Έννομες συνέπειες της εκπρόθεσμης αναγγελίας κατά την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος: Το ένδικο βοήθημα της ανακοπής
Η πρώτη περίοδος λειτουργίας του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος έχει ως κύριο αντικείμενο τη διάγνωση και ανάδειξη του παθητικού του, δηλαδή των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου έναντι των πάσης φύσεως δανειστών του. Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρ. 21 παρ. 1 ΠτΚ πιστωτές του υπό εκκαθάριση ιδρύματος είναι αυτοί που έχουν κατά της τραπεζικής εταιρίας χρηματική απαίτηση γεγενημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη. Στην περίπτωση που η απαίτηση των πιστωτών απορρέει από βασική σχέση, η οποία έχει γεννηθεί πριν από τη θέση του ιδρύματος σε καθεστώς εκκαθάρισης, τότε αυτοί αντιμετωπίζονται όπως οι πτωχευτικοί πιστωτές στον ΠτΚ.
Η πρώτη χρονικά ενέργεια του εκκαθαριστή του νομικού προσώπου της τράπεζας από τη στιγμή ανάληψης των καθηκόντων του συνέχεται απολύτως με την έναρξη της διαδικασίας συγκεκριμενοποίησης του παθητικού της τραπεζικής εταιρείας. Πιο αναλυτικά, ο εκκαθαριστής υποχρεούται:
1) εντός δέκα ημερών από τον ορισμό του από την Τράπεζα της Ελλάδος να γνωστοποιήσει εγγράφως τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση καθώς επίσης και
2) εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος να απευθύνει πρόσκληση στους πιστωτές του πιστωτικού ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους (άρθρ. 3 παρ. 1 του Κανονισμού). Αναφορικά με την εν θέματι πρόσκληση, δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική. Σε κάθε περίπτωση, αρκεί να γίνεται σαφής αναφορά στην έναρξη της προθεσμίας έγερσης των αξιώσεων των πιστωτών και στο καταληκτικό σημείο αυτής. Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του ν. 3458/2006 (ΦΕΚ Α’ 94), το οποίο προβλέπει ταχεία και ατομική ενημέρωση όλων των γνωστών πιστωτών που έχουν την κατοικία, τη συνήθη διαμονή ή την καταστατική τους έδρα σε άλλα κράτη- μέλη.
3) Εν συνεχεία, οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης.
Χαρακτηριστικό της ανάγκης άρσης της αβεβαιότητας για το μέγεθος του παθητικού της περιουσίας και για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος αποτελεί το γεγονός ότι η τιθέμενη στενή δεκαήμερος προθεσμία δεν παρατείνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Ως προδήλως καταδεικνύεται, η ομαδική γνωστοποίηση μετακυλύει εν μέρει το βάρος της επίγνωσης της εισδοχής του πιστωτικού ιδρύματος σε φάση εκκαθάρισης στους πιστωτές αυτού, οι οποίοι οφείλουν να επιδείξουν, στοιχειώδη έστω επιμέλεια, ώστε να ενημερωθούν εγκαίρως για την έναρξη της διαδικασίας. Τι συμβαίνει, ωστόσο, με τους αμελώς ενεργούντες πιστωτές, οι οποίοι απώλεσαν την προθεσμία να εγείρουν τις αξιώσεις τους;
Δυνάμει του άρθρ. 3 παρ. 3 του Κανονισμού, η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο της εκκαθάρισης με ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΠτΚ. Αυτό σημαίνει, πως σε περίπτωση εκπρόθεσμης έγερσης αξιώσεων πιστωτών της εκκαθάρισης, οι τελευταίοι οφείλουν να καταθέσουν το δικόγραφο της ανακοπής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο θα κρίνει με βάση τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και να εμπλακούν σε μια ένδικη διαδικασία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την άμεση και ταχεία εκκαθάριση της απαίτησης και την ικανοποίησή της από τους πίνακες διανομής του νομικού προσώπου. Ως εκ των ανωτέρων προκύπτει, η τιθέμενη στον Κανονισμό προθεσμία δεν είναι αποσβεστική του δικαιώματος του πιστωτή, αλλά απλώς αποκλείει την έγερση της αξίωσης με την απλοποιημένη διαδικασία της υποβολής εγγράφων.
Το εκπρόθεσμο της εγέρσεως της αξίωσης του πιστωτή έχει ως επακόλουθο τη μη υπαγωγή της στις απαιτήσεις που επαληθεύονται ομαδικώς εντός της προβλεπόμενης στον Κανονισμό προθεσμίας, δεδομένου ότι αμέσως επόμενο στάδιο της αναγγελίας των αξιώσεων τυγχάνει η επαλήθευση των απαιτήσεων από τον ειδικό εκκαθαριστή. Ουσιαστικά, η επαλήθευση της απαίτησης από τον ειδικό εκκαθαριστή υποκαθίσταται από την κρίση του δικαστηρίου της εκκαθάρισης. Προεξαγγελτικά επισημαίνεται και σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΠτΚ, πως η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, σε καμία δε περίπτωση πέραν των έξι (6) μηνών από το πέρας της προθεσμίας αναγγελίας (459/2012 ΠΠρΑθ, 22/2013 ΠΠΡ Ρόδου).
Στο πλαίσιο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της εκκαθάρισης, η κοινοποίηση του δικογράφου στον ειδικό εκκαθαριστή είναι απαραίτητη, καθώς η συζήτηση θα διεξαχθεί κατ’ αντιμωλία. Τα διάδικα μέρη θα εκθέσουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και κατόπιν αξιολόγησης των επιχειρημάτων τους, το δικαστήριο θα αποφανθεί επί της υπάρξεως και του ακριβούς ύψους της απαίτησης, η δε τελεσίδικη κρίση του θα δεσμεύει αμφότερα τα μέρη. Αξίζει να σημειωθεί, πως δεν ενδιαφέρει ο λόγος της μη εμπρόθεσμης έγερσης της αξίωσης του πιστωτή.
Στο σημείο αυτό, ενδέχεται να έχουν ήδη, είτε από την κατάθεση του δικογράφου της ανακοπής είτε πριν την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής, διαταχθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή οι διανομές. Κι αυτό διότι ο Κανονισμός προβλέπει ιδιαίτερα στενές προθεσμίες για τη διενέργεια της επαλήθευσης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες. Πιο συγκεκριμένα, η εξωδικαστική επαλήθευση, βάσει του άρθρ. 4 παρ. 1 του Κανονισμού γίνεται εγγράφως από τον ειδικό εκκαθαριστή και χωρίς παράσταση των πιστωτών, σε προθεσμία που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά δεν υπερβαίνει τους τρείς (3) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας κατά το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 3, δύναται δε να παραταθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος άπαξ για όχι περισσότερο από δύο (2) μήνες.
Για την προστασία, συνεπώς, του ανακόπτοντα, υφίσταται το δικαίωμα να ζητήσει από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου της εκκαθάρισης, με σχετική προς τούτο αυτοτελή αίτησή του, εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να προσδιοριστεί προσωρινώς η απαίτησή του σε ορισμένο ποσό, ώστε σε περίπτωση που πιθανολογείται ως βάσιμη η εγερθείσα με την ανακοπή αξίωση, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής σε παρακράτηση και αφαίρεση από τον καταρτισθέντα πίνακα αντίστοιχου ποσού (ΠΠρΑθ 459/2012).
4) Επάγεται ερμηνευτικώς, πως το τέταρτο στάδιο της επαλήθευσης των αναγγελθεισών απαιτήσεων διεξάγεται είτε εξωδικαστικώς είτε δικαστικώς, με την κρίση του δικαστηρίου της εκκαθάρισης να υποκαθιστά αυτήν του ειδικού εκκαθαριστή. Ωστόσο ακόμη και η εξωδικαστικού χαρακτήρα επαλήθευση δεν οδηγεί σε οριστική εξέλεγξη των απαιτήσεων του παθητικού, διότι σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στην αναγγελθείσα και την επαληθευθείσα απαίτηση, τελικός κριτής καθίσταται πάλι το πτωχευτικό δικαστήριο, το οποίο κρίνει επί των αντιρρήσεων του ειδικού εκκαθαριστή ή και των τρίτων πιστωτών.
5) Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα της επαλήθευσης γνωστοποιείται στο ανώτατο ιεραρχικό όργανο του νομικού προσώπου, ήτοι της Τράπεζας της Ελλάδος. Η καταρτισθείσα εκ του ειδικού εκκαθαριστή ειδική έκθεση, η οποία περιλαμβάνει πίνακα με την περιγραφή των απαιτήσεων, κατόπιν ελέγχου της από την Τράπεζα της Ελλάδος, οριστικοποιείται και γνωστοποιείται στο ευρύ κοινό δια της ανάρτησής της στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και τη δημοσίευσή της σε ημερήσιες εφημερίδες. Εν προκειμένω, αντιρρήσεις κατά των αναγγελθεισών απαιτήσεων δύνανται να προβληθούν εγγράφως προς τον ειδικό εκκαθαριστή, το αργότερο εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δέκα πέντε (15) ημερών από την τελευταία δημοσίευση περί της υποβολής της έκθεσης για την επαλήθευση το υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα και οι λοιποί πιστωτές. Ο χαρακτήρας της προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων ως αποσβεστικής δικαιολογείται από την ανάγκη να μην παρατείνεται επί μακρόν η δυνατότητα των πιστωτών να επηρεάσουν και να μεταβάλλουν την έννομη σχέση, δηλαδή τις υπό δικαστική πλέον κρίση επαληθευθείσες απαιτήσεις (Πρβλ. Καλογερά, Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, ΑΚ, άρθρ. 279 αρ.1).
Το δικαστήριο της εκκαθάρισης θα κρίνει επί κάθε απαίτησης ξεχωριστά και θα αποφανθεί επί της υπάρξεως, του βάσιμου και του ακριβούς ύψους αυτής. Επί της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της εφέσεως, ενώ αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται (ΠτΚ 95 παρ. 2 εδαφ. δ’ και ε’). Συνεπώς, η επαλήθευση των απαιτήσεων πρέπει να διέλθει σε κάθε περίπτωση από την τελεσίδικη επικύρωση του δικαστηρίου της εκκαθάρισης για το ορθό της γενόμενης επεξεργασίας των αναγγελθεισών απαιτήσεων εκ μέρους των οργάνων της εκκαθάρισης.
Επομένως και ως προεξαγγελτικά σημειώθηκε, σε περίπτωση που πιστωτής του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος απολέσει το δικαίωμα αμφισβήτησης των αναγγελθεισών απαιτήσεων εξαιτίας της παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων, καθώς και του δικαιώματος έγερσης αντιρρήσεων με πρόσθετη παρέμβαση ακόμη και αν δεν έχει υποβάλλει αντιρρήσεις (άρθρ. 95 παρ. 2 εδαφ. γ’ ΠτΚ.), αποκλείεται δικονομικώς και κατ’ επέκταση ουσιαστικώς του δικαιώματος να αναδείξει τις αμφισβητήσεις του επί των αναγγελθεισών απαιτήσεων και κατά τα επόμενα στάδια εξέλεγξης του παθητικού του πιστωτικού ιδρύματος, ήτοι κατά το στάδιο κατάρτισης του προσωρινού ή του οριστικού πίνακα διανομής. Η εν λόγω δικονομική πρόβλεψη καταδεικνύει την προστασία του νομοθέτη έναντι όσων πιστωτών επιδεικνύουν την ελάχιστη επιμέλεια, καθόσον επί ενδεχόμενης εκπρόθεσμης αναγγελίας, εγείρουν τις αξιώσεις τους ακολουθώντας άλλη μεθοδολογία με καταληκτικό, βέβαια, σημείο αυτής την εμπρόθεσμη άσκηση αντιρρήσεων κατά των αναγγελθεισών απαιτήσεων.
Κωνσταντίνα Ζούτη
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr