Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διοικητικές συμβάσεις – Σε περίπτωση μη τήρησης του έγγραφου τύπου της σύμβασης, οι διαφορές είναι ιδιωτικές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι΄), ήτοι οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση[1].

Η σύμβαση δε είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό[2]. Θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και προσδίδουν εξουσιαστική θέση στο Δημόσιο ή στο ν.π.δ.δ., οι διατάξεις ή οι  ρήτρες εκείνες που παρέχουν στα τελευταία τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα  συμφέροντά τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού[3].

Αντίθετα, οι συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται χωρίς τη συνομολόγηση ρητρών, που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και προσδίδουν στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. υπεροχή έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δεν είναι διοικητικές, αλλά ιδιωτικού δικαίου και οι αναφυόμενες διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έστω και εάν αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού[4]. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, αν η ως άνω εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού δεν είναι άμεση, αλλά επιδιώκεται με τη σύμβαση η ικανοποίηση άμεσων αναγκών του ίδιου του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και εμμέσως μόνον εξυπηρετείται και δημόσιος σκοπός, η σύμβαση δεν είναι διοικητική, αλλά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων[5]. Σημειούται δε ότι για το χαρακτηρισμό  μιας  σύμβασης  ως  διοικητικής  είναι απαραίτητη η αθροιστική συνδρομή των παραπάνω κριτηρίων (δηλαδή, τόσο της  εξυπηρέτησης,  με τη σύμβαση, άμεσου δημοσίου συμφέροντος σκοπού, όσο και του εξαιρετικού – συμβατικού ή νομοθετικού – καθεστώτος από το οποίο η σύμβαση διέπεται[6]).

Ενόψει των ανωτέρω, όπως έχει κατ’ επανάληψη διακηρυχθεί νομολογιακά[7], εάν η συμφωνία μεταξύ του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή Δήμου ή Κοινότητας και ιδιώτη είναι προφορική, καταρτίζεται δε χωρίς την τήρηση διοικητικής διαδικασίας, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της ως συμφωνίας διεπόμενης από το ιδιωτικό ή διοικητικό δίκαιο, ο Δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει στην ίδια τη συμφωνία ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ούτε άλλωστε είναι δυνατό να διαγνωστεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, ώστε να ερευνηθεί εάν η σύμβαση διέπεται από εξαιρετικό υπέρ του Δημοσίου κ.λπ. νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Κατά συνέπεια, μία τέτοια διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως του σκοπού στον οποίο τυχόν απέβλεπε αυτή, και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 12/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[2] Βλ. ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 21/2009, ΑΕΔ 14/2007, ΑΕΔ 10/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 8/2000, ΕλλΔνη 2000, σελ. 667, ΑΕΔ 3/1999, ΑΕΔ 21/1997, ΟλομΣτΕ 1031/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 260/1993, ΕλλΔνη 1994, σελ. 429, ΑΠ 88/1993, ΝοΒ 1994, σελ. 64, ΑΕΔ 10/1992, ΔΕφΑθ 3120/1991, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΣτΕ 380/1994, ΣτΕ 898/1993, ΣτΕ 4704/1987, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 21/1997, ΑΠ 1354/1996, ΑΠ 1141/1996, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[5] Βλ. ΕφΠατρ 1044/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1046/1996, ΕλλΔνη 38, σελ. 1662, ΑΠ 260/1993, ΕλλΔνη 35, σελ. 429.

[6] Βλ. ΔΕφΑθ 3120/1991, ΣτΕ 4704/1987, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7] Βλ. όλως ενδεικτικά ΑΕΔ 2/2016, ΕφΠειρ 68/2015, ΣτΕ 1989/2014, ΔιοικΕφΑθ 1195/2014, ΑΕΔ 11/2013, ΣτΕ 3267/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 28/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί