Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ένσταση ανυπόστατης επίδοσης – Μόνη η υπογραφή αγωγής από δικηγόρο δεν τον καθιστά και αντίκλητο για αντίθετη αγωγή που στρέφεται κατά του ενάγοντος

Από τις διατάξεις των άρθρων 134, 136 παρ. 1, 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ.1 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίδοση σε διάδικο που διαμένει στο εξωτερικό γίνεται προς τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις εγχειρισθεί σ’ αυτόν το προς επίδοση έγγραφο, ανεξάρτητα από το χρόνο της περαιτέρω αποστολής και παραλαβής αυτού. Σε περίπτωση όμως εφαρμογής της από 15-11-1965 Σύμβασης της Χάγης, που κυρώθηκε με το Ν.1334/1983, πρέπει να τηρούνται οι από αυτήν οριζόμενοι όροι. Αν όμως ο ρηθείς διάδικος έχει διορισμένο αντίκλητο η επίδοση γίνεται υποχρεωτικά σ’ αυτόν, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι ο διορισμός του έγινε νόμιμα, δηλαδή με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος ή της πρωτεύουσας, προκειμένου περί κατοίκου του εξωτερικού ή με ρήτρα σε σύμβαση, που όμως καλύπτει μόνο την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων που έχουν σχέση με τη σύμβαση, ή με διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 96 του ΚΠολΔ. Συνεπώς διορισμός αντικλήτου κατ’ άλλον τρόπο, όπως με μονομερή δήλωση του διαδίκου δι’ εγγράφου, δεν είναι ισχυρός και η επίδοση προς αυτόν είναι άκυρη (βλ. ΑΠ 661/2000 ΕλλΔνη 41.16121174/2003 ΕλλΔνη 45.441 Βαθρακοκοίλη – ΕρμΚΠολΔ άρθρο 142 αριθμ.8 και 30). Εξάλλου ο δικηγόρος που παραστάθηκε για τον εναγόμενο κατά τη συζήτηση της αγωγής, δεν είναι για το λόγο αυτό αντίκλητος. Τέλος, η ιδιότητα κάποιου ως αντικλήτου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Επομένως ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της ιδιότητάς του, ενώ η επίδοση προς πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του αντικλήτου είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1008/2006 ΝοΒ 55, 884, ΕφΠειρ. 792/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 92/2008 Πειρ.Νομ. 2008,90).

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 96 και 104 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος την αγωγή θεωρείται μέχρι και την πρώτη συζήτησή της, πληρεξούσιος αυτού. Μόνη όμως η υπογραφή από δικηγόρο αγωγής, δεν τον καθιστά αυτοδικαίως και αντίκλητο, με εξαίρεση μόνο την επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού η ιδιότητα του αντικλήτου επιφυλάσσεται μόνο στο δικαστικό πληρεξούσιο του διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (βλ. ΕφΑΘ 1635/2005 ΕλλΔνη 2007, 279).

Τέλος, η ιδιότητα κάποιου ως αντικλήτου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της ιδιότητας του αντικλήτου, ενώ η επίδοση προς πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του αντικλήτου είναι ανυπόστατη, δηλαδή ανύπαρκτη (ΑΠ 1008/2006, ΝοΒ 55.884, ΕφΠειρ. 92/2008 Πειρ Νομ. 2008.80, ΕφΠειρ 792/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικά δε για την περίπτωση της συνεκδικαζόμενης αντίθετης αγωγής έχει κριθεί ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, δεν είναι συγχρόνως αντίκλητος για αντίθετη συνεκδικαζόμενη αγωγή κατά του εντολέα του, εφόσον δεν τον εκπροσωπεί σε αυτήν (βλ. ΕφΑθ 5240/1985, Δ 1986.358). Και τούτο διότι το γεγονός ότι δύο αγωγές συνεκδικάζονται σε μία κοινή διαδικασία για λόγους δικονομικής σκοπιμότητας (αν κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων – 246 ΚΠολΔ) ή διότι προάγεται έτσι η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και στην συνέχεια εκδίδεται από κοινού μία οριστική απόφαση, δεν σημαίνει ότι ανατρέπεται η αυτοτέλεια κάθε έννομης σχέσης της δίκης (βλ. σχετ. και Κ. Μπέη, ΠολΔ 246 ΙΙΙ 15 ΣΕΛ. 1080 Σ. Δεληκωστόπουλο – Λ. Σινανιώτη, σελ. 245, ΕφΑθ 2726/1980 ΝοΒ 28.1216, ΕφΘεσ 321/1978 Αρμ 32.743).

Η ακυρότητα της επιδόσεως κατά τα ανωτέρω, προτείνεται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 160 παρ. 3 του ΚΠολΔ με την προβολή της σχετικής ενστάσεως τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και στον δεύτερο. Ειδικά δε στην περίπτωση της ανυπόστατης (ή ανύπαρκτης) επίδοσης, επειδή δεν πρόκειται καν περί ακυρότητας της «επιδόσεως», προτείνεται (αλλά και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κατά περίπτωση), χωρίς να απαιτείται η συνδρομή οποιασδήποτε βλάβης (βλ. ΑΠ 1008/2006 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1403/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1470/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ κ.α.).

Με βάση τα ανωτέρω, το Ειρηνοδικείο Αθηνών διά της υπ’ αριθμ. 1993/2016 απόφασής του (απόφαση από υπόθεση του γραφείου μας, επιμέλεια υπόθεσης: δικηγόρος Μαρία Τζαβέλα, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ) έκανε δεκτή την ένσταση ανυπόστατης επίδοσης, λόγω μη νόμιμης επίδοσης αντίθετης αγωγής σε δικηγόρο, καθόσον αυτή δεν είχε διοριστεί αντίκλητος του εναγομένου με κάποιον νόμιμο τρόπο και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής.

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί