Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διαδικασία για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 100 του πτωχευτικού κώδικα (Ν. 3588/2007), όπως έχει τροποποιηθεί από τους Ν. 4013/2011 και Ν. 4072/2012

Σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως αυτός τροποποιήθηκε πρόσφατα από το Ν. 4013/2011 και το Ν. 4072/2012, «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1,

το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του κατά τρόπο γενικό, δύναται να υπαχθεί στη διαδικασία εξυγίανσης που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου».

Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία εξυγίανσης, χωρίς να παραβλέπεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, σκοπός δε της νέας αυτής διαδικασίας που εισήχθη για πρώτη φορά στον Πτωχευτικό Κώδικα με το Ν. 4013/2011, είναι η πρόληψη της πτώχευσης με το να τεθούν στη διάθεση του οφειλέτη μηχανισμοί αποτρεπτικοί της αναπόδραστα καταστροφικής ρευστοποίησης, ενώ παράλληλα αποσκοπεί στη διάσωση της επιχείρησης κατά το προπτωχευτικό στάδιο, πριν δηλαδή επέλθει η απαξίωσή της. Έτσι, επανακαθορίζονται οι σχέσεις οφειλέτη και πιστωτών, με σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης, που έχει στόχο τον περιορισμό της προκύπτουσας ζημίας στο ελάχιστο και περιορίζεται στο διάστημα της αβεβαιότητας σε σχέση με την επιβίωση ή μη της επιχείρησης. Παράλληλα, η προκείμενη διαδικασία είναι σημαντική, όχι μόνο από οικονομικής αλλά και από κοινωνικής πλευράς, καθώς δίδεται μία δεύτερη ευκαιρία στην επιχείρηση, ώστε να μην χαθεί η άυλη αξία της και να μην διακοπεί η παραγωγική της δραστηριότητα, αλλά συγχρόνως διασώζονται και θέσεις εργασίας τόσο στην ίδια την επιχείρηση, όσο και σε άλλες επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με αυτήν, όπως προμηθευτές, εμπορικοί αντιπρόσωποι κλπ. (βλ. σχετ. μελέτη Μιχαήλ Αγγελάκη, «Διαδικασία εξυγίανσης οφειλετών», δημοσιευμένη στο Ε7/2012, σελ. 146 και επ.).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται σαφώς ότι στην διαδικασία της εξυγίανσης μπορεί πλέον να υπαχθεί κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) με πτωχευτική ικανότητα που πληροί τις υποκειμενικές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν (δηλαδή φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα), εφόσον «βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του κατά τρόπο γενικό». Αρκεί δηλαδή υπό την έννοια του νόμου η αδυναμία του οφειλέτη να είναι παρούσα, όταν ο ίδιος αδυνατεί ήδη να εκπληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του (υπό την έννοια ότι υπάρχει διαπιστωμένη και βεβαιωμένη αδυναμία του προς εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων ή των μελλοντικά καθιστάμενων ληξιπρόθεσμών υποχρεώσεών του) ή επαπειλούμενη, όταν υπάρχει βάσιμη απειλή ο οφειλέτης να βρεθεί προσεχώς στην δύσκολη θέση να μην μπορεί να εξοφλήσει τις υφιστάμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές του (Σπύρος Ψυχομάνης, «Πτωχευτικό Δίκαιο – Πτώχευση – Εξυγίανση – Ειδική εκκαθάριση – Ρύθμιση Οφειλών», Δ’ Έκδοση, 2011, σελ. 67). Επίσης, είναι επιτρεπτή η υπαγωγή σε προπτωχευτική διαδικασία και των οφειλετών που βρίσκονται ήδη σε παύση πληρωμών, αφού η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα από την πτώχευση. Σε αυτήν την περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση παύσης πληρωμών εκ μέρους του οφειλέτη, παράλειψη συνυποβολής αίτησης για πτώχευση δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο δεχθεί την αίτηση υποβολής της σε διαδικασία εξυγίανσης αναστέλλει με την ίδια απόφαση την εξέταση της αίτησης κήρυξης πτώχευσης μέχρι τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης, άλλως προχωρεί στη εξέταση της αίτησης πτώχευσης (άρθρο 99 παρ. 6 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ισχύει σήμερα).

Ειδικά για την περίπτωση της παύσης πληρωμών, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, «παύση πληρωμών είναι η αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο». Εάν δεν πληρωθούν χρέη συνεπεία παροδικών και μεταβατικών αιτίων, π.χ. λόγω πρόσκαιρης οικονομικής στενότητας του οφειλέτη, η οποία οφείλεται είτε σε καταφανή γενική κρίση του εμπορίου και των εν γένει συναλλαγών είτε ειδικά στον κύκλο του εμπορίου ή του χώρου της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη ακόμα και η δικαιολογημένη αρρυθμία στις πληρωμές για ένα διάστημα, δεν συντρέχει αδυναμία εκπλήρωσης και παύση πληρωμών. Επίσης, η παύση πληρωμών, εκτός από μόνιμη (όχι από παροδικά αίτια), πρέπει να είναι και γενική (έναντι του κοινού). Έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν υπάρχει μονιμότητα εάν ο οφειλέτης πληρώνει σημαντικά χρέη, συνεχίζει εμπορική δραστηριότητα και εξακολουθεί την πληρωμή του εργατοτεχνικού προσωπικού. Σημασία έχει εάν κατά την αντίληψη των συναλλαγών ο οφειλέτης έμπορος δύναται να πετύχει μέσα σε εύλογη προθεσμία πίστωση, η δε σχέση μεταξύ πληρωθέντων και μη πληρωθέντων χρεών είναι χωρίς σημασία (Βλ. Ρόκα Πτωχ. Δικ., 54 ΕφΘρα 23/1974 ΕΕΔ κστ’ 132, ΕφΑθ 2544/1981 ΕΕΔ λγ’ 129 ΠΠρΠειρ 26/1983 ΕΕΔ λδ’ (1983) σελ. 328). Επιπρόσθετα, εάν συντρέχουν πολλά χρέη η καταβολή μερικών και η έστω κατά αδικαιολόγητη διάκριση, άρνηση εξόφλησης άλλων, δεν συνιστά παύση πληρωμών γενικώς, εκτός αν αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατη η ικανοποίηση όλων (ΕφΘεσ 2607/1990, Αρμ 1990/ σελ. 1202). Εξάλλου έγινε δεκτό ότι παρά την οφειλή από τον καθ’ ου σημαντικών χρηματικών ποσών προς τρίτους, περιστατικά όπως η μη διακοπή της εμπορικής του δραστηριότητας, η συνεπής λειτουργία της επιχείρησής του, ο αριθμός των εργαζομένων σε αυτή, οι πληρωμές προς τρίτους και η ύπαρξη ακίνητης περιουσίας – οδήγησαν σε συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει παύση των πληρωμών (έτσι ΕφΠατρ 515/1996 ΔΕΕ 1996/ σελ. 1168).

Αναφορικά με την αίτηση του οφειλέτη για το άνοιγμα της διαδικασίας, σε αυτή θα πρέπει να περιγράφονται η επιχείρηση του οφειλέτη, η οικονομική του κατάσταση με παράθεση των πιο πρόσφατων οικονομικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν οφειλών του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα αίτια της οικονομικής αδυναμίας και οι τυχόν διαπραγματεύσεις που έχουν ήδη λάβει χώρα με τους πιστωτές. Ιδιαίτερα γίνεται περιγραφή του μεγέθους της επιχείρησης, του προσωπικού που απασχολεί, καθώς και της κατάστασης και των προοπτικών της αγοράς, στην οποία ο οφειλέτης δραστηριοποιείται, ενώ με την αίτηση ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις (εφόσον υπάρχουν) για τη τελευταία χρήση, για την οποία είναι διαθέσιμες, βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο και άλλα έγγραφα που στηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει, και από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης (άρθρο 100 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ισχύει σήμερα).

Με την υποβολή της αίτησης κατατίθενται στο δικαστήριο υποχρεωτικά – με ποινή το απαράδεκτο αυτής σε κάθε περίπτωση – και ορισμένα συνοδευτικά έγγραφα και αποδείξεις καταβολής παραβόλων. Συγκεκριμένα, ο οφειλέτης πρέπει να καταθέτει: α) τις οικονομικές του καταστάσεις για τη τελευταία χρήση, εφόσον βεβαίως είναι υποχρεωμένος από το νόμο να καταρτίζει τέτοιες καταστάσεις και εφόσον αυτές έχουν ήδη καταρτιστεί κατά το χρόνο, που σύμφωνα με το νόμο πρέπει να έχουν καταρτιστεί και καταστεί διαθέσιμες, β) βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του προς το Δημόσιο, γ) τα έγγραφα που «στηρίζουν» – αποδεικνύουν τα παρατιθέμενα στην αίτηση στοιχεία, τα οποία πρέπει να είναι «βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύθυνο για τη διαχείριση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει, και από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης», δ) έκθεση εμπειρογνώμονα, τον οποίο θα έχει επιλέξει ο οφειλέτης, ε) γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σκοπός του οποίου είναι η κάλυψη των εξόδων αμοιβής του εμπειρογνώμονα, του τυχόν μεσολαβητή ή του ειδικού εντολοδόχου, των εξόδων για τη διενέργεια δημοσιεύσεων και των εξόδων για τη σύγκληση των συνελεύσεων των πιστωτών και των εταίρων ή μετόχων (βλ. σχετ. Σπύρος Δ. Ψυχομάνης, «Πτωχευτικό Δίκαιο», Πτώχευση – Εξυγίανση – Ειδική εκκαθάριση – Ρύθμιση οφειλών, 2011, σελ. 74 – 76).

Νομιμοποιούμενος για την υποβολή της αιτήσεως είναι ο ίδιος ο οφειλέτης, εφόσον πληροί όλες τις ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου. Η αίτηση απευθύνεται στο πτωχευτικό δικαστήριο του τόπου, όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, του τόπου δηλαδή διοίκησης των συμφερόντων του, και, κατά τεκμήριο, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, του τόπου της καταστατικής του έδρας (άρθρο 4 παρ. 1 – 2 του Πτωχευτικού Κώδικα). Κέντρο των κυρίων συμφερόντων του είναι ο τόπος όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως την διοίκηση των συμφερόντων του και είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Εισάγεται δε για να δικαστεί κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 99 παρ. 10 του Πτωχευτικού Κώδικα).

Σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, «με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για το άνοιγμα της Διαδικασίας  εξυγίανσης ή με απόφαση του προέδρου του που λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως  οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δικάζεται με τη Διαδικασία των  ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αναστέλλονται από την κατάθεση της αίτησης για  το άνοιγμα της Διαδικασίας εξυγίανσης και μέχρι τη λήξη της εν όλω ή εν μέρει  τα ατομικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη. Η  αναστολή καταλαμβάνει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη που είχαν γεννηθεί πριν  από την υποβολή της αίτησης για το άνοιγμα Διαδικασίας εξυγίανσης, το  δικαστήριο όμως ή κατά περίπτωση ο πρόεδρος δύναται σε εξαιρετικές  περιπτώσεις να επεκτείνει την αναστολή και σε νεότερες απαιτήσεις».

Η υποβαλλόμενη αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης μπορεί να περιέχει ειδικό αίτημα προς το πτωχευτικό δικαστήριο περί λήψεως προληπτικών μέτρων (επιχείρημα από το άρθρο 100 παρ. 3 εδαφ. β’ του ΠτΚ). Το αίτημα τούτο μπορεί, ενδεχομένως να συνοδεύεται και από αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής, εφόσον η έκδοση μίας τέτοιας διαταγής παρίσταται αναγκαία – κατά την κρίση τελικώς του προέδρου του πτωχευτικού δικαστηρίου – για το όλο εγχείρημα.

Μπορούν έτσι να απαγορευτούν προσωρινά, ιδίως, συγκεκριμένες ή όλες οι ατομικές διώξεις των πιστωτών του οφειλέτη, ενέγγυων ή μη, σε οποιοδήποτε στάδιο κι αν ευρίσκονται, μέχρις ότου δικαστεί η αίτηση ανοίγματος της διαδικασίας και λήψεως προληπτικών μέτρων (Σπύρος Ψυχομάνης, ό.π., σελ. 86 – 87). Επειδή πάντως, τα προληπτικά μέτρα και η συναφής με αυτά προσωρινή διαταγή διατάσσονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 10 και 103 παρ. 1 του ΠτΚ), χωρίς ωστόσο να αποτελούν, κατά νομική ακριβολογία, τέτοια μέτρα (υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν γνήσια ασφαλιστικά μέτρα και άρα δεν εμπίπτουν στις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων, βλ. Ι. Παπαγιάννης, «Η διαδικασία συνδιαλλαγής στο σύγχρονο πτωχευτικό δίκαιο ιδίως υπό το πρίσμα των επίκαιρων νομολογιακών εξελίξεων», ΧρΙΔ 2010, σελ. 12 επ [15 επ]), στο πλαίσιο όμως της βασικής ακολουθητέας διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας για το άνοιγμα και την πρόοδο της διαδικασίας εξυγίανσης, το δικαστήριο ή ο πρόεδρος, αντίστοιχα, μπορούν και αυτεπάγγελτα και χωρίς αίτηση να διατάξουν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας οποιοδήποτε μέτρο θεωρούν αναγκαίο για να εξασφαλιστούν ή να διατηρηθούν δικαιώματα ή να ρυθμιστεί η κατάσταση (άρθρο 781 ΚπολΔ σε συνδ. εν ανάγκη, με το άρθρο 691 παρ. 2 του ΚπολΔ), χωρίς δέσμευση από τα τυχόν αιτήματα λήψεως συγκεκριμένων μόνον μέτρων.

Έχει έτσι κριθεί και νομολογιακά ότι τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται ενόψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν είναι  γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, αφού δεν υπάρχει ορισμένο δικαίωμα, το οποίο θα προστατεύσει προσωρινά το συγκεκριμένο μέτρο μέχρι την οριστική του διάγνωση, αλλά συνιστούν γνήσια ρυθμιστικά μέτρα της εκούσιας δικαιοδοσίας που αποσκοπούν στη διατήρηση της επιχείρησης του  οφειλέτη σε υγιείς βάσεις. Το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που δικάζει την αίτηση για τη λήψη  των προληπτικών μέτρων (άρθρο 100 παρ. 1 εδ. γ’ ΠτΚ), έχει απόλυτη ελευθερία να διατάξει κάθε κατά την κρίση του πρόσφορο μέτρο, το οποίο «κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια  για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της» (άρθρο 10 παρ. 1 κατά παραπομπή του άρθρου 100 παρ. 1 εδ. γ’ ΠτΚ), χωρίς να δεσμεύεται από το συγκεκριμένο μέτρο που ζητά ο αιτών, με μόνο περιορισμό την επίτευξη του ως άνω νομοθετικού στόχου. Τα  μέτρα αυτά μπορεί να είναι θετικά ή αρνητικά, όπως ενδεικτικά: α) απαγόρευση οποιασδήποτε διάθεσης περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, γ) ορισμός μεσεγγυούχου (ΜονΠρΑθ 3006/2011, ΔΕΕ 2012/σελ. 36).

Μαρία Τζαβέλα

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί