Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη – Αποδεικτική δύναμη και προϋποθέσεις

Ένα από τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπει ο νόμος στα πλαίσια της δίκης είναι οι μάρτυρες. Πέραν της εξέτασης των μαρτύρων στο ακροατήριο επιτρέπεται και η εξέταση μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη πριν τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη κλήση του αντιδίκου να παραστεί κατά την ένορκη κατάθεση δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη λήψη της ένορκης κατάθεσης, ή πριν τουλάχιστον μία ημέρα στη διαδικασία των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 650 παρ. 1, 671 παρ. 1, 681Α και 681Β παρ. 1 ΚΠολΔ), ή χωρίς καθόλου κλήτευση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η κλήτευση τίθεται υπό την έννοια της γνωστοποίησης της ημέρας, της ώρας και του τόπου κατά την οποία ο μάρτυρας θα δώσει την ένορκη βεβαίωση για να παραστεί ο κλητευόμενος κατ’ αυτή και να παρακολουθήσει τα από το μάρτυρα βεβαιούμενα, ώστε να μπορεί να αποκρούσει ευχερέστερα το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης υπέρ του αντιδίκου με την προσκόμιση αποδεικτικών μέσων και να μην αιφνιδιάζεται από το περιεχόμενό της κατά την προσκόμισή της στο δικαστήριο (Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ., Τόμος Β΄, σελ. 238). Ένορκες βεβαιώσεις μπορούν να δώσουν πρόσωπα που είναι διάφορα από εκείνα που είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης (διάδικοι). Ο συμβολαιογράφος και ο ειρηνοδίκης κατά την ενώπιον αυτών ένορκη βεβαίωση περιορίζεται στην όρκιση του μάρτυρα και την ακριβή απόδοση στη συντασσόμενη έκθεση των όσων κατατίθενται σε αυτόν, χωρίς να δίνεται το δικαίωμα στους διαδίκους υποβολής ερωτήσεων προς αυτούς, αφού λάβουν την άδεια από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, δεν καθίστανται άκυρες οι ένορκες βεβαιώσεις από το ότι από τον ειρηνοδίκη ή το συμβολαιογράφο δεν επιτράπηκε η υποβολή ερωτήσεων σε αυτούς από τους διαδίκους. Πριν την τροποποίηση του άρθρου 339 ΚΠολΔ από το νόμο 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν θεωρούνταν έγγραφα αποδεικτικά κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα όμως με την τροποποίηση του ανωτέρω νόμου, εισήχθη σοβαρή δικονομική μεταρρύθμιση αναβαθμίζοντας τις ένορκες βεβαιώσεις ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, οι οποίες εξομοιώνονται πλέον με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (που είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια).

Ωστόσο, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 6/16-05-2008 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, «Ο Ειρηνοδίκης και ο Συμβολαιογράφος προκειμένου να συντάξουν ένορκες βεβαιώσεις, έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκομιστούν, να τις δεχθούν ως αποδεικτικό μέσο κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητάς τους. Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύσεώς του είναι και η υποχρέωσή τους να αναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσουν το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμοδιότητά τους». Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος με την 27η εγκύκλιό του (14/06/2012) απευθυνόμενη προς όλα τα μέλη του Συλλόγου του όρισε κατόπιν αυτού ότι ο συμβολαιογράφος (ενν. και ο ειρηνοδίκης) έχει αρμοδιότητα να καταρτίζει ένορκες βεβαιώσεις μόνο στις προβλεπόμενες από την ανωτέρω γνωμοδότηση περιπτώσεις και όχι σε κάθε περίπτωση. Ειδικότερα δεν έχει αρμοδιότητα να συντάσσει ένορκες βεβαιώσεις για την ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων κάποιου σε ακίνητο, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν στο Κτηματολόγιο ή σε Δημόσια Υπηρεσία, ως απόδειξη του αντίστοιχου δικαιώματός του.

Ευγενία Φωτοπούλου

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί