Εμμέσως ζημιωθείσα και μη δικαιούμενη αποζημίωσης εταιρεία, της οποίας ο εταίρος κατέστη ανίκανος για εργασία ένεκα εξ αδικοπραξίας, βλάβης του σώματος ή της υγείας του ή θανάτου του – Νομολογία
Το πνεύμα του δικαίου της αποζημίωσης και της σχετικής νομολογίας είναι ο αναγκαίος περιορισμός των αποκαταστατέων ζημιών και των δικαιούχων-υποχρέων αποζημίωσης, ώστε να μην διευρύνεται υπερβολικά ο κύκλος των τελευταίων και να μην αποκαθίστανται ζημίες οι οποίες ουδόλως εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης που παραβιάστηκε. Έτσι, γίνεται μεν δεκτό ότι η αποζημίωση είναι πλήρης και περιλαμβάνει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση ζημία του άμεσα ζημιωθέντος από την αδικοπραξία, αλλά ως προς τους δικαιούχους της αποζημίωσης, γίνεται δεκτό, ως προεννοήθη, ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, αλλά μόνον του άμεσα ζημιωθέντος, ο οποίος είναι και ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου συμφέροντος που προσβάλλεται (βλ. Μ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 15 αρ. 55 επ. σελ. 486 επ. και 809 επ., Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, § 99 σελ. 527 επ. και 596 επ., Απ. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 10 αρ. 24 επ. σελ. 33-34). Άλλοις λόγοις, εκείνος που ζημιώνεται έμμεσα από αδικοπραξία σε βάρος άλλου δεν δικαιούται να αξιώσει από τον υπόχρεο την αποκατάσταση της ζημίας του, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το ορίζει ρητά ο νόμος, όπως στα άρθρα 928 και 929 ΑΚ [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο) τόμος Γ΄ ημιτόμος Γ΄ Ειδικό Ενοχικό Άρθρα 741-946, Αθήνα 2006, σελ. 921, με περαιτέρω παραπομπές σε ΑΠ 62/91 Δνη 32/790, ΑΠ 900/91 Δνη 33/1587, ΕΘ 2524/99 Αρμ 54/625. ΕΑ 935/98 Δνη 40/1105, ΕΔυτΜακ 244/98 Αρμ 53/1416, ΕΑ 6950/94 Δνη 37/1382, ΕΘ 1133/92 Αρμ 46/721, ΕΘ 1214/90 Δνη 31/1337, ΜΠΠατρ 821/98 ΕΣυγκΔ 1999/358]. Ποιος είναι, όμως, ο άμεσα και ποιος ο έμμεσα ζημιωθείς κρίνεται με βάση τον προστατευτικό σκοπό του κανόνα δικαίου που θεμελιώνει την παρανομία και την ευθύνη προς αδικοπραξία, σε συνδυασμό και με το κριτήριο του αιτιώδους συνδέσμου (βλ. παρατηρήσεις Στ. Ι. Κουμάνη, Λέκτορος Νομικής Α.Π.Θ., σε Αρμ 2012 σελ. 1253).
Ενόψει των προρρηθέντων, έχει παγίως κριθεί νομολογιακά ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εταίρος μιας εταιρείας καθίσταται ανίκανος για εργασία ένεκα εξ αδικοπραξίας βλάβης του σώματος ή της υγείας του ή αποβιώνει λόγω σε βάρος του αδικοπραξίας και για τον λόγο αυτόν αδυνατεί να προσφέρει την προσωπική του εργασία στην ως άνω εταιρία, με αποτέλεσμα τη μείωση των κερδών της τελευταίας, η εν λόγω εταιρεία τυγχάνει εμμέσως ζημιούμενη και η ζημία της δεν αποκαθίσταται. Συνεπώς, η εν θέματι εταιρεία δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει σχετική αποζημίωση δι’ εγέρσεως αγωγής.
Για του λόγου το αληθές, η όλως πρόσφατη ΑΠ 2172/2013 (ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2014/427, ΕΕΜΠΔ 2014/624) δέχθηκε ότι «(…) από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για αποζημίωση από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή και το διαφυγόν κέρδος έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (αρθρ. 928 εδ, β` , 929 εδ. β του ΑΚ). Ενώ όμως δεν έχει, κατά κανόνα, αξίωση αποζημιώσεως ο εμμέσως, με την παραπάνω έννοια, ζημιωθείς, εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ` αυτό, αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία βλάβη του σώματος ή της υγείας του εξ αιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει σε προσωπική εταιρία την προσωπική του εργασία, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξ` αιτίας της μειώσεως της να μειωθούν τα έσοδά του. Για την έμμεση αυτή ζημία του ο από την αδικοπραξία παθών και επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημίωσης σε αντίθεση με την εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία, η οποία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ β` του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή. Εξ άλλου, ομόρρυθμη εταιρία είναι η προσωπική εμπορική εταιρία με νομική προσωπικότητα για τις υποχρεώσεις της οποίας ευθύνονται όλοι οι εταίροι (ομόρρυθμοι εταίροι) απεριόριστα και εις ολόκληρον, συνιστάται δε με έγγραφη σύμβαση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων και αποσκοπεί στην συνεμπορία των εταίρων υπό την εταιρική επωνυμία με την προσωπική τους συνεργασία και την καταβολή εισφοράς από τον καθένα καθώς και με την ανάληψη των υποχρεώσεών της έναντι των δανειστών της, αλληλεγγύως μετ` αυτής και των λοιπών εταίρων και βάσει της προσωπικής τους περιουσίας και ελευθερίας, εταιρική δε εισφορά είναι η μεταβίβαση από καθένα των εταίρων δικαιωμάτων του ή παροχή εργασίας του για την προαγωγή του εταιρικού σκοπού και ως αντάλλαγμα για την κτήση απ` αυτόν εταιρικών περιουσιακών και προσωπικών δικαιωμάτων. (…) Εργασιακή δε σχέση, μεταξύ Ο.Ε. και εταίρου της, εισφορέως εργασίας, είναι η εκ του καταστατικού απορρέουσα έννομη σχέση, κατά την οποία ο εταίρος, υποχρεώνεται να παρέχει ορισμένο είδος εργασίας για την προαγωγήν του εταιρικού σκοπού ως εταιρική εισφορά του. Η σχέση αυτή είναι ένδικη εργασιακή σχέση γιατί δύναται να συσταθεί μόνον μεταξύ προσωπικής εταιρίας και εταίρου της. Διαφέρει των κοινών εργασιακών σχέσεων διότι δύναται να συσταθεί μόνον μεταξύ προσωπικής εταιρίας και εταίρου της. Διαφέρει των κοινών εργασιακών σχέσεων διότι ο εργαζόμενος (εταίρος) εξυπηρετεί με την εργασία του και δικό του συμφέρον (την προαγωγή του εταιρικού σκοπού), έχει δικαίωμα ελέγχου επί των υποθέσεων του λήπτου της εργασίας και δεν λαμβάνει σταθερό μισθό, αλλά κυμαινόμενο μερίδιο από τα εταιρικά κέρδη αν υπάρχουν τέτοια. Επί πλέον, έναντι της σχέσεως (εξηρτημένης) εργασίας, διαφέρει, διότι δεν τελεί υπό τη διεύθυνση της εταιρίας, αυτή δε δεν υποχρεώνεται να προνοεί υπέρ αυτού ως εργαζόμενου. Η σχέση αυτή απορρέει από την εταιρική συμφωνία όπως καθένας των εταίρων καταβάλει στην Ο.Ε. εταιρική εισφορά και αποκτά τα κατά νόμον και το καταστατικό αναλογούντα σ` αυτόν προσωπικά και περιουσιακά δικαιώματα (διοικήσεως, συμμετοχής στα κέρδη) και υποχρεώσεις (τηρήσεως πίστεως προς την εταιρία, διοικήσεως). (…) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ` ακόλουθα αναφορικά με τις ένδικες από το άρθρο 929 ΑΚ αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Όπως αποδείχθηκε, πριν το ατύχημα η ενάγουσα συμμετείχε ως ομόρρυθμο μέλος και με ποσοστό 35% στις κερδοζημίες στην εταιρεία με την επωνυμία “….”, (…). Επίσης αυτή ορίστηκε “πρώτος διαχειριστής” της εταιρίας, και νόμιμος εκπρόσωπος της. Στην εταιρία αυτή συμμετείχαν επίσης ο αδελφός της Α. Π. κατά ποσοστό 35%, και κατά το υπόλοιπο 30% ο πατέρας της Π. Π.. Λόγω του ατυχήματος η ενάγουσα αποχώρησε από την εταιρία στις 27-3-2008 (βλ. το 12.475/2008 πιστοποιητικό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδος) μεταβιβάζοντας το μερίδιο της στον πατέρα της. Ισχυρίστηκε δε αυτή στην αγωγή της ότι, λόγω της πλήρους ανικανότητάς της προς εργασία, αναγκάστηκε να διακόψει την εργασιακή της δραστηριότητα συνισταμένη σε προσφορά πολύωρου προσωπικής εργασίας στην ανωτέρω επιχείρηση, με αποτέλεσμα ν` απολέσει για το διάστημα που ορίζεται από την ημέρα επελεύσεως του ατυχήματος (12-2-2007) έως την 31-3-2008, (στις 1-4-2008 συνταξιοδοτήθηκε λόγω αναπηρίας), εισοδήματα, προερχόμενα από τη συμμετοχή της στα καθαρά κέρδη της εταιρίας συνολικού ποσού 60.169,50 ευρώ, υπολογιζόμενου, συγκεκριμένα, του κατά μήνα απωλεσθέντος εισοδήματος σε 4 . 457 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 35% του επικαλούμενου απ` αυτήν καθαρού μηνιαίου κέρδους για όλους τους εταίρους, ποσού 12.734 ευρώ (…) Εφόσον από την ενάγουσα δεν είχε αναληφθεί, βάσει του άνω συμφωνητικού, η προσφορά (μόνιμης και ολοκληρωτικής) προσωπικής εργασίας ως εισφορά της στην εταιρία, (κι ανεξαρτήτως του αν όλοι οι εταίροι προσέφεραν μόνο εργασία), αποκλείεται η σύνδεση του γεγονότος της αποχώρησης της από την εταιρία, με την απώλεια εισοδήματος, εξαιτίας της επικαλούμενης από αυτήν αδυναμίας της, να εργασθεί λόγω της καταληφθείσης σ` αυτήν αναπηρίας, από βιολογικής απόψεως αλλά και των συνακόλουθων ψυχολογικών συνεπειών (…) η παροχή εργασίας από τον εταίρο φέρει τον χαρακτήρα εταιρικής εισφοράς, όταν σαν μόνη αιτία έχει τη συμμετοχή του εταίρου στην εταιρία. (…) Συνεπώς δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη μέλλουσα ζημία εξαιτίας απώλειας εισοδήματος της ενάγουσας, και, πρέπει ν` απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ` ουσία, και το αναγνωριστικό αίτημα καταβολής του κονδυλίου των 1.703.940 ευρώ για την αποθετική μέλλουσα ζημία της ενάγουσας».
Στην ίδια συνάφεια, η ΑΠ 1504/2000 (ΝΟΜΟΣ) διέλαβε ότι «κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ., (…) την αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνο ο φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν προβλέπεται ειδικά από το νόμο, όπως στα άρθρα 928 εδ. β και 929 εδ. β Α.Κ. Στην κρινόμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι ισχυρίστηκε στην αγωγή της ότι η από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου θανάσιμα τραυματισθείσα σε αυτοκινητιστικό ατύχημα Ελένη Αραμπατζή ήταν ομόρρυθμο μέλος της με ποσοστό στις κερδοζημίες 25%, ότι από την εμπορική της δραστηριότητα η εταιρία είχε καθημερινώς 100.000 δρχ. καθαρά κέρδη, από τα οποία αναλογούσαν στη θανούσα 25.000 δρχ., τις οποίες έχασε και χάνει η ενάγουσα εταιρία λόγω του ότι λύθηκε με τον θάνατο της ομόρρυθμης εταίρου και ότι για την αιτία αυτή ζήτησε να της επιδικασθούν τα απωλεσθέντα αυτά κέρδη επί μία δεκαπενταετία από τον θάνατο της Ελένης Αραμπατζή, ενόλω δρχ. 135.000.000. Με τα περιστατικά αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας απέρριψε κατά το κεφάλαιο τούτο την αγωγή, ως ενεργητικά νομιμοποίητη. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε αυτή του άρθρου 72 Α.Κ. Όσον αφορά την αποδιδόμενη παράβαση του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ., αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η απορριπτική κρίση του Εφετείου δεν στηρίζεται στην έλλειψη ικανότητας διαδίκου, αλλά στην έλλειψη νομιμοποίησης από τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου».
Ομοίως, η ΑΠ 900/1991 (ΝΟΜΟΣ, ΕΕΝ 1992/525) έκρινε ότι «κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, (…) αξίωση για αποζημίωση έχει εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, μόνο ο φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθρα 928 εδ. β` του ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος, δηλαδή, που είναι φορέας του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνο της ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απ` ευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απ` ευθείας απ` αυτό, αλλά από άλλη αιτία που επακολούθησε μεν, αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει, σε προσωπική εταιρεία την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρείας και, εξαιτίας της μειώσεως των κερδών της, να μειωθούν και τα έσοδά του. Για την έμμεση αυτήν ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και, επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημιώσεως. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτήν, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρεία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. β` του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντα εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και, επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή».
Στην ίδια συνάφεια, η ΕφΔωδ 216/2009 (ΝΟΜΟΣ) δέχθηκε ότι «σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, (…) αξίωση για αποζημίωση έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας ή δικαιούχος του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν προβλέπεται ειδικά από το νόμο (αρθρ. 928 εδ. 6 και 292 εδ. β` ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ` αυτό αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει, σε προσωπική εταιρία, την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξαιτίας της μειώσεως των κερδών της να μειωθούν και τα έσοδα του. Για την έμμεση αυτή ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και, επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς, έχει αξίωση αποζημιώσεως. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτήν, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. β` ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και, επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή (ΑΠ. 1504/2000, ΑΠ. 900/1991 ΕΕΝ 1992.525, Εφ.Θεσ. 1/2000). Επομένως, η δεύτερη ενάγουσα ομόρρυθμος εταιρεία, μέλος της οποίας είναι ο πρώτος ενάγων, η οποία ζητεί με την αγωγή της αυτή διαφυγόντα κέρδη ύψους 100.000 € και 27.140 € που κατέβαλε για την πρόσληψη υπαλλήλου στη θέση του πρώτου ενάγοντος, ομόρρυθμου μέλους της για το λόγο ότι το ομόρρυθμο μέλος της δεν μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του κι έτσι να ζημιωθεί κατά τα παραπάνω ποσά, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, ενόψει των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, να ζητήσει τη ζημία αυτήν, παρά μόνον τα ομόρρυθμα αυτής μέλη, γι` αυτό και η υπό κρίση αγωγή ως προς την ανωτέρω ενάγουσα πρέπει να απορριφθεί ως ενεργητικά ανομιμοποίητη (ΑΠ 1504/2000), το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία την απέρριψε, ορθά το νόμο εφήρμοσε και όσα αντίθετα με την έφεση της η άνω ενάγουσα υποστηρίζει είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ομοίως, η ΕφΑθ 8281/2005 (ΝΟΜΟΣ) διέλαβε ότι «κατά τις διατάξεις των άρθ. 914, 297 και 298 του ΑΚ, (…) αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, μόνο ο φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθ. 928 εδ. β` και 929 εδ. β` του ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, δηλαδή εκείνος που είναι φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνο της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απ` ευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ` αυτό, αλλά από άλλη αιτία που επακολούθησε μεν, αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποία έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει, σε προσωπική εταιρία, την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξ αιτίας της μειώσεως των κερδών της, να μειωθούν και τα έσοδα του. Για την έμμεση αυτή ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημιώσεως. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτή, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως, με βάση τη διάταξη του άρθ. 929 εδ. β` του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντα εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή (ΑΠ 900/1991 ΕλΔ 33.1587). Είναι διαφορετική η περίπτωση του ομορρύθμου εταίρου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ανικανότητας του προς εργασία προσλαμβάνει κάποιο τρίτο στην αναπλήρωση της παροχής προσωπικής εργασίας στην εταιρία. Η καταβαλλόμενη δαπάνη αποτελεί ζημία την οποία δικαιούται να αξιώσει ο εταίρος. Αν η πρόσληψη της υποκατάστατης δυνάμεως γίνει από το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας, η τελευταία ως τρίτη, αδυνατεί κατά νόμο να αξιώσει αποζημίωση. Τη ζημία δικαιούται να αξιώσει το ομόρρυθμο μέλος του οποίου κατ` ουσία μειώνονται τα κέρδη (βλ. Αθαν. Κρητικό, έκδοση 1998, § 288 σελ. 112)».
Συναφώς, η ΕφΘεσ 1316/2001 (ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι «κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, (…) αξίωση για αποζημίωση έχει μόνον εκείνος που άμεσος ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (αρθρ. 928 εδ, β`, 929 εδ. β του ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ` αυτό, αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει σε προσωπική εταιρία την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και, εξαιτίας της μειώσεως των κερδών της, να μειωθούν τα έσοδα του. Για την έμμεση αυτή ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και, επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημίωσης. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτήν, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. β` του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στο νόμο αλλά στην εταιρική σύμβαση και, επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή (ΑΠ 900/1991 ΕλλΔνη 33(1992)1587, Κρητικός, Αποζημίωση από τροχ. αυτοκιν. ατυχ., έκδ. Γ`, παρ. 288, σελ. 111, 112). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία “….” ζήτησε να της επιδικασθεί αποζημίωση ποσού 1.500.000 δραχμών λόγω απώλειας των εισοδημάτων της από τη μείωση της εμπορικής της δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εξαιτίας του τραυματισμού των εναγουσών ομόρρυθμων μελών αυτής, κατά την ένδικη σύγκρουση των αυτοκινήτων και της ανικανότητας τους να εργασθούν κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα. Το ανωτέρω αίτημα της ενάγουσας δεν είναι νόμιμο, γιατί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφορά έμμεση ζημία της και ως εκ τούτου δεν έχει αξίωση αποζημίωσής της εκ του άρθρου 929 εδ. β` ΑΚ, αφού η υποχρέωση των αμέσως ζημιωθέντος εταίρων της να της παρέχουν υπηρεσίας δεν στηρίζεται στο νόμο αλλά στην εταιρική σύμβαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της κρινομένης αγωγής, ορθά ερμήνευσε το νόμο και το αντίθετο εκ του σχετικού λόγου παράπονο είναι αβάσιμο».
Παρεμφερώς, η ΕφΘεσ 1/2000 (ΝΟΜΟΣ) διέλαβε ότι «σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α Κ, (…) αξίωση για αποζημίωση έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας ή δικαιούχος του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν προβλέπεται ειδικά από το νόμο (αρθρ. 928 εδ. 6 και 292 εδ. β` ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ` αυτό αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ` αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει, σε προσωπική εταιρία, την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξαιτίας της μειώσεως των κερδών της να μειωθούν και τα έσοδα του. Για την έμμεση αυτή ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και, επομένως, αμέσους απ αυτήν ζημιωθείς, έχει αξίωση αποζημιώσεως. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτήν, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. β` ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και, επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή (ΑΠ 900/1991 ΕΕΝ 1992.525, ΕφΠειρ 1295/1990 ΕΣυγκΔ 1990.451, ΕφΛαρ 959/92, αδημ.). Επόμενως, η πρώτη ενάγουσα της πρώτης πιο πάνω αγωγής ομόρρυθμη εταιρία “Ε.Ε. και Σία ΟΕ”, η οποία ζητεί με την αγωγή της αυτή διαφυγόντα κέρδη ύψους 7.003.104 δραχμών, για το λόγο ότι τα δύο ομόρρυθμα αυτής μέλη (2ος και 3η των εναγόντων) δεν μπόρεσαν, εξαιτίας του τραυματισμού των, να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία σ αυτήν, με αποτέλεσμα να ακυρώσει παραγγελία αλλοδαπής πελάτιδός της εταιρίας, κι έτσι να ζημιωθεί κατά το παραπάνω ποσό, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, ενόψει των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, να ζητήσει τη ζημία αυτήν, παρά μόνον τα ομόρρυθμα αυτής μέλη, γι αυτό και η υπό κρίση αγωγή ως προς την ανωτέρω ενάγουσα πρέπει να απορριφθεί, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία την απέρριψε, ορθά το νόμο εφήρμοσε και όσα αντίθετα με την έφεση της η άνω ενάγουσα υποστηρίζει είναι απορριπτέα ως αβάσιμα».
Ομοίως, η ΜΠρΘεσσαλ 10461/2012 (ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι, επί περιπτώσεως «μείωσης των εσόδων της ομόρρυθμης εταιρείας που οφείλεται στη μη συνεισφορά του εταίρου λόγω του τραυματισμού του», «η εταιρεία είναι εμμέσως ζημιωθείσα που δεν δικαιούται αποζημίωσης». «Μορφή διαφυγόντος κέρδους – έμμεσης ζημίας συντρέχει στην περίπτωση τραυματισμού ομορρύθμου εταίρου που προσφέρει ως συνεισφορά την προσωπική του εργασία στην εταιρία, οπότε εξαιτίας της ανικανότητας του προς εργασία μειώνονται τα κέρδη της εταιρίας και συνακόλουθα τα έσοδα του εταίρου. Η μείωση αυτή αποτελεί έμμεση ζημία αμέσως ζημιωθέντος, που δεν πρέπει να συγχέεται με την αποζημίωση του εμμέσως ζημιωθέντος προσώπου, που μόνο εξαιρετικά προστατεύεται από το νόμο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 928 και 929 ΑΚ (Αθ. Κρητικός, ό.π, § 14 αριθ. 10 -11, σελ. 198 -199). [Δ]ηλαδή, τα μειωμένα κέρδη της προσωπικής εταιρίας (…) έχουν δυσμενή αντανάκλαση και στα εισοδήματα του τελευταίου, που δικαιούται για τη μείωση αυτή που αφορά τα δικά του προσωπικά κέρδη (…) να απαιτήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο (ΕφΔωδ 216/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 8281/2005 ΕλλΔνη 2007518, Εφθεσ 1316/2001 Αρμ 2002.1330, Εφθεσ 1/2000 Αρμ 2001.917, Αθ. Κρητικός, ό.π, § 17 αριθ. 75, σελ. 279)».
Στην ίδια συνάφεια, η ΜΠρΚιλκ 174/1995 (ΝΟΜΟΣ) δέχθηκε ότι «κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ (…) αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας ο δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθρα 928 εδ. β` του ΑΚ). (…) εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι φορέας του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνο της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ` αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε όχι απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό. Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία, βλάβη του σώματος ή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει, σε προσωπική εταιρία, την προσωπική του εργασία, στην οποία συνίσταται η εισφορά του σ` αυτήν, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και, εξαιτίας της μειώσεως των κερδών της, να μειωθούν και τα έσοδά του. Για την έμμεση αυτή ζημία του, ο από την αδικοπραξία παθών και, επομένως, αμέσως απ` αυτήν ζημιωθείς, έχει αξίωση αποζημιώσεως. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτή, η εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως, με βάση την διάταξη του άρθρου 929 εδ. β` του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της προσφέρει τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στο νόμο αλλά στην εταιρική σύμβαση και, επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή (ΑΠ 900/1991, αδημοσίευτη)».
Στο πλαίσιο της παρούσης αναπτύξεως, αξίζει να μνημονευθούν, επιπροσθέτως, οι ακόλουθες ενδεικτικές νομολογιακές αναφορές:
- ΑΠ 89/2017 (ΝΟΜΟΣ): «Υποχρέωση ανόρθωσης της έμμεσης ζημίας που προκλήθηκε από αδικοπραξία σε τρίτον, ο νόμος δεν αναγνωρίζει, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 928 εδ. β` και 929 εδ. β` ΑΚ.»
- ΑΠ 248/2009 (ΝΟΜΟΣ): «Αξίωση αποζημιώσεως (…) αντλείται από “προσωπικό βίωμα” και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα.»
- ΕφΠειρ 789/2014 (ΝΟΜΟΣ): «Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για αποζημίωση από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή και το διαφυγόν κέρδος έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά στον νόμο (άρθρα 928 εδάφ. β΄, 929 εδάφ. β΄ΑΚ).»
- ΠΠρΑθ 4351/2010 (ΝΟΜΟΣ): «τρίτα πρόσωπα τα οποία τυχόν υφίστανται περιουσιακή βλάβη είναι εμμέσως ζημιούμενοι. Για τη τυχόν αποκατάσταση της ζημίας αυτών, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των αρ. 928 εδ. β’ και 929 εδ. β’ ΑΚ, οι οποίες ωστόσο δεν επιδέχονται ανάλογη εφαρμογή.»
- ΜΠρΣαμ 198/2005 (ΝΟΜΟΣ): «Δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο ο άμεσα ζημιωθείς και όχι ο τρίτος που υπέστη έμμεση ζημία. Εξαίρεση εισάγουν τα άρθρα 928 και 929 εδ. β` ΑΚ για την περίπτωση θανάτωσης προσώπου, οπότε τα νοσήλια, τα έξοδα κηδείας και η διατροφή καταβάλλονται στα πρόσωπα που ορίζονται στις διατάξεις αυτές, που είναι εξαιρετικές.».
Στον αντίποδα των ανωτέρω πολυάριθμων δικαστικών αποφάσεων, ωστόσο, η ΑΠ 1958/2008 (ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι, «σε περίπτωση κατά την οποία το θύμα της αδικοπραξίας, που παθαίνει βλάβη του σώματος ή της υγείας του, είναι εταίρος ανώνυμης εταιρείας, (…) διαφυγόντα κέρδη (…) αυτή (ενν. η εταιρεία) φέρεται να απώλεσε εξαιτίας της, λόγω του τραυματισμού του (…), ανικανότητάς του προς παροχή των υπηρεσιών, που φέρεται να παρείχε για λογαριασμό της, εξαιτίας της παύσεως της δραστηριότητάς της και μη εκτελέσεως των αναφερόμενων έργων, που είχε αναλάβει. Συνεπώς, από την απώλεια των κερδών αυτών αμέσως ζημιούμενη και νομιμοποιούμενη να τα διεκδικήσει, ως αποζημίωση, είναι η εταιρεία».
Ανδρέας Ματσακάς
Δικηγόρος παρ’ Εφέταις
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr