Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Έγκυρη η απαλλακτική ρήτρα “claims made policy” στα ασφαλιστήρια συμβόλαια κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων;

Μεγάλο ζήτημα έχει γεννηθεί αναφορικά με την απαλλακτική ρήτρα που υπάρχει στα συμβόλαια αστικής ευθύνης ιατρών με τις ασφαλιστικές εταιρείες, που ορίζει ότι οι τελευταίες δεν οφείλουν να καλύψουν τη ζημία στην περίπτωση που ο ιατρός ενάγεται για γεγονός που έλαβε μεν χώρα κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού συμβολαίου, πλην όμως η αγωγή ασκήθηκε μετά τη λήξη αυτού. Και βέβαια, αφού τα συμβόλαια ασφάλισης είναι συνήθως είτε ετήσια, είτε εξαμηνιαία, το πιο πιθανό είναι η αγωγή να ασκηθεί μετά τη λήξη αυτών, αφού η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής ένεκα ιατρικής αμέλειας είναι 5ετής. Ο Άρειος Πάγος, με την υπ’αρ. 18/2015 απόφασή του (απόφαση Ολομέλειας) κρίνει νόμιμη τη ρήτρα αυτή (claims made policy).

Η υπ’ αρ. 3692/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπόθεση του γραφείου μας, χειρισμός υπόθεσης: δικηγόρος Μαρία Τζαβέλα, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ) διαφωνώντας με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίνει μη νόμιμη τη ρήτρα που κατά κανόνα μπαίνει πλέον στα ασφαλιστήρια συμβόλαια κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, σύμφωνα με το κάτωθι σκεπτικό:

«Στη διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 1 εδ. α ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οχτώ ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ. α του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του ν. 2496/1994, κατά την οποία «κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών», προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις «ημιαναγκαστικού», κατ’ αρχήν, δικαίου με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται, έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη υπέρ του ασθενέστερου μέρους της ασφαλιστικής σύμβασης που είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσεως, είναι εμφανής η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει της έλλειψης διαπραγματευτικής ισοδυναμίας των μερών, και του εξ αυτής συνεπαγόμενου κινδύνου φαλκίδευσης της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης μέσω της ασκούμενης, υπό άνισους όρους, συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, στις οποίες μπορούν να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, εφόσον μεταξύ των μερών είναι δυνατή η λειτουργία της ιδιωτικής αυτονομίας με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας, ο νομοθέτης επιτρέπει τον περιορισμό των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ορίζοντας ότι αυτό είναι επιτρεπτό I) στις ειδικά αναφερόμενες στο νόμο αυτό περιπτώσεις α) του άρθρου 7 παρ. 3, που επιτρέπει την αντίθετη συμφωνία αναφορικά με την επιβάρυνση των αναφερόμενων σε αυτήν εξόδων, τα οποία, κατά την εν λόγω ρύθμιση, βαρύνουν τον ασφαλιστή, β) των άρθρων 18 παρ. 4 και 19 παρ. 5, που επιτρέπουν τη συμβατική τροποποίηση των υποχρεωτικά προβλεπόμενων από αυτά όρων (ρυθμίσεων) των συμβάσεων ανοικτής ασφάλισης και ασφάλισης πυρκαγιάς αντίστοιχα, γ) του άρθρου 14 παρ. 4, που επιτρέπει την απαλλαγή, του ασφαλιστή στο μέτρο που, από υπαιτιότητα των υποχρέων, ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία και δ) του άρθρου 7 παρ. 6 που επιτρέπει τη διεύρυνση με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος με τη συνομολόγηση και άλλων περιπτώσεων απαλλαγής αυτού (ασφαλιστή), εκτός εκείνων που προβλέπονται στην παρ. 5 του εν λόγω άρθρου και περιορίζονται στη μεν ασφάλιση ζημιών στις περιπτώσεις που η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων, στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης, εφόσον όμως, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις (α-δ), ο λήπτης τις ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν την ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους και II) στις περιπτώσεις ασφαλίσεων μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης ή θαλάσσιας ή αεροπορικής ασφάλισης ζημιών. Περαιτέρω, τέθηκε το ζήτημα εάν, στην περίπτωση της ασφάλισης για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, η ρήτρα ανακαλύψεως (claims made policy) – σύμφωνα με την οποία για τη γένεση της υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος δεν αρκεί μόνο η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκεια της καλυπτόμενης ασφαλιστικής περιόδου, αλλά απαιτείται, επιπροσθέτως, και η εντός αυτής προβολή των αξιώσεων αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, η απλή αναγγελία στον ασφαλιστή, κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής (σύμβασης) της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η οποία, λογικά, θα πρέπει να έχει ανακαλυφθεί κατά τη διάρκειά της (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας)- εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 και ειδικότερα σε εκείνη που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 ν. 2496/1997 ή, αντιθέτως, αποτελεί δικαιοπραξία που περιορίζει ανεπίτρεπτα την ευθύνη του ασφαλιστή και ως εκ τούτου είναι άκυρη ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου νόμου. Το ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΑΠ με την υπ’ αριθ. 854/2014 απόφαση του Α1 Τμήματος του ανωτάτου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 18/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η οποία έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η παραπάνω ρήτρα ανακαλύψεως αποτελεί επιτρεπτό, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 του ίδιου νόμου, περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή. Ειδικότερα η πλειοψηφία του Δικαστηρίου έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 ν. 2496/1997 αποτελεί «ειδική περίπτωση» κατά την έννοια του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997, έχει δε αυτή ευρεία διατύπωση, ενώ είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ’ αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών. Συνεπώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας της ΟλΑΠ, να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα «claims made policy» (αξιώσεις που θα προβληθούν). Σύμφωνα με την ίδια άποψη, η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δε συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 7 ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παραπάνω άποψη της πλειοψηφίας εναρμονίζεται με την άποψη που είχε ακολουθήσει η Ολομέλεια του ΑΠ στην υπ’ αριθ. 14/2013 απόφασή της, στην οποία έγινε δεκτό ότι η ρήτρα «claims made policy» μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων, οπότε στην υπ’ αριθ. ΟλΑΠ 18/2015 κρίθηκε ότι συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η ρήτρα αυτή και στις λοιπές ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων. Ωστόσο, κατά τη μειοψηφήσασα άποψη εννέα μελών της Ολομέλειας του ΑΠ, με την οποία συντάσσεται εν προκειμένω και το παρόν Δικαστήριο, η εγκυρότητα συνομολόγησης της παραπάνω απαλλακτικής νια τον ασφαλιστή, «ρήτρας ανακαλύψεως» δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2496/1997 δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφάλιση σύμβασης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν την ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, για το λόγο ότι η εν λόγω ρύθμιση, ανεξάρτητα από την ευρύτητα της διατύπωσής της δεν είναι γενική, επιτρέπουσα τη συνομολόγηση σε κάθε ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, ρητρών απαλλαγής του ασφαλιστή για παραβιάσεις των ασφαλιστικών υποχρεώσεων και βαρών εκ μέρους του λήπτη της ασφαλίσεως, αλλά είναι ειδική, τελούσα σε άμεση συνάρτηση με την παρ. 5 της παραπάνω διάταξης, την οποία και συμπληρώνει, επιτρέποντας στα συμβαλλόμενα μέρη και εφόσον η ασφαλιστική σύμβαση αφορά κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, να προχωρήσουν στη διεύρυνση των προαναφερθεισών περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή που προβλέπονται στην παρ. 5, παραδοχή που, πρέπει να σημειωθεί ότι ρητά αποδέχεται και η 14/2013 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου του ΑΠ (βλ. 6η σελίδα υπό στ. β αυτής), με αποτέλεσμα να είναι δυνατή, σε περίπτωση ασφάλισης που αφορά κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, η συνομολόγηση ρήτρας απαλλαγής του ασφαλιστή ακόμη και στην περίπτωση που η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια των αναφερομένων στη διάταξη της παρ. 5 προσώπων και όχι μόνο σε δόλο. ή βαρειά αμέλεια που προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Η παρεχόμενη, δηλαδή, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 ν. 2496/97 δυνατότητα διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή αναφέρεται μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες, ως κύρωση της παραβάσεως των υποχρεώσεων του λήπτη ή του ασφαλισμένου καθορίζεται (από τις σχετικές διατάξεις του παραπάνω νόμου) η απαλλαγή του ασφαλιστή, και αυτό προβλέπεται μόνο στις περιπτώσεις της παρ. 5 του παραπάνω άρθρου, και όχι σε εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες, ως κύρωση της εν λόγω παράβασης, προβλέπεται δικαίωμα αποζημίωσης του ασφαλιστή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 4 του ν. 2496/97 (υποχρέωση ειδοποίησης του ασφαλιστή εντός 8 ημερών από τη γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, λήψης των καταλλήλων μέτρων προς αποφυγή ή μείωση ζημίας κ.λπ.) με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η συνομολόγηση ρητρών απαλλαγής του ασφαλιστή για την παράβαση των υποχρεώσεων αυτών. Επομένως, και εφόσον η προαναφερθείσα ρήτρα ανακαλύψεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις επιτρεπόμενες κατ’ άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2496/1997 περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη του, συνιστά ανεπίτρεπτο, κατ’ άρθρο 33 παρ. 1 και 2 παρ. 8 ν. 2496/1997 περιορισμό των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης και είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, άκυρη. Πέραν τούτων, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η νομιμότητα μίας τέτοιας ρήτρας σε όλες συλλήβδην τις συμβάσεις ασφάλισης για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων ελέγχεται και στα πλαίσια του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 174 ΑΚ, καθότι συνεπάγεται ουσιαστικά τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή και αντίστοιχα την κατάργηση των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση. Ειδικότερα, σε πολλές περιπτώσεις ασφαλιστικών συμβάσεων, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο λήπτης της ασφάλισης είναι δυνατό να μη γνωρίζει καν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου όσο διαρκεί η ασφαλιστική σύμβαση, αλλά μπορεί να την πληροφορηθεί μετά την παρέλευση της διάρκειας αυτής, το πρώτον με την άσκηση της σχετικής αξίωσης του ζημιωθέντος. Σε μία τέτοια περίπτωση που ο ασφαλισμένος πληροφορείται την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης μετά τη λήξη της διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης, η πρόβλεψη της ρήτρας ότι αυτός πρέπει να ασκήσει τις αξιώσεις του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά τη διάρκειά της (της ασφαλιστικής σύμβασης), καθιστά εξ ορισμού αδύνατη την άσκηση των εν λόγω αξιώσεων. Προκειμένου, σε περίπτωση σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης, να μη δημιουργούνται ανεπιεική αποτελέσματα σε βάρος του ασφαλισμένου, ο οποίος ευλόγως απέβλεψε με τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης στην κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου που θα επερχόταν εντός της συνομολογηθείσας διάρκειας αυτής, πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται η δυνατότητα άσκησης των αξιώσεων από την ασφαλιστική σύμβαση εντός χρόνου όχι συντομότερου από την πενταετή προθεσμία παραγραφής (935 ΑΚ) των αξιώσεων του ζημιωθέντος σε βάρος του ασφαλισμένου».

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί