Εργατικές διαφορές και καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 9 και 11 παρ. 7 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, ανεξαρτήτως εάν αυτές απορρέουν από σύμβαση, αδικοπραξία ή ευθέως εκ του νόμου,
οι οποίες έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και δεν εξαρτώνται ως προς την ύπαρξή τους από αίρεση, αλλά καθίστανται απαιτητές με μόνη την παρέλευση του αναγκαίου χρόνου, που έχει ταχθεί από το νόμο ή τη βούληση των συμβαλλομένων, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς και επομένως η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου κρίνεται από την αξία των περιοδικών παροχών που αξιώνονται με την αγωγή. Εάν όμως ζητείται με την αγωγή και η διάγνωση της έννομης σχέσεως ως αμφισβητούμενης και αυτής από τον εναγόμενο, από την οποία έννομη σχέση πηγάζουν οι περιοδικές παροχές, η υλική αρμοδιότητα, εφόσον πρόκειται για παροχές η παύση των οποίων είναι βέβαιη, αβέβαιος όμως ο χρόνος της, κρίνεται από το δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής. Επομένως, όταν κατάγεται σε δίκη η διάγνωση της συμβάσεως εργασίας, το αντικείμενο της δίκης προσδιορίζεται από το δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής (βλ. ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 42.378). Ειδικότερα, όταν με την αγωγή ζητείται η αναγνώριση της ύπαρξης της έννομης σχέσης (σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου) και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αντικείμενο της δίκης αποτελεί η διατήρηση ή μη της συμβάσεως εργασίας και όχι μόνον το αιτούμενο ποσό των μισθών, με αποτέλεσμα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα να κρίνεται από το δεκαπλάσιο των μισθών ενός έτους (βλ. ΕφΑθ 8164/2005 ΕλλΔνη 48.869, ΠολΠρωτΘεσ 40724/2008, Ντάσιο, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμος Α/1, έκδοση 4η παρ. 144).
Σε τέτοια περίπτωση, εάν η αγωγή έχει ασκηθεί στο Ειρηνοδικείο, παρόλο που μπορεί να ζητείται να επιδικασθούν μισθοί ύψους κάτω των 20.000 ευρώ, αυτό είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο και θα παραπέμψει κατ’ άρθρο 46 του ΚΠολΔ την εκδίκαση της διαφοράς στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο (κατά το άρθρο 11 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ), η δε απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι είναι αναρμόδιο και την παραπέμπει προς εκδίκαση στον καθ’ ύλην αρμόδιο είναι κατά την κρατούσα άποψη οριστική (ΕφΘεσ 1514/1999, Αρμ. 1999 [ΝΔ’].1580-ΕφΘεσ 4313/1995 ΕλλΔνη 1997 [38].930- ΕφΘεσ 1824/1994, Δίκη 1997 [28].158- πρβλ. ΕφΑθ316/2008, ΕφΑΔ 2008 [Α’].1093).
Στη με αριθμό 676/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), η οποία πραγματεύεται το παραπάνω θέμα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας (το οποίο τελικά και κρίνει τον εαυτό του αναρμόδιο παραπέμποντας στο Μονομελές Πρωτοδικείο) κρίθηκε μάλιστα ότι «πρέπει να υπάρξει διάταξη δικαστικής δαπάνης, η οποία όμως (δικαστική δαπάνη) πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της εύλογης αμφιβολίας των εναγόντων ως προς την υπαγωγή ή όχι της παρούσας διαφοράς στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 179 του ΚΠολΔ)».
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος
E-mail: info@efotopoulou.gr