Εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου αν η δικαστική διανομή του ακινήτου θα είναι αυτούσια ή θα γίνει με εκούσιο πλειστηριασμό
Στο άρθρο 785 AK ορίζεται ότι αν ένα δικαίωμα ανήκε σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ` ιδανικά μέρη. Στα άρθρα 798 και 799 ΑΚ ορίζεται ότι η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή και ότι αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή.
Κατά τα άρθρα 479, 480 παρ. 1481 και 484 του ΚΠολΔ, όταν η διαίρεση του διανεμητέου ακινήτου είναι πρόδηλα δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις (ΑΠ 975/2007 Νόμος, ΑΠ 1361/1996 Δνη 38.1793, ΑΠ 231/1996 Δνη 37.1560, ΕφΑΘ 6132/2002 Δνη 44.1398, ΕφΑΘ 863/1999 Δνη 41.473, ΕφΑΘ 4019/1999 Δνη 40.1582). Σε αντίθετη περίπτωση διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων με κάθε αποδεικτικό μέσο, ιδίως με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον για την αντίληψη αυτών των θεμάτων απαιτούνται, κατά την κρίση του, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθρο 368 ΚΠολΔ) και μόνο αν η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη διατάσσει τη δια πλειστηριασμού πώληση (ΑΠ 1053/93 Δνη 199.577, ΕφΑΘ 10087/2002 Δνη 2003.994-1001, ΕφΑΘ 8828/2001 Δνη 2004.475).
Η δυνατότητα να διαταχθεί αυτούσια διανομή κρίνεται κυριαρχικά και ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 450/2008, ΑΠ 1446/2004 Νόμος). Αν δε αυτή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη διατάσσεται η πώληση με πλειστηριασμό, ενώ ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση δια πλειστηριασμού, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου (ΑΠ 1309/2005 Δνη49.747, ΑΠ 981/2002 Δνη 44.1294, ΑΠ 1053/1993 Δνη 1994.1577, ΕφΑΘ 6132/2002 ό.π. ΕφΑΘ
6635/1995 ΝοΒ 44.451), το οποίο δεν δεσμεύεται από το σχετικό αίτημα των διαδίκων. Ενόψει τούτου η νομολογία έκρινε ότι ο ενάγων, ο οποίος αρχικά ζήτησε τη διανομή του επικοίνου ακινήτου με πλειστηριασμό, μπορεί να ζητήσει με τις προτάσεις του τη διανομή του ακινήτου με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών κατ’ ορόφους ή μέρη αυτών, χωρίς με τον τρόπο αυτό να μεταβάλλεται η βάση και το αίτημα της αγωγής του (ΑΠ 1053/1993 ΕλλΔνη 1994.1577).
Για τη διαμόρφωση της κρίσης του αυτής το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, εκτός από τις μερίδες (ποσοστά συγκυριότητας) των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, το σχήμα, το εμβαδόν κλπ, του διανεμητέου ακινήτου, καθώς και τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής (ΑΠ 1361/1996, ΑΠ 231/1996 Νόμος, ΑΠ 934/1976 ΝοΒ 25.199, ΕφΑΘ 6132/2002 ό.π., ΕφΑΘ 4019/1999 ό.π., ΕφΑΘ 6530/1991 Δνη 33.590).
Πρόδηλα αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή, όταν κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του και όταν τα μέρη στα οποία πρόκειται να διανεμηθεί καθίστανται άχρηστα στο κοινωνικό σύνολο ως οικονομικές μονάδες ή η αξία τους, λόγω ακριβώς της αδυναμίας τους να χρησιμεύσουν ως οικονομικές μονάδες, μειώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε το σύνολο των μερίδων να υστερεί της αξίας του διανεμητέου πράγματος ως ενιαίου (ΑΠ 235/1998 Δνη 39.291, ΕφΑΘ 6132/2002 ό.π., ΕφΑΘ 4019/1999 ό.π.).
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr