναι δασική, είναι η Διεύθυνση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του οικείου Νομού, η οποία έχει επιφορτιστεί με το έργο της κατάρτισης, ανάρτησης και θεώρησης των [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/charaktirismos-ektasis-os-dasikis-armodiotita-dikastirion/">Χαρακτηρισμός έκτασης ως δασικής – Αρμοδιότητα Δικαστηρίων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής, αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει (ΑΠ 596/2016 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, μοναδική αρμόδια υπηρεσία για να αποφανθεί, κατά πόσο μία έκταση αποτελεί δάσος ή είναι δασική, είναι η Διεύθυνση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του οικείου Νομού, η οποία έχει επιφορτιστεί με το έργο της κατάρτισης, ανάρτησης και θεώρησης των Δασικών Χαρτών και η οποία, με τη μέθοδο της φωτοερμηνείας παλαιότερων (έτους 1945) και πρόσφατων (ετών 1998, 2007, 2015) αεροφωτογραφιών των εκτάσεων, αποτυπώνει στους δασικούς χάρτες με μέγιστη ακρίβεια τις δασικές εκτάσεις κ.ο.κ. <strong>Η διακρίβωση του χαρακτήρα μιας έκτασης, που γίνεται με βάση τα πορίσματα και τις μεθόδους της επιστήμης της δασολογίας και στηρίζεται κυρίως στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί διοικητικής φύσης ζήτημα, η κρίση επί του οποίου ανήκει στη Διοίκηση και υπόκειται σε περίπτωση αμφισβήτησης, στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικράτειας</strong> (Σ.τ.Ε. 794/1999 ΝΟΜΟΣ). Στη συνέχεια, και εφόσον δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου του αναρτημένου Δασικού Χάρτη, αυτός κυρώνεται με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης του οικείου Νομού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και από το χρονικό αυτό σημείο ο Δασικός Χάρτης καθίσταται οριστικός και παράγει πλήρη απόδειξη για τις εκτάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση ότι αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις. Η απόφαση κύρωσης του Δασικού Χάρτη, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, απολαμβάνει του τεκμηρίου της νομιμότητας, έως ότου ανακληθεί ή ακυρωθεί διοικητικά ή δικαστικά, κατόπιν άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατ’ αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (Σ.τ.Ε. 889/2021, Σ.τ.Ε. 1.540/2020, Σ.τ.Ε. 642/2020, Σ.τ.Ε. 490/2020, Σ.τ.Ε. 491/2020, Σ.τ.Ε. 1.412/2019, Σ.τ.Ε. 1.855/2019, Σ.τ.Ε. 1856/2019, Σ.τ.Ε. 1.857/2019, Σ.τ.Ε. 1.858/2019, Σ.τ.Ε. 2.800/2019, Σ.τ.Ε. 1.810/2018 ΝΟΜΟΣ).<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Επειδή κατά το άρθρο 2 του KΠολΔικ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. <strong>Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σ’ αυτά κατά το άρθρο 1 </strong><strong>K</strong><strong>ΠολΔικ ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως,</strong> εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. <strong>Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων</strong> (ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 2248/2014). Δεν δύναται επομένως ο έλεγχος τους να επεκταθεί στην ουσιαστική κρίση του Δασάρχη ως προς την ύπαρξη ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 2 και 14 του ν. 998/1979, βάσει των οποίων χαρακτηρίζεται η επίδικη έκταση δασική. Τούτο διότι ο χαρακτήρας της συνολικής επίδικης εκτάσεως ως δημόσιας δασικής τοιαύτης, ανήκουσας στην πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (915/2025 ΑΠ).Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου δικαστηρίου. Η έννοια του παρεμπίπτοντος (άρθρ. 2 και 282) συνδέεται με την εξέταση και όχι με τη διάγνωση του κριθέντος ζητήματος. Δηλαδή <strong>ο &#8220;παρεμπίπτων έλεγχος&#8221; έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν ως άκυρη κλπ, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντεύθεν δε δεν παράγεται δεδικασμένο </strong>(596/2016 ΑΠ NOMOS, 826/2018 ΑΠ NOMOS)<strong>. (</strong>ΑΠ 596/2016 (NOMOS))</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 107/2025  Εφετείο Λαμίας (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/charaktirismos-ektasis-os-dasikis-armodiotita-dikastirion/">Χαρακτηρισμός έκτασης ως δασικής – Αρμοδιότητα Δικαστηρίων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-ektasis-os-dasikis-armodiotita-dikastirion/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Επτάνησα</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-eptanisa/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-eptanisa/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 24 Sep 2026 09:23:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18753</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 &#8220;Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων&#8221; (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 &#8220;περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας&#8221; (άρθρο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-eptanisa/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Επτάνησα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 &#8220;Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων&#8221; (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 &#8220;περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας&#8221; (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι <strong>επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου</strong>. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/&#8230; για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 &#8220;περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας&#8221;), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αδέσποτα ακίνητα ανήκοντα στο Δημόσιο</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 &#8211; 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, <strong>δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο </strong>(ΑΠ 341/2024, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες, καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ. 1163/2022). Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938. Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος &#8220;περί διακρίσεως κτημάτων&#8221; καταργήθηκε, ενώ αντ` αυτού ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο.</p>
<p style="text-align: justify;">Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου &#8220;περί διακρίσεως κτημάτων&#8221; καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019). Τέτοιο ειδικό τίτλο αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΡΝ/1866 &#8220;Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ. Ε457 &#8211; άρθρα 1 και 2&#8243;, δυνάμει της οποίας (άρθρου 1) εισήχθησαν και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 οι περί την διοίκηση και διαχείριση των δασών τότε ισχύουσες διατάξεις, <strong>δυνάμει δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου ΡΝ/1866 εισήχθη και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 ο από 21.6.1837 νόμος περί διακρίσεως κτημάτων, κατ&#8217; άρθρο 16 του οποίου όλα τα αδέσποτα (εκτός των άλλων εκεί διακρίσεων) κτήματα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 1163/2022).</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Βάρος απόδειξης</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, &#8220;Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221;, στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων &#8220;δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και ειδικότερα στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 881/2022). (1242/2025 ΑΠ (NOMOS))</p>
<p style="text-align: justify;">Επομένως, το γεγονός ότι τμήματα των επίδικων εκτάσεων χαρακτηρίζονται ως έχοντα δασική μορφή, δεν καθιστά αυτές και δημόσιες, χωρίς την ύπαρξη τίτλου ή πράξεων νομής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου που θεσπίσθηκε με το β.δ. της 16.11.1936, αλλά αντίθετα απαιτείται πέραν της δασικής μορφής της επίδικης έκτασης και η επίκληση της από μέρους του Δημοσίου κτήσης κυριότητας επ` αυτής με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο ΑΚ ή από τον ΑΚ, είτε από κάποιο άλλο ειδικό νόμο τρόπους, ή η απόδειξη ότι η επίδικη έκταση υπήρξε αδέσποτη, δηλαδή ότι δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ώστε να περιέλθει exlege στο Ελληνικό Δημόσιο με το ν. ΡΝ/1866, με τον οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του ν. της 21.6.1837 «περί διαχειρίσεως δημόσιων κτημάτων» στα Ιόνια Νησιά.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Χρησικτησία επί δασικών εκτάσων Επτανήσου</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ., 593, 2063 και 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ. στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του Α.Κ. ή και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος Ιόνιου Αστικού Κώδικα, κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (παραγραφή) γίνεται αυτός που το διακατέχει συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία (Α.Π. 568/2021, Α.Π. 1346/2010). Δεν αποκλείεται να συντρέξει νόμιμη περίπτωση, κατά την οποία ο ειδικός διάδοχος στη νομή θα προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής εκείνον του προκατόχου δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1051  ΑΚ), για να συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει κύριος του πράγματος. Σε τέτοια περίπτωση, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το τέως δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου και θα συμπληρωθεί με το συνυπολογισμό του χρόνου που υπολείπεται υπό την ισχύ του  ΑΚ, αν δε, αντίθετα, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος, θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθιοριζόμενη απ` αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από 23-2-1946 (σχετ . ΑΠ 463/2004). (ΑΠ1160/2025 NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 984, επ., 994 του ΑΚ και 2084 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομα του, ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτήν η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων περιλαμβάνονται και οι συγκληρονόμοι (ΑΠ 1559/2001). Oμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της αποφάσεως, που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι νέμεται εφεξής αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό του (ΑΠ 32/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί του ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ&#8217; αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η σπορά, η φύτευση δέντρων και συλλογή των καρπών αυτού αυτοπροσώπως ή με την πρόσληψη εργατών, η βόσκηση ζώων, η ανέγερση κτίσματος κλπ.(ΑΠ1340/2010 NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Συνοψίζοντας λοιπόν, </strong>στα Επτάνησα το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε λόγω διαδοχής γενικό δικαίωμα κυριότητας επί των δασών κατά την ένωση των νησιών με την Ελλάδα, καθώς ούτε το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων ούτε οι επιχώριες περιουσίες των νήσων περιήλθαν στην κυριότητά του. Κυριότητα του Δημοσίου μπορεί να θεμελιωθεί μόνο επί αδεσπότων ακινήτων, τα οποία περιέρχονται σε αυτό εκ του νόμου (άρθρο 16 του ν. της 21.6.1837 και σήμερα άρθρο 972 ΑΚ), ή βάσει άλλου ειδικού νόμιμου τίτλου κτήσης. Για τον λόγο αυτό, στα Επτάνησα δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών του β.δ. της 16.11.1836, γεγονός που κατοχυρώνεται πλέον ρητά και στο άρθρο 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν αρκεί να αποδείξει τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, αλλά οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένο νόμιμο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της, ενώ, ελλείψει του τεκμηρίου, κάθε διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Παράλληλα, επί δασών και δασικών εκτάσεων των Επτανήσων είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία, σύμφωνα αρχικά με τις διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα (τριακονταετής παραγραφή) και, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετής νομή), εφόσον ασκούνται εμφανείς πράξεις νομής, όπως η βοσκή, η υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη ή η εκμετάλλευση της δασικής έκτασης, οι οποίες εκδηλώνουν τη βούληση του νομέα να την κατέχει ως κύριος.</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-eptanisa/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Επτάνησα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-eptanisa/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Απόρριψη αιτήματος αναβολής βάσει του άρθρου 349 ΚΠΔ με προσκόμιση πιστοποιητικού εκδοθέντος από ιδιώτη ιατρό</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/aporripsi-etimatos-anavolis-vasi-tou-arthrou-349-kpd-me-proskomisi-pistopiitikou-ekdothentos-apo-idioti-iatro/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/aporripsi-etimatos-anavolis-vasi-tou-arthrou-349-kpd-me-proskomisi-pistopiitikou-ekdothentos-apo-idioti-iatro/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Sep 2026 08:30:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18750</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 486/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ποιν.) αίτημα αναβολής βάσει του άρθρου 349 ΚΠΔ δεν μπορεί να γίνει δεκτό αν προέρχεται από ιδιώτη ιατρό αμειβόμενο από τους ασθενείς του, παρά μόνο με πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο), ή από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ενταγμένο σε Δημόσια Μονάδα Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. (ήτοι Κέντρα Υγείας με τα υπαγόμενα σ&#8217; αυτά Περιφερειακά Ιατρεία κ.λ.π.) ή [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/aporripsi-etimatos-anavolis-vasi-tou-arthrou-349-kpd-me-proskomisi-pistopiitikou-ekdothentos-apo-idioti-iatro/">Απόρριψη αιτήματος αναβολής βάσει του άρθρου 349 ΚΠΔ με προσκόμιση πιστοποιητικού εκδοθέντος από ιδιώτη ιατρό</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 486/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ποιν.) αίτημα αναβολής βάσει του άρθρου 349 ΚΠΔ δεν μπορεί να γίνει δεκτό αν προέρχεται από ιδιώτη ιατρό αμειβόμενο από τους ασθενείς του, παρά μόνο με πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο), ή από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ενταγμένο σε Δημόσια Μονάδα Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. (ήτοι Κέντρα Υγείας με τα υπαγόμενα σ&#8217; αυτά Περιφερειακά Ιατρεία κ.λ.π.) ή από ιδιώτη προσωπικό ιατρό συμβεβλημένο με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , καθόσον και αυτοί παρέχουν υπηρεσίες Π.Φ.Υ. (άρθρο 11 παρ.3 Ν.4486/2017) δωρεάν, λειτουργώντας ως δημόσιοι φορείς, αμειβόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..</p>
<p style="text-align: justify;">Ακολουθεί το κείμενο της αποφάσεως:</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Σύμφωνα δε με το άρθρο 349 παρ.1 του ΚΠΔ (Ν.</em><em>4620/2019</em><em>), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του Ν. </em><em>4947/2022</em><em> και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, &#8220;το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 340 ιδίου Κώδικα. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου&#8221;. Η διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 εδ.γ` ΚΠΔ, αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω με το άρθρο 41 Ν.</em><em>4947/2022</em><em>, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας πρέπει το σχετικό πιστοποιητικό να προέρχεται από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ή να πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο). Σε κάθε περίπτωση πάντως, δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιοδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Περαιτέρω, με το Ν.</em><em>4486/2017</em><em>, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4931/2022, επήλθαν σημαντικές μεταβολές στη διάρθρωση και λειτουργία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (Π.Φ.Υ.). Συγκεκριμένα στο άρθρο 1 (Γενικές Αρχές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας) του ως άνω Ν.</em><em>4486/2017</em><em> ορίζονται: &#8220;1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (Π.Φ.Υ.) νοείται το σύνολο των ολοκληρωμένων υπηρεσιών εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας, οι οποίες έχουν σκοπό την παρακολούθηση, διατήρηση και βελτίωση της υγείας του ανθρώπου. Οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν την προαγωγή της υγείας, την πρόληψη της νόσου, τη διάγνωση, τη θεραπεία, την ολοκληρωμένη φροντίδα και τη συνέχεια αυτής. Το Κράτος έχει την ευθύνη για την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών Π.Φ.Υ. στο σύνολο του πληθυσμού, με σεβασμό στα δικαιώματα και τις ανάγκες του. […] 3. Οι υπηρεσίες Π.Φ.Υ. οργανώνονται και λειτουργούν, σύμφωνα με τις αρχές της δωρεάν καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού, της ισότιμης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, της ειδικής μέριμνας για τις ευάλωτες και ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, της διασφάλισης της ποιότητας και ασφάλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών, της συνέχειας της φροντίδας υγείας, της ευθύνης και λογοδοσίας των παρόχων υπηρεσιών υγείας, της δεοντολογίας του ιατρικού επαγγέλματος ή κάθε άλλου επαγγέλματος υγείας, της εγγύτητας των υπηρεσιών στον τόπο κατοικίας, διαμονής ή εργασίας, της διασύνδεσης με λοιπές υπηρεσίες υγείας, της ορθολογικής παραπομπής σε άλλες μονάδες ή υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. ή συμβεβλημένων παρόχων για διάγνωση, θεραπεία, νοσηλεία ή περαιτέρω φροντίδα, της διατομεακής συνεργασίας με τοπικούς, κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς, καθώς και της αγωγής υγείας της κοινότητας και της ενεργούς συμμετοχής της στην ικανοποίηση των υγειονομικών της αναγκών.&#8221; Στο δε άρθρο 3 (Δημόσιες Μονάδες Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ.) του ίδιου νόμου (Ν.</em><em>4486/2017</em><em>) ορίζεται: &#8220;1. Οι υπηρεσίες Π.Φ.Υ. παρέχονται στο πλαίσιο ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου και αποκεντρωμένου συστήματος που οργανώνεται, διοικείται και λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) εντασσόμενο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Στο πρώτο επίπεδο Π.Φ.Υ. παρέχονται υπηρεσίες από τις Τοπικές Μονάδες Υγείας (Το.Μ.Υ.), τα Περιφερειακά Ιατρεία (Π.Ι.) της παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 1397/1983 (Α` 143), τα Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία (Π.Π.Ι.) της παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 2519/1997 (Α` 165), τα Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία (Ε.Π.Ι.) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2345/1995 (Α` 213) και τα Τοπικά Ιατρεία (Τ.Ι.) της παρ. 3 του άρθρου 3 του π.δ.266/1989 (Α` 127). &#8230;&#8221;. Ενώ στο άρθρο 11 (Συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παρόχοι Π.Φ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται &#8220;1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μπορεί να συμβάλλεται με ιατρούς, που κατέχουν τίτλο αναγνωρισμένης ειδικότητας και είναι εγγεγραμμένοι στους οικείους ιατρικούς συλλόγους, συνάπτει δε συμβάσεις με τους περισσότερους, κατά το δυνατόν, ιατρούς προς τον σκοπό διασφάλισης του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής ιατρού από τους ασφαλισμένους. Καθήκοντα προσωπικού ιατρού δύνανται να ασκούν ιδιώτες ιατροί του προηγούμενου εδαφίου που κατέχουν τους σχετικούς τίτλους ειδικοτήτων. (2&#8230;) 3. Οι συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσωπικοί ιατροί παρέχουν υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) στα ιατρεία τους ή και κατ` οίκον. Οι προσωπικοί ιατροί συνάπτουν σύμβαση με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , σύμφωνα με την οποία καλύπτουν τον εγγεγραμμένο ενήλικο πληθυσμό, έχουν ελάχιστο ωράριο απασχόλησης ανά ημέρα και ανά εβδομάδα, καθορίζεται το καθεστώς αναπλήρωσής τους όταν βρίσκονται σε άδεια, δύνανται να λαμβάνουν πρόσθετες χρηματικές παροχές και μπορούν να συμμετέχουν στην κάλυψη της εφημεριακής λειτουργίας των Μονάδων Π.Φ.Υ. της Υγειονομικής τους Περιφέρειας. […]</em></p>
<ol style="text-align: justify;" start="5">
<li><em> Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος της αποζημίωσης των συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αποτελεί περιεχόμενο της σύμβασης με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.&#8221;. Από όλα τα προαναφερόμενα και ειδικότερα από την ως άνω διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.</em><em>4947/2022</em><em>, δηλαδή μετά την προαναφερόμενη μεταρρύθμιση της Π.Φ.Υ με το Ν.4931/2022, συνάγεται ότι η βούληση του νομοθέτη είναι να προέρχεται το προσκομιζόμενο στο δικαστήριο πιστοποιητικό, για την απόδειξη του προβαλλόμενου σοβαρού λόγου υγείας<strong>, από πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο), ή από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ενταγμένο σε Δημόσια Μονάδα Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. (ήτοι Κέντρα Υγείας με τα υπαγόμενα σ` αυτά Περιφερειακά Ιατρεία κ.λ.π.) ή από ιδιώτη προσωπικό ιατρό συμβεβλημένο με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , καθόσον και αυτοί παρέχουν υπηρεσίες Π.Φ.Υ. (άρθρο 11 παρ.3 Ν.</strong></em><strong><em>4486/2017</em></strong><strong><em>) δωρεάν, λειτουργώντας ως δημόσιοι φορείς, αμειβόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , όχι δε και από ιδιώτη ιατρό που αμείβεται από τους ασθενείς, διότι η λειτουργία της Π.Φ.Υ. λειτουργεί με τις αρχές της δωρεάν καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού, και συνεπώς οι τελευταίοι δεν ανήκουν στους ιατρούς της Π.Φ.Υ. με την έννοια της διάταξης του άρθρου 349 παρ.1 του Κ.Π.Δ</em></strong><em>.».</em></li>
</ol>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/aporripsi-etimatos-anavolis-vasi-tou-arthrou-349-kpd-me-proskomisi-pistopiitikou-ekdothentos-apo-idioti-iatro/">Απόρριψη αιτήματος αναβολής βάσει του άρθρου 349 ΚΠΔ με προσκόμιση πιστοποιητικού εκδοθέντος από ιδιώτη ιατρό</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/aporripsi-etimatos-anavolis-vasi-tou-arthrou-349-kpd-me-proskomisi-pistopiitikou-ekdothentos-apo-idioti-iatro/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αποφάσεις της Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων επί των δασικών εκτάσεων</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/apofasis-tis-epitropis-ton-kata-tin-evvian-ke-attikin-ktimaton-epi-ton-dasikon-ektaseon/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/apofasis-tis-epitropis-ton-kata-tin-evvian-ke-attikin-ktimaton-epi-ton-dasikon-ektaseon/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 22 Sep 2026 07:47:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18744</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 μεταξύ των αντιπροσώπων των τριών μεγάλων δυνάμεων που υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου της 6/7/1827 κανονίστηκαν τα επί της Στερεάς σύνορα του αναγνωρισμένου κράτους. Με την έβδομη παράγραφο της εν λόγω Συνθήκης συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apofasis-tis-epitropis-ton-kata-tin-evvian-ke-attikin-ktimaton-epi-ton-dasikon-ektaseon/">Αποφάσεις της Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων επί των δασικών εκτάσεων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 μεταξύ των αντιπροσώπων των τριών μεγάλων δυνάμεων που υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου της 6/7/1827 κανονίστηκαν τα επί της Στερεάς σύνορα του αναγνωρισμένου κράτους. Με την έβδομη παράγραφο της εν λόγω Συνθήκης συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, δικαίωμα που παρασχέθηκε και στους κατοίκους της Αττικής, της Εύβοιας και στους κτηματίες των Θηβών. Επίσης, με την ίδια πιο πάνω παράγραφο συμφωνήθηκε ότι ειδική διοικητική επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Στη συνέχεια η Ελληνική Κυβέρνηση με την 55/1832 εγκύκλιο της επέτρεψε την αγορά των ευρισκόμενων στην Αττική και την Εύβοια Οθωμανικών ιδιοκτησιών, για τον έλεγχο δε και το κύρος των σχετικών πωλήσεων συστάθηκε, το πρώτον, η κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Ελληνική Επιτροπή &#8220;περί της αγοράς των Οθωμανικών ιδιοκτησιών&#8221;, η οποία με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε προς τους αγοραστές (Έλληνες), να αποφεύγουν την αγορά βακουφιών, μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κλπ.), γιατί αυτά περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη σύνταξης έγκυρων τουρκικών τίτλων πώλησης (χοτζετίων).</p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον, την 17<sup>η</sup>/11/1836 εκδόθηκε το ΒΔ «περί ιδιωτικών δαασών» σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 1 του οποίου ορίζεται ότι &#8220;εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματέων&#8230; τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παριουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα&#8221;. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα δάση: α) είναι ιδιωτικά αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά), αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι.</p>
<p style="text-align: justify;">Η πιο πάνω Επιτροπή, που λειτούργησε μέχρι το έτος 1849 (διότι έκτοτε διαλύθηκε), που επιτελούσε έργο της διοίκησης ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221; και, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ 15/1838),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της υπ’ αριθμ. 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ. Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών, είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων επί κτημάτων, αδιακρίτως (στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ των άλλων, και τα ιδιωτικά δάση που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικιών) από τους αναχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς προς τους Έλληνες, για την εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών. <strong>Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση στις αποφάσεις της εν λόγω Επιτροπής περί μη ύπαρξης απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Η τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αυτής </strong>(&#8220;Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων&#8221;) <strong>δεν αναπλήρωνε επομένως την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας με τις συνέπειές της, που, κατά τα προεκτιθέμενα, προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω ΒΔ &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;</strong>, διότι: 1) το διάταγμα αυτό ως μεταγενέστερο της σύστασης της Επιτροπής, αν και είχε υπόψη του την ενώπιον εκείνης τηρούμενη διαδικασία, δεν αρκέστηκε σ’ αυτήν, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες, που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών, στο προβλεπόμενο από αυτό αρμόδιο όργανο και 2) στην Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το ως άνω ΒΔ Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο Οθωμανικό Δίκαιο ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, στα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 874/2006). <strong>Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφιστάμενου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο που ανατρέπει ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω ΒΔ τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.</strong> Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών για την αναγνώριση ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής. Πράγματι, <strong>μόνο οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποίησης της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ της 17.11.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω ΒΔ (ΑΠ 573/2015).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο, <strong>οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής</strong>, που επιτελεί έργο της διοίκησης, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του Β.Δ/τος της 17/29.11.1836, <strong>δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς</strong>. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής έκτασης, οι οποίες μάλιστα κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοίκησης υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Επικρατείας και από τον Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, τότε οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής έκτασης, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεσθούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις,<strong> ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή τους πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015) </strong>(ΑΠ 826/2018 NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apofasis-tis-epitropis-ton-kata-tin-evvian-ke-attikin-ktimaton-epi-ton-dasikon-ektaseon/">Αποφάσεις της Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων επί των δασικών εκτάσεων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/apofasis-tis-epitropis-ton-kata-tin-evvian-ke-attikin-ktimaton-epi-ton-dasikon-ektaseon/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Δωδεκάνησα</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-dodekanisa/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-dodekanisa/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 21 Sep 2026 06:18:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18741</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύνοψη: Κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο, οι δημόσιες γαίες (αρζί-μιρί ή εραζί-εμιριέ), στις οποίες περιλαμβάνονταν οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι λειμώνες, οι βοσκές και τα δάση, ανήκαν κατά ψιλή κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, ενώ οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνον δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όχι πλήρη κυριότητα. Ειδικότερα, επί των καλλιεργήσιμων δημοσίων γαιών το δικαίωμα τεσσαρούφ αποκτιόταν είτε με διοικητική παραχώρηση και έκδοση ταπίου είτε, κατ&#8217; εξαίρεση, με [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-dodekanisa/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Δωδεκάνησα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;"><strong>Σύνοψη: </strong>Κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο, οι δημόσιες γαίες (αρζί-μιρί ή εραζί-εμιριέ), στις οποίες περιλαμβάνονταν οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι λειμώνες, οι βοσκές και τα δάση, ανήκαν κατά ψιλή κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, ενώ οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνον δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όχι πλήρη κυριότητα. Ειδικότερα, επί των καλλιεργήσιμων δημοσίων γαιών το δικαίωμα τεσσαρούφ αποκτιόταν είτε με διοικητική παραχώρηση και έκδοση ταπίου είτε, κατ&#8217; εξαίρεση, με δεκαετή αδιατάρακτη κατοχή και συνεχή καλλιέργεια του ακινήτου, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών. Η δυνατότητα αυτή περιοριζόταν αποκλειστικά στις καλλιεργήσιμες δημόσιες γαίες και δεν καταλάμβανε τα δημόσια δάση και τις λοιπές μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις, επί των οποίων δικαίωμα τεσσαρούφ μπορούσε να αποκτηθεί μόνο κατόπιν διοικητικής παραχώρησης και έκδοσης ταπίου, αποκλειομένης της κτήσης του με απλή κατοχή ή χρήση. Εξάλλου, το οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε τη χρησικτησία ως τρόπο κτήσης κυριότητας, τόσο επί των ιδιωτικών γαιών (μουλκ) όσο και επί των δημοσίων γαιών. <strong>Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη στη Δωδεκάνησο μόλις από 1.1.1932 με την εφαρμογή του Ιταλικού Αστικού Κώδικα, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή της σε βάρος του Δημοσίου, δεδομένου ότι από 10.1.1949 τέθηκε σε ισχύ ο α.ν. 1539/1938, ο οποίος απέκλεισε την παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του. Αντιθέτως, όσοι είχαν ήδη αποκτήσει δικαίωμα τεσσαρούφ επί καλλιεργήσιμων δημοσίων γαιών πριν από την ημερομηνία αυτή, κατέστησαν αυτοδικαίως πλήρεις κύριοι με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2100/1952, με το οποίο αποσβέστηκε η ψιλή κυριότητα του Δημοσίου επί των συγκεκριμένων εκτάσεων, δεν καταλάμβανε ωστόσο τα δημόσια δάση και τις λοιπές μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αναλυτικότερα:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>            Ιστορική αναδρομή</strong></p>
<ul style="text-align: justify;">
<li><em>23/06/1923: Συνθήκη Λωζάνης: Παραχώρηση ακίνητης περιουσίας Δωδεκανήσου από την Τουρκία στην Ιταλία.</em></li>
<li><em>10/02/1947: Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων: Παραχώρηση ακίνητης περιουσίας Δωδεκανήσου από την Ιταλία στην Ελλάδα.</em></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;">Δυνάμει του άρθρου 15 της από 23/6/1923 Συνθήκης της Λωζάνης, επικυρωθείσας από την Ιταλία με το υπ’ αριθμ. 1354/28-8-1924 Βασιλικό Διάταγμα, «Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου». Κατά το άρθρο 60 της ίδιας Συνθήκης «Τα Κράτη, υπέρ ων απεσπάσθη ή αποσπάται έδαφος εκ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, είτε δυνάμει της παρούσης Συνθήκης, θα αποκτήσωσιν άνευ ανταλλάγματος πάσαν ιδιοκτησίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κειμένην εν τω εδάφει τούτω». Επίσης, με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10/2/1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α’ του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. (30/12/1947) σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10-5-1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους».</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>Αστικό Δίκαιο</strong></p>
<ul style="text-align: justify;">
<li><em>Από 1929 έως και την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα: Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου</em></li>
<li><em>Έως 31/12/1931:Οθωμανικό Δίκαιο: Νόμος περί Γαιών</em></li>
<li><em>Έως 20/04/1942: Ιταλικός ΑΚ (1857)</em></li>
<li><em>Έως 29/12/1947: Ιταλικός ΑΚ (1942)</em></li>
<li><em>Ελληνικός ΑΚ</em></li>
</ul>
<p style="text-align: justify;"><strong>            Οθωμανικό Δίκαιο</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1/1/1932 με το υπ’ αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, ρυθμιζόταν από το οθωμανικό δίκαιο. Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78, 91-102 και 103-105 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες : α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια ή μουλκ ή μεμλουκέι), οι οποίες ήταν τα οικόπεδα, έστω και αν καλλιεργούνταν με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες που βρίσκονταν μέσα στις πόλεις, τα χωριά και κωμοπόλεις και τις οποίες είχαν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τις εξουσίαζαν και μπορούσαν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, είδος τους δε αποτελούσαν και οι φορολογούμενες γαίες, που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα μη μουσουλμάνων ιδιοκτητών, οι οποίοι κατέβαλαν έγγειο φόρο, β) τις δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπήρχαν δένδρα, που δεν τα καλλιεργούσε κανένας, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο (αντιπροσωπευόμενο από το Σουλτάνο) Οθωμανικό Δημόσιο και επί αυτών οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίας (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες σε έναν ευαγή σκοπό (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηρίου, νοσοκομείου κλπ) (μεβκουφέ) και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή και δημόσια χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως ήταν οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βουνά, βράχια, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών ούτε ήταν δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν ή καλλιεργούνταν από κανέναν, οι οποίες ήταν επίσης δημόσιες, ανήκουσες στο Οθωμανικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 545, 546/2017, ΑΠ 638, 639/2016, ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ). Πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών αποτελούσαν ουσιαστικά τη δημόσια κτήση του Οθωμανικού Κράτους, στο οποίο ανήκε ολόκληρη η ακίνητη περιουσία, πλην της ως άνω καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), η οποία ανήκε σε ιδιώτες (ΕφΘρακ 214/2014 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», «Οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι τεσσάρων ειδών: 1) Τα εν τοις χωρίοις και κώμαις (Κασαπάτ) κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολόν των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να μη ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, 2) Αι γαίαι, αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχωνται κατά τους διαφόρους τρόπους της κυριότητος, 3) Αι δεκατιζόμεναι γαίαι (ουσσριγέ, δηλαδή terres decimates) και 4) Αι φορολογούμεναι γαίαι (χαραζδζιέ, δηλαδή terres tributaires). Δεκατιζόμεναι γαίαι είναι αι εν καιρώ της κατακτήσεως εις τους πορθητάς ως λάφυρα διανεμηθείσαι γαίαι. Φορολογούμεναι γαίαι είναι αι γαίαι, αι οποίαι είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη Μουσουλμάνων (περί όλων των ανωτέρω βλ. Δ. Νικολαΐδου, ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ, έκδ. 1869, σελ. 429-430). Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα, τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας εξομοιώνονται με τα κινητά και για τη μεταβίβασή τους δεν απαιτείται καμία διατύπωση, αλλά αρκεί η αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με ιδιωτικά έγγραφα και μάρτυρες. Η μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της μεταβίβασης των ακινήτων αυτών δεν ήταν αναγκαία, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση των βακουφίων και των δημοσίων γαιών. Οι νομοθετικές μεταβολές που επέφερε ο νόμος 28ης Ρετζέπ 1291 (καθ’ ημάς 1875) δεν μετέβαλαν και τον τρόπο μεταβίβασης των τέλειας ιδιοκτησίας &#8220;μούλκι&#8221; ακινήτων, ο οποίος ρυθμιζόταν από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στην κατηγορία &#8220;μουλκ&#8221;, ανήκουν μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). Αντιθέτως, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 477/2016). <strong>Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή &#8220;ωφέλιμης κυριότητας&#8221; (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο.</strong> Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου &#8220;περί γαιών&#8221;, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ` αυτόν &#8211; ιδιώτη &#8211; δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου &#8220;περί εγγράφων ταπίων&#8221; της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 &#8220;περί εξελέγξεως τίτλων δασών&#8221;, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου &#8211; ταπίου.<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> <strong>Επομένως, δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών».</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>            Ιταλικό δίκαιο – Κτηματολογικός Κανονισμός</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 132/1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30/12/1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται καταρχήν η διάκριση των γαιών όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο (άρθρο 1 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91-102 και 103-105). Ειδικότερα στο άρθρο 2 προβλέπεται ότι «Τα δημόσια κτήματα ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Κτήσεως και υποδιαιρούνται εις κτήματα κοινής χρήσεως και εις κτήματα περιουσιακά (ιδιόκτητα του Δημοσίου)». Στις διατάξεις δ των άρθρων 3-10 του Κτημτολογικού Κανονισμού γίνεται ειδικότερη αναφορά στα διάφορα είδη γαιών και το περιεχόμενο των επ’ αυτών δικαιωμάτων. Ενόψει των διατάξεων αυτών, στις περιοχές της Δωδεκανήσου, όπου ιδρύθηκαν και οργανώθηκαν από το Ιταλικό Δημόσιο κτηματολογικά γραφεία (Ρόδος, Κως και τμήμα της νήσου Λέρου), κατά την εγγραφή των ακινήτων στα κατά τόπους κτηματολόγια υπήρξε σαφής αναφορά στον κατά το προϊσχύσαν οθωμανικό δίκαιο νομικό χαρακτήρα των εγγεγραμμένων ακινήτων (μουλκ, αρζί-μιρί κλπ), σαφής δηλαδή ένδειξη της ένταξής τους στις προαναφερθείσες ομάδες ακινήτων. Οι διατάξεις, όμως, 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ’ αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων (ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>Ο θεσμός της χρησικτησίας</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωριζόταν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες.<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a> <strong>Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στη Δωδεκάνησο μετά την εισαγωγή σ’ αυτήν του ΙταλΑΚ (1865) με το υπ’ αριθμ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1/1/1932.</strong> Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ (1865), προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική και αναμφίβολη νομή του ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ’ αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή). Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 του Ιταλικού ΑΚ του 1865, που είναι όμως αντίθετο προς τη ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 5 του Κτηματολογικού Κανονισμού κατά την οποία δεν συγχωρείται η σε βάρος των δημοσίων κτημάτων παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες «μιρί» ή «ερζί &#8211; εμιριέ». Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσεώς της στο άρθρο 63 αυτού (στο Κεφάλαιο 5 που αφορά τις καταχωρίσεις στα Κτηματολογικά βιβλία), που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή &#8220;από της γενομένης καταγραφής&#8221; δεν εφαρμόζεται στις νήσους στις οποίες δεν καταρτίστηκε Κτηματολόγιο (ήτοι στις νήσους των Δωδεκανήσων πλην της Ρόδου, της Κω και τμήματος της Λέρου) (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 693/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012). Ακόμη, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ (1942) από 21/4/1942 με το υπ’ αριθμ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ (1942), από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσία του από το νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ’ αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ’ αυτού κυριότητας. Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30/12/1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α’ ν. 510/1947), εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του. <strong>Ενόψει όμως του ότι το οθωμανικό δίκαιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε όταν ίσχυε το οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1/1/1932, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στη Δωδεκάνησο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ’ αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού</strong><strong> ΑΚ,</strong><strong> διότι από 1/1/1932, οπότε αρχίζει να διαδράμει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10/1/1949, οπότε εισάγεται, το πρώτον, στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνεται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος</strong>.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Ωστόσο, είναι δυνατή η απ’ αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφόσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10/1/1949</strong>, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρο 4 παρ. 2 α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης. Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α’ ν. 2100/1952 που ισχύει από 26/4/1952, ορίστηκε ότι <strong>το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στη Δωδεκάνησο που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρω κτημάτων, αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ’ αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διατάξεως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.</strong> Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω <strong>οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στις νήσους Αρκιούς, Πάτμο, Κάρπαθο, Σύμη, Αστυπάλαια κ.λπ. (εκτός δηλαδή των περιφερειών που υπάγονται στα Κτηματολόγια Ρόδου, Κω και Λέρου για τις περιοχές Λακκίου και Ξηροκάμπου) για μία δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10/1/1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ’ αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδ. α’ του ν. </strong><strong>2100/1952</strong><strong>, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου,</strong> το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20/2/1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1817/2011). Εξάλλου, <strong>οι γαίες τις οποίες κατείχαν, εξουσίαζαν και νέμονταν οι κάτοικοι των νήσων της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν ήταν δορυάλωτες, δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με όπλα από τον Τούρκο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1522 μ.Χ.) (πλην της Ρόδου και της Κω, τις οποίες ο Τούρκος κατακτητής είχε κυριεύσει με «τη σπάθη και το δόρυ») ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους ως γαίες “μουλκ”, αφού ο παραπάνω Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών, να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους</strong>. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο βέβαια της καταβολής εγγείου φόρου. Τούτο όμως δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις γαίες μιας περιοχής ή μιας νήσου, αλλά μόνον εκείνες που οι κάτοικοί τους είχαν τη δυνατότητα να τις κατέχουν, νέμονται και εξουσιάζουν. <strong>Επομένως, δεν επρόκειτο για εκτάσεις που αφορούσαν σε δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, οι οποίες παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους υπό την απόλυτη εξουσία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθαν δε μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου με τη Συνθήκη της Λωζάνης στο Ιταλικό Κράτος και στη συνέχεια στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων</strong> [ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 458/2016, ΑΠ 1333/2015, Π.Αποστολάς (2012), Δωδεκανησιακό Δίκαιο &#8211; Ακίνητα της Δωδεκανήσου (εκτός Ρόδου και Κω), σελ. 39, ΝΟΜΟΣ, Α. Κωνσταντινίδη, «Αρζί-μιρί και Ιστορία», Δωδ.Νομ.Επιθ. τόμος 6ος, σελ. 1επ., Γ.Παντελίδη «Η απόσβεση της ψιλής κυριότητας του Δημοσίου επί των παραχωρημένων δημοσίων γαιών» Δωδ.Νομ.Επιθ. τόμος 5ος, σελ. 79 επ., Α.Καρανικόλα «Τα Συμιακά» τόμος Δ’, σελ. 2, Ε.Πρωτοψάλτη, «Η τύχη των Νοτίων Σποράδων κατά την Επανάστασιν και μετ’ αυτήν», σε «Καρπαθιακαί Μελέται», τόμος 2ος, 1981, σελ. 294].</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>Τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου επί των Δασών της Δωδεκανήσου</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ/τος της 17/11-11/1/12/1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω β.δ/τος θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 998/1979 &#8220;περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221;, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 ν. 4280/2014 και όπως οι λέξεις «της Δωδεκανήσου… κανονισμός» του δεύτερου εδαφίου προστέθηκαν με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 του ν. 4821/2021 (ΦΕΚ 134/τ. Α’/31-7-2021), <strong>τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων  &#8220;δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, «της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός», καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης&#8221;. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16/11/1836 β.δ. &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά να πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23/2/1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018)</strong>. <a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr">info@efotopoulou.gr</a></p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a>456/2026 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> 631/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> 182/2025 Εφετείο Δωδεκανήσου (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-dodekanisa/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Δωδεκάνησα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sta-dodekanisa/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δεδικασμένο από αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δικαιοπαρόχων</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-apo-anagnoristiki-agogi-kiriotitas-dikeoparochon/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-apo-anagnoristiki-agogi-kiriotitas-dikeoparochon/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 19 Sep 2026 06:11:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18737</guid>
		<description><![CDATA[<p>Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ` αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρ.106 KΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρ. 325 KΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρίτα πρόσωπα, αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-apo-anagnoristiki-agogi-kiriotitas-dikeoparochon/">Δεδικασμένο από αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δικαιοπαρόχων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ` αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρ.106 KΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρ. 325 KΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. <strong>Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρίτα πρόσωπα, αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, καθώς και οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326- 329</strong><strong> KΠολΔ</strong><strong>, που δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής. Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν</strong>. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 331 KΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.</p>
<p style="text-align: justify;">Αντίστοιχα <strong>σε δίκη σχετική με τις κτηματολογικές εγγραφές του κληρονομουμένου, δεν υφίσταται δεδικασμένο από προγενέστερη απόφαση, αναγνωριστική της κυριότητας του σε δίκη μεταξύ των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων. </strong></p>
<p style="text-align: justify;">Όπως αναφέρει η υπ’ αριθμόν 731/2025 ΑΠ (NOMOS) <em>«<strong>δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων στις δύο δίκες δεδομένου ότι στη δίκη που ανοίχθηκε με την από …………1983 αγωγή, διάδικοι ήταν, ως ενάγων ο &#8230;&#8230; του &#8230;., στη θέση του οποίου υπεισήλθε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, μετά το θάνατο του το 1985, ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού και εναγόμενος ο &#8230;&#8230; του &#8230;.., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο αρχικώς εναγόμενος &#8230;&#8230; ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι) και αντικείμενο της αγωγής αυτής ήταν η αναγνώριση της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος ως κυρίου του επιδίκου ακινήτου και η απόδοση του ακινήτου αυτού από τον εναγόμενο στον ενάγοντα ενώ αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την από 8-9-2016 αγωγή είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.»</strong></em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-apo-anagnoristiki-agogi-kiriotitas-dikeoparochon/">Δεδικασμένο από αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δικαιοπαρόχων</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/dedikasmeno-apo-anagnoristiki-agogi-kiriotitas-dikeoparochon/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Αττική, την Εύβοια και σε τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-attiki-tin-evvia-ke-se-tmimata-tis-viotias-ke-tis-fthiotidas/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-attiki-tin-evvia-ke-se-tmimata-tis-viotias-ke-tis-fthiotidas/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 17 Sep 2026 08:28:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18734</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Με βάση το παλαιό ιεροκρατικό άγραφο μουσουλμανικό νόμο, που ίσχυσε στις περιοχές που υπάγονταν στην οθωμανική αυτοκρατορία από το 1300 έως το 1856, οι γαίες ανήκαν όλες στον Σουλτάνο (ως αντιπρόσωπο του [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-attiki-tin-evvia-ke-se-tmimata-tis-viotias-ke-tis-fthiotidas/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Αττική, την Εύβοια και σε τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Με βάση το παλαιό ιεροκρατικό άγραφο μουσουλμανικό νόμο, που ίσχυσε στις περιοχές που υπάγονταν στην οθωμανική αυτοκρατορία από το 1300 έως το 1856, οι γαίες ανήκαν όλες στον Σουλτάνο (ως αντιπρόσωπο του Θεού), ο οποίος μπορούσε έναντι καταβολής ή μη φόρου να τις παραχωρεί στους προ της κατάκτησής τους κατόχους τους και διαδόχους αυτών. Στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της εποχής δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια της &#8220;κυριότητας&#8221;, αλλά η παραχώρηση της γης είχε την έννοια μιας αναγνωρισμένης από την εξουσία μορφής ευρείας υλικής εξουσίασης του ακινήτου και πορισμού ωφελειών από αυτό, ανάλογων με την φύση και μορφή του και των αναγκών της εποχής εκείνης. Υπό αυτό το πνεύμα διαμορφώθηκε η μεταγενέστερη με το Νόμο Περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 δηλ. χριστ.έτους 1856 κατάταξη των γαιών σε</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>α) ιδιόκτητες ή καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ),</strong> όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ. που βρίσκονταν στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, στις οποίες αυτοί που τις εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», «Οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι τεσσάρων ειδών: 1) Τα εν τοις χωρίοις και κώμαις (Κασαπάτ) κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολόν των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να μη ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, 2) Αι γαίαι, αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχωνται κατά τους διαφόρους τρόπους της κυριότητος, 3) Αι δεκατιζόμεναι γαίαι (ουσσριγέ, δηλαδή terres decimates) και 4) Αι φορολογούμεναι γαίαι (χαραζδζιέ, δηλαδή terres tributaires). Δεκατιζόμεναι γαίαι είναι αι εν καιρώ της κατακτήσεως εις τους πορθητάς ως λάφυρα διανεμηθείσαι γαίαι. Φορολογούμεναι γαίαι είναι αι γαίαι, αι οποίαι είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη Μουσουλμάνων (περί όλων των ανωτέρω βλ. Δ. Νικολαΐδου, ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ, έκδ. 1869, σελ. 429-430). Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα, τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας εξομοιώνονται με τα κινητά και για τη μεταβίβασή τους δεν απαιτείται καμία διατύπωση, αλλά αρκεί η αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με ιδιωτικά έγγραφα και μάρτυρες. Η μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της μεταβίβασης των ακινήτων αυτών δεν ήταν αναγκαία, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση των βακουφίων και των δημοσίων γαιών. Οι νομοθετικές μεταβολές που επέφερε ο νόμος 28ης Ρετζέπ 1291 (καθ’ ημάς 1875) δεν μετέβαλαν και τον τρόπο μεταβίβασης των τέλειας ιδιοκτησίας &#8220;μούλκι&#8221; ακινήτων, ο οποίος ρυθμιζόταν από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στην κατηγορία &#8220;μουλκ&#8221;, ανήκουν μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). <a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί),</strong> όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στον Σουλτάνο, ενώ η εξουσίαση ή &#8220;ωφέλιμη κυριότητα&#8221; (&#8220;τεσσαρούφ&#8221;, &#8220;tassaruf&#8221;), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί με ταπί σε ιδιώτες από τον Σουλτάνο έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η χρήση του εδάφους, αντίστοιχη με την φύση και τη μορφή του. Επομένως, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 477/2016).</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια),</strong> των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηρίου, νοσοκομείου κ.λπ.) και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής,</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων</strong> <strong>των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ)</strong>, όπως δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες επίσης ήταν δημόσιες, ανήκουσες στον Σουλτάνο και</p>
<p style="text-align: justify;">            <strong>ε) νεκρές γαίες (μεβάτ),</strong> δηλ. οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια, οι άβατες κλιτύες κλπ. οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξουσίαση με σκοπό πορισμού οφέλους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν επίσης δημόσιες ανήκουσες στον Σουλτάνο.<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται στις περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.<a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Με το πρώτο (Α`) Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας) της 3 Φεβρουαρίου/22 Ιανουαρίου 1830 του Λονδίνου &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221; οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Με δύο νέα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, γνωστά ως &#8220;ερμηνευτικά&#8221;, την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το Πρωτόκολλο Οριοθεσίας Στερεάς και Νήσων, προσδιορίσθηκε η έκταση της ιδιωτικής και δημόσιας γαιοκτησίας στις περιοχές του νεοελληνικού κράτους, μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες.<a href="#_ftn4" name="_ftnref4">[4]</a></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική, στην Εύβοια και σε τμήματα της Βοιωτίας και Φθιώτιδας οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου (όπως στην Πελοπόννησο), αφού τα ανωτέρω παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος την 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών (βλ. Ευθ. Κουρουσόπουλο ό.π. σελ. 153- 185 και 198, ΑΠ 309/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1162/2002 ό.π., 1518/2002 ό.π.).</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Όσον αφορά στα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων, όσα από αυτά ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο(δημόσιες γαίες) περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, ως μουλκ, παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησης τους εντός προθεσμίας. Περαιτέρω, όσον αφορά όσα ακίνητα βρίσκονταν είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. </strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των οθωμανικών γαιών αποδεικνύονταν με τους σχετικούς οθωμανικούς τίτλους, οι κυριότεροι των οποίων αναφέρονταν στα “ταπιά” και στα “χοτζέτια”. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833, 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836, συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες, κατά την έναρξη της ισχύος των εν λόγω ΒΔ, είχαν το χαρακτήρα λιβαδίου ή δάσους και για τις οποίες δεν είχαν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, το οποίο μπορούσε να ανατραπεί μόνον εφόσον αποδεικνυόταν 30ετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11.9.1915 (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1392/2010). Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα, το άρθρο 2 § 1 του α.ν.1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, το άρθρο 16 του από 21.06/03.07.1837 νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων”, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑ.Κ., όπως και κατά το άρθρο 972 του ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα, τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο, έστω και αν επ` αυτών ουδεμία πράξη νομής ενήργησε. Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδικαίως και τη νομή του ακινήτου, ανεξαρτήτως αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ` αυτό πράξεις διακατοχής (ΑΠ 7/2019, ΑΠ 132/2000, ΑΠ 532/1980).</p>
<p style="text-align: justify;">Σε βάρος του Δημοσίου ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτη σε δημόσιο δάσος, ή λιβάδι όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, [ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3)], με έκτακτη χρησικτησία, προϋποθέσεις της οποίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί 30 τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη και με δυνατότητα προσμέτρησης στον χρόνο νομής του χρησιδεσπόζοντος, του χρόνου όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εάν είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, εφόσον, όμως, ο χρόνος της χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ΄/1912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης»  (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016,  ΑΠ 629/2016,  ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015, 705).<a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 182/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> 21/2024 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> 25/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-attiki-tin-evvia-ke-se-tmimata-tis-viotias-ke-tis-fthiotidas/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Αττική, την Εύβοια και σε τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-attiki-tin-evvia-ke-se-tmimata-tis-viotias-ke-tis-fthiotidas/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 16 Sep 2026 07:02:00 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18731</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ&#8217; αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/">Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ&#8217; αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ&#8217; αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 805/2001, 1289/2011). Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ&#8217; αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 550/2003, 632/2004, 675/2010). Συνεπώς για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ&#8217; αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 33/1995, 45/1997, ΟλΑΠ 20/1998), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010). Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρ. 6§1εδ.α της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.</p>
<p style="text-align: justify;">Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001). Στο πλαίσιο έτσι αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 805/2001, 1783/2005, 1104/2007, 127/2009, 968/2010, 1290/2011).</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τα λοιπά η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικό του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του (πρβλ. και ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ankerl κατά Ελβετίας από 23.10.1996). Επομένως είναι κατ&#8217; αρχήν δυνατή η θέσπιση περιορισμών ως προς τα μέσα, το χρόνο και τον τρόπο της δικονομικής προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων, εφόσον αυτοί δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, ασφαλώς όμως αποκλείονται περιορισμοί που στόχο έχουν να αποδυναμώσουν τη θέση διαδίκου, εμποδίζοντας εξ αρχής αυτόν να προτείνει κρίσιμους για τα έννομα συμφέροντά του ισχυρισμούς. Τέτοιοι περιορισμοί παραβιάζουν σαφώς το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο και από την ΕΣΔΑ εγγυημένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης και είναι καταφανώς αντίθετοι προς την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό άλλωστε και με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος (ΑΠ 385/2010), δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, ώστε όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπτη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (ΟλΑΠ 23/2004, 38/2005, 3/2006 43/2005).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 152§1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρ. 155§2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, που έχει ως συνέπεια (η απώλεια) την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (άρθρ. 151 ΑΚ) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.</strong> Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη κατά το άρθρ. 518§1 ΚΠολΔ έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σ&#8217; αυτή με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.<br />
<strong>Συνεπώς ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Σε αντίθεση όμως με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση,</strong> αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά <strong>τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009).</strong> Καταχρηστική είναι και η προθεσμία των τριών ετών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 2 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ, που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και ισχύει αν η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η πρωτόδικη απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ή αναλόγως των εξήντα ημερών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 1 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (ΑΠ 106/2007). Η παρέλευση έτσι άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση έφεσης αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ένδικου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται κατά τα λοιπά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία<strong>. </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20§1 του Συντάγματος, 6§1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 518§2 ΚΠολΔ αρκεί αυτή καθ&#8217; εαυτή για να εξασφαλίσει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009), ενώ και η αρχή της ισότητας δεν θίγεται αδικαιολόγητα, αφού η ασφάλεια του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την προθεσμία αυτή, αντισταθμίζει το έλλειμμα στη δυνατότητα άσκησης έφεσης μεταξύ όσων από λόγους ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου τους εμποδίσθηκαν να εφεσιβάλουν έγκαιρα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας την πρωτόδικη απόφαση και εκείνων που δεν εμποδίσθηκαν από τέτοιους λόγους.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"> Σε κάθε περίπτωση η επαναφορά πρέπει κατά το άρθρ. 153 ΚΠολΔ να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται κατά το άρθρ. 155§1 του ίδιου Κώδικα με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο. Επομένως η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, το οποίο και στην περίπτωση αυτή πρέπει κατά το άρθρ. 520§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, να κατατεθεί στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης και βέβαια μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 153 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 205/2003, 376/2008, 1236/2008). [ΑΠ 264/2013, δημ. σε areiospagos.gr]</p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/">Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) υπό το πρίσμα των άρθρων 20 §1 και 28 §1 Συντ. και 6 §1 ΕΣΔΑ – απαγόρευση δικονομικών περιορισμών που αναιρούν την ουσία της δικαστικής προστασίας – Δεν καταλαμβάνονται οι καταχρηστικές προθεσμίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-epanafora-ton-pragmaton-stin-proigoumeni-katastasi-arthra-152-ep-kpold-ipo-to-prisma-ton-arthron-20-%c2%a71-ke-28-%c2%a71-sint-ke-6-%c2%a71-esda-apagorefsi-dikonomikon-periorismon-pou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 15 Sep 2026 08:19:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18726</guid>
		<description><![CDATA[<p>Οθωμανικές γαίες: Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, &#8220;μούκλια&#8221;, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/">Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Οθωμανικές γαίες:</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, &#8220;μούκλια&#8221;, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Κατά δε το άρθρο 2, παρ. 1 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; της 7ης Ραμαζάν, οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ήταν τεσσάρων ειδών και συγκεκριμένα (παρ. 1): α) τα κείμενα σε χωριά και κώμες οικόπεδα, καθώς και οι γαίες που βρίσκονταν στον περίβολο τους και οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι σε έκταση μεγαλύτερες από μισό στρέμμα, θεωρούνταν δε συμπλήρωμα της κατοικίας, β) οι γαίες, οι οποίες αποσπάσθηκαν από δημόσιες γαίες και με την άδεια του ιερού νόμου υπήχθησαν στην αληθινή ιδιοκτησία κάποιου προκειμένου να εξουσιάζονται κατά τους διάφορους τρόπους κυριότητας, γ) οι δεκατιζόμενες γαίες , δηλαδή εκείνες οι οποίες διανεμήθηκαν ως λάφυρα στους πορθητές και δ) οι φορολογούμενες γαίες (χαραδτζηέ &#8211; terres tributaires), δηλαδή εκείνες που είχαν μείνει στην κατοχή των μη μουσουλμάνων κατοίκων. Η κυριότητα των καθαρής ιδιοκτησίας γαιών ανήκει στον κύριο αυτών μεταβιβαζομένων κληρονομικώς ως τα λοιπά πράγματα και διεπομένων από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την αφιέρωση, την υποθήκη, τη δωρεά και το δικαίωμα προτίμησης (παρ. 3). Επί των ιδιοκτήτων γαιών εφαρμοζόταν το άρθρο 1194 του οθωμανικού αστικού κώδικα. Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες ή βακουφικές με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα). Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά το Κοράνιο και το Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο κάθε γη που προερχόταν από κατάκτηση (και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία προερχόταν ως επί το πλείστον από κατάκτηση) περιερχόταν στον κυρίαρχο Σουλτάνο ως εκπρόσωπο του Δημοσίου.</p>
<p style="text-align: justify;">Ιδιοκτησιακό καθεστώς γαιών στις νήσους Λέσβο και Χίο:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Κατ’ εξαίρεση στη νήσο Λέσβο (όπως και στη Χίο) οι γαίες υπάγονταν στην κατηγορία των κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων, δηλαδή &#8220;ουρφιμούλκι&#8221; ή και με διαφορετική ονομασία &#8220;εραζηιμεμλουκέϊ χαραδτζηέ&#8221; (μούλκια), δηλαδή γαίες ιδιόκτητες φορολογούμενες. </strong>Η διαφοροποίηση αυτή από την υπόλοιπη Ελλάδα οφειλόταν στο γεγονός ότι <strong>η νήσος Λέσβος δεν θεωρήθηκε κατακτηθείσα (δορυάλωτος) χώρα</strong>, αλλά υπαχθείσα υπό την οθωμανική αυτοκρατορία με σύμβαση &#8220;σουλχέν&#8221;, αφού οι κάτοικοι της δεν επιθυμούσαν την κυριαρχία των Γενουατών, υπό των οποίων την κατοχή βρισκόταν το νησί κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και προτίμησαν να μετέχουν της τύχης των υπολοίπων Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό απέστειλαν πρεσβεία στον Σουλτάνο ζητώντας να έλθει να καταλάβει το νησί και να εκδιώξει τους Γενουάτες (το νησί καταλήφθηκε το έτος 1462). <strong>Ως εκ τούτου αναγνωρίσθηκαν στους κατοίκους της νήσου Λέσβου (όπως και της Χίου) από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποια προνόμια και ιδίως το δικαίωμα της πλήρους ιδιοκτησίας των κατοίκων και των Κοινοτήτων επί των ακινήτων.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί δασών που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν (αείποτε αδέσποτα):</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221;, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 &#8220;περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221; περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση &#8220;δικαιώματι πολέμου&#8221;, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο &#8220;δικαιώματι πολέμου&#8221; αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο &#8220;Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων&#8221;, όπου διαλαμβάνεται ότι &#8220;Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους<strong>&#8220;. Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3- 22/1.2.1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221;, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (&#8220;μούλκια&#8221;) και τα δικαιώματα εξουσίασης (&#8220;τεσσαρούφ&#8221;) τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο</strong>. Όπως ήδη εκτέθηκε, λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στα νησιά του Αιγαίου. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη &#8220;Διασάφηση&#8221; (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 &#8220;περί προικοδοτήσεως Ελληνικών Οικογενειών από 26.5/7.6.1835&#8243;, όπου γίνονταν αναφορά στο &#8220;ιδιότροπο&#8221; της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο όλες σχεδόν οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα. <strong>   </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα, της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητα τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. </strong>Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα &#8220;Βακούφια&#8221; και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29- 11-1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221; αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι &#8220;εξουσιάσεως&#8221; θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά του Αιγαίου στα οποία ανήκει και η Λέσβος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Επίσης, στο άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β&#8217; του Ν. 998/1979 &#8220;Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221; στο οποίο ορίζεται ότι: &#8220;Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ&#8217; ου η αίτησης, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ&#8217;αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του. Κατ&#8217;εξαίρεσιν όμως η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων&#8221;. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη (ΑΠ 340/1985), για τη νομοθετική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018). (ΑΠ2105/2022 NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Διαχωρισμός δασών ως ιδιωτικών και αείποτε αδεσπότων-δημοσίων:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Το γεγονός ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στη μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; Λέσβο (ή Χίο), συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.</strong> Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία&#8230; οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των &#8220;ιδιωτών&#8221; στις μη &#8220;δορυάλωτες&#8221; περιοχές του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιόκτητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας &#8220;προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης&#8221;, και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από &#8220;ιδιώτες&#8221;, είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ. Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ&#8217;αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ <strong>το εάν ένα ακίνητο στη μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; Λέσβο είναι &#8220;αείποτε αδέσποτο&#8221; το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Δυνατότητα χρησικτησίας επί των μουλκ:</p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο στους ιδιώτες παραχωρούνται με τίτλους (ταπιά) από την Πολιτεία από τις δημόσιες γαίες εκτάσεις για συγκεκριμένη χρήση, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της γης που παραχωρείται. Η εξουσία και το δικαίωμα αυτό ονομάζεται &#8220;τεσσαρούφ&#8221; που στην κυριολεξία σημαίνει &#8220;χρήση&#8221; και οι δικαιούχοι ονομάζονται &#8220;εξουσιαστές&#8221;. <strong>Στη νήσο Λέσβο όπως και στην Χίο, όπως προαναφέρθηκε, οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα κυριότητας και όχι &#8220;τεσσαρούφ&#8221;, καθόσον εν προκειμένω δεν υφίστατο το καθεστώς των δημοσίων γαιών. Η εξουσίαση των ιδιωτικών εκτάσεων γινόταν δυνάμει τίτλων του Κτηματολογίου. </strong>Από το συνδυασμό δε της διατάξεως του άρθρου 1248 του οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης του άρθρου 1660 του ίδιου οθωμανικού ΑΚ που προβλέπει την 15ετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι <strong>δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας, όσο και επί των δημοσίων γαιών</strong>. Επομένως δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από το έτος 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για τη κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, (μεταξύ των οποίων οι νήσοι Λέσβος και Χίος), οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου &#8220;περί γαιών&#8221;, οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ’   αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι&#8217; αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Στις Νέες Χώρες από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ&#8217; άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη κι αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδικότερα, ναι μεν δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όπως το επίδικο, όσο και επί των δημοσίων γαιών, ωστόσο στη νήσο Λέσβο (και Χίο) το οθωμανικό, δίκαιο ίσχυσε μέχρι και την απελευθέρωση του νησιού, στις 8.11.1912, και εν συνεχεία και μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή μέχρι και 23.2.1946) ίσχυσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. <strong>Συνεπώς, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία (είτε τακτική είτε έκτακτη), αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 Ν. 147/1914) και ως εκ τούτου από το 1914 έως 23.2.1946 μπορούσε κάποιος να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, επί 30 έτη και με καλή πίστη ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"> Τέλος, <strong>στην περίπτωση αυτή του μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017). </strong>(ΑΠ713/2023 NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p style="text-align: justify;">(ΑΠ 2105/2022, ΜΠρ Μυτιλήνης 219/1999 NOMOS: Λέσβος, ΑΠ 713/2023 NOMOS: Χίος)</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/">Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλωτες Λέσβο και Χίο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/idioktisiako-kathestos-dasikon-ektaseon-stis-mi-dorialotes-lesvo-ke-chio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 14 Sep 2026 06:20:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18720</guid>
		<description><![CDATA[<p>Μη αναγνώριση του θεσμού της χρησικτησίας στο Οθωμανικό Δίκαιο Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/">Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Μη αναγνώριση του θεσμού της χρησικτησίας στο Οθωμανικό Δίκαιο</p>
<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο <em>«περί γαιών»</em> της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) στα αφιερωμένα σ` έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), (δ) στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα &#8220;νεκρά&#8221;. Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου &#8220;περί Ταπίων&#8221; της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα &#8211; στα οποία ανήκαν και τα δάση &#8211; εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου (πρβλ. ΑΠ 446/1992, ΑΠ 840/2010, ΑΠ 266/2010, Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου §244 και εκεί παραπομπές) (1392/2010 ΑΠ)</p>
<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι <strong>δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου</strong> (άρθρα 1248 και 1614 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα και άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου περί γαιών, ΑΠ 416/1963 ΑρχΝ ΙΔ` 650, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, παρ. 244.5, σελ. 562) (1/2002 ΠΠρ Τρικάλων NOMOS) (148/2021 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο</p>
<p style="text-align: justify;">Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221;, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι &#8220;ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις&#8221;.(48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 2072/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Από καμιά διάταξη του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ή άλλου νεότερου νόμου, από αυτούς που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ`αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα, (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ του Ν. ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα, από τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3),  σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν 21-6/6.3.1837 «περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων» συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα <strong>δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από, ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία</strong> κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ ’ αυτό με καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, [ν.20 παρ.12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ.(18.1), ν.10,18 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) και ν.109 Πανδ.(50.16)], και διάνοια κυρίου <strong>σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας έως την 11<sup>η</sup>/09/1915</strong>, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. (913/2025 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 69/2018, 849/2021 ΑΠ NOMOS). Ωστόσο, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. (638/2016 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Αναλυτικότερα:</p>
<p style="text-align: justify;">Πράξεις νομής</p>
<p style="text-align: justify;">Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 όπως 28/29-12-1979 συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, απαιτείται η <strong>άσκηση πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους</strong>, όπως είναι η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α. και όχι όπως πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017). Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α` του α.ν. 1539/1938, που επαναλήφθηκαν όπως διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται <em>«Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον διά της, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, επί τη βάσει αδειών της δασικής αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων»</em>. Έτσι, στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969) (ΑΠ 493/2018). Συγκεκριμένα, για τη στοιχειοθέτηση της τρίτης αυτής προϋπόθεσης απαιτείται άσκηση εκχέρσωσης, υλοτομίας, σποράς ή άλλης διακατοχικής πράξης από τον καθ’ ου στρέφεται το πρωτόκολλο στην επίδικη έκταση. Η έννοια της διακατοχικής πράξης στην προκειμένη περίπτωση θα ληφθεί υπόψη με την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, όπως δηλαδή αυτή ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Αποτελεί δε κατά τις εν λόγω διατάξεις (ΑΚ 974) διακατοχική πράξη η άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου (νομή) . Ειδικότερα, άσκηση νομής σε ακίνητο αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ ’ αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (1669/2024 ΜΠρ Αθηνών NOMOS). Μάλιστα για τα δάση, που θεωρούνται ακίνητα που δεν είναι δεκτικά καλλιέργειας, η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, χωρίς παράλληλα να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/2012), ούτε ο προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), καθώς και των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού (638/2016 ΑΠ NOMOS, 1392/2010 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδική επισήμανση απαιτείται για την βοσκή, καθώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2εδγ του α.ν. 1539/1938 που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται, αντίστοιχα, <em>ότι «Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών <strong>ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής</strong>»</em> και <em>«Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής»</em>, ήτοι πρόκειται για βοσκή σε δημόσια δάση (ΑΠ 10/2020).</p>
<p style="text-align: justify;">Στην περίπτωση λοιπόν χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 215 του ν. 4173/1929, 58 του αν 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή εκ μέρους αυτού τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω βδ της 17-11/1-12-1836 &#8220;Περί ιδιωτικών δασών&#8221; (ΑΠ 1753/17). (27/2019 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1249/2013, 826/2018 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Χρόνος χρησικτησίας</p>
<p style="text-align: justify;">Ο <strong>χρόνος χρησικτησίας</strong> έπρεπε να είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. όπως 21.6/3.7.<em>1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων»</em>, καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ ’/1912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα μέχρι του έτους 1930, με τις οποίες ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων του Δημοσίου και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και με το άρθρο 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 <em>«περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων όπως Αεροπορικής Αμύνης»</em> που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι <em>«τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους &#8230;»</em> (930/2012 ΑΠ NOMOS, 1/2002 ΜΠρ Τρικάλων NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά το χρονικό αυτό σημείο, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί η τριακονταετία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των μεταγενέστερων διατάξεων του άρθρου 49 του Ν. 2052/1920, κατά τις οποίες τα δικαιώματα του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων παραμένουν ισχυρά, του άρθρου 215 Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικα» και των άρθρων 2 και 4 του Αν.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών οποιαδήποτε πράξη νομής ότι ουδείς δύναται να αποκτήσει δικαιώματα νομής με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη πράξη επί δημόσιων δασών κλπ., η βοσκή επί δημόσιων δασών κλπ, ουδέποτε θεωρείται πράξη νομής και μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη και, τέλος ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 629/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015.705). (21/2024 ΜΠρ Λαμίας NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Άλλως ειπείν</strong>, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι συμπληρωθείσας μέχρι και την 11.9.1915, επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Επίσης, δεν έχουν πλέον εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις Α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 «περί Δασικού Κώδικος» και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και από το άρθρο 16 του αν 192/1946, και όπως επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του νδ 86/1969 περί «Δασικού Κώδικος», με τις οποίες ορίζεται Αα) ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και Αβ) ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν διακατοχική πράξη, και Β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (βλ. ΑΠ 1182/2018 όπ, 309/2012 ΤΝΠ Νόμος). (186/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Με το θεσμό του ρωμαϊκού δίκαιου περί της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas cujus memoria non exstat), τον οποίο αγνοεί ο Αστικός Κώδικας, κυρωνόταν ως έννομη η πραγματική κατάσταση, την οποία η ζώσα γενεά &#8211; μέχρι εκεί που φθάνει η μνήμη της &#8211; έτσι τη γνώρισε στο παρελθόν, χωρίς να διασώσει από την παρελθούσα γενεά καμμιά παράδοση για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως. Απαιτείτο δηλαδή η πάροδος τόσου χρόνου, ώστε η παρούσα γενεά ανθρώπων και η αμέσως προηγηθείσα, καθεμιά γνώρισαν διαφορετική κατάσταση (Οικονομίδη, Γεν. Αρχαί, παρ. 68, Κρασσά-Πράτσικα, Γεν. Διδασκαλίαι, παρ. 217, Μπαλή, Γεν. Αρχαί, παρ. 140). Ο θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας δεν ήταν κτητικός κυριότητας (ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) αλλά κυρωτικός της μέχρι τώρα υφισταμένης καταστάσεως. Με αυτόν κυρωνόταν ως έννομη η μέχρι τώρα πραγματική κατάσταση, της οποίας η γένεση εξαφανιζόταν στα βάθη του παρελθόντος. Αλλά και πάλι δεν επρόκειτο για γενικό τρόπο κυρώσεως οποιασδήποτε πραγματικής καταστάσεως αλλά για ειδικό που ίσχυε μόνο στις ειδικές περιπτώσεις τις αναφερόμενες στις πηγές (ΑΠ 544/1972 ΝοΒ 20.1404, ΑΠ 245/1964 ΝοΒ 12.693, Γεωργιάδης, εις Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, αρθρ. 1041, παρ. 4 επ`). Τουτέστιν ο θεσμός αυτός δεν αποτελούσε τίτλο προς διεκδίκηση γενικό αλλά μόνο επί δημοτικών οδών, υδραγωγείων και τεχνητών έργων με τα οποία μεταβάλλεται η φυσική ροή των ομβρίων υδάτων (ν. 2, παρ. 22 Π. (43.8), Ν. 3 παρ. 4 Π. (43.20), Ν. 26 Π. (39.3), βλ. ΑΠ 19/1919 Θ Λ` 257, Κατσικόπουλου, Πανδέκτης Αστικού Δικαίου, Α`-Δ`, σελ. 175). Κατά συνέπεια, όταν η διεκδικητική αγωγή της κυριότητος στηρίζεται στην αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, είναι νόμω αβάσιμος. Όμως, όταν ο ενάγων επικαλείται και την κτήση της κυριότητος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ήτοι όταν ισχυρίζεται ότι από αμνημονεύτων χρόνων νέμεται το επίδικο διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί 30 έτη, στον όρο της αγωγής &#8220;από αμνημονεύτων ετών&#8221; περιλαμβάνεται και το έλασσον, ήτοι η 30ετία (ΕφΠατρ 43/1904 Θ` ΙΣΤ` 124).</p>
<p style="text-align: justify;">Ειδική διαδοχή</p>
<p style="text-align: justify;">Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου συστηνόταν μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, η οποία έπρεπε να είχε υποβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου κατά την ισχύουσα προ της εισαγωγής του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα περί Χαρτοσήμου και με την οποία μεταβιβαζόταν το δικαίωμα του προκτήτορος επί του ακινήτου στον ειδικό διάδοχο. Η δικαιοπραξία αυτή, δηλαδή, αποτελούσε τον κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων για τον ως άνω υπολογισμό του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας. Χωρίς τον ανωτέρω τύπο δεν υπήρχε ο απαιτούμενος σύνδεσμος και δεν μπορούσε να χωρήσει ο συνυπολογισμός (βλ. ΑΠ 497/1981, ΝοΒ 1982.53, ΑΠ 13/1980, ΝοΒ 1980.1133, ΠΠΑΘ. 2661/2010, ΠΠΑΘ. 1409/2010, ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, άρθρο 1051 αρ. 9, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Δ`, Ημίτομος Α`, 2007, άρθρο 1051 αρ. 15, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Τόμος 1ος, 1989, σελ. 72).</p>
<p style="text-align: justify;">Βάρος απόδειξης της κυριότητας του Δημοσίου</p>
<p style="text-align: justify;">Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1054 και 966 – 968 του ΑΚ, προκύπτει <strong>ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι δημόσιο κτήμα ή ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντίδικου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία</strong> που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, <strong>όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του.</strong> Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ&#8217; αυτού κυριότητα, <strong>ο ενάγων</strong> μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, με απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ&#8217; αυτό και <strong>στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015)</strong>, και όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο φέρει όπως συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021). (341/2024 ΑΠ NOMOS, 1160/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΣΗΜΕΙΩΣΗ &#8211; ΠΡΟΣΟΧΗ</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Καθίσταται επιτακτική η έρευνα ανά περιοχή της νομικής βάσης περιέλευσης στο Ελληνικό Δημόσιο των “εθνικών γαιών”, καθώς ο διαφορετικός χρόνος και τρόπος προσάρτησης των εδαφών που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος, ενδέχεται να αποκλείουν την συμπλήρωση της τριακονταετίας προ της 11<sup>η</sup>/09/1915 και να καθιστούν επομένως αδύνατη την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία. (48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 67/2024 Εφετείο Αιγαίου  NOMOS, 21/2024 ΑΠ NOMOS, 874/2006 ΑΠ NOMOS, 1551/2023 AP ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr">info@efotopoulou.gr</a></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/">Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/chrisiktisia-epi-dason-ke-dasikon-ektaseon-is-varos-tou-dimosiou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
