Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ερμηνεία διαθήκης – πότε λαμβάνει χώρα (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ.  87/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΕφΑΔ 2013, 141)

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, με σκοπό την υποκειμενική άποψη αυτού μόνον, αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται την δήλωση οι τρίτοι κατά την συναλλακτική καλή πίστη, δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, το οποίο δεν εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία των διαθηκών.

Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βουλήσεως του διαθέτη, είτε διότι αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε διότι η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας ούτως αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη δύναται το Δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης. Τούτο δε, καθ’ όσον, η ερμηνεία διαθήκης δεν αποτελεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, πραγματικό γεγονός που υπόκειται σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν δεσμεύεται στην κρίση του περί της αληθούς βουλήσεως του διαθέτη από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, με τους οποίους αποδίδεται διαφορετική έννοια στο περιεχόμενο της διαθήκης.

Αντιθέτως, σε δύο περιπτώσεις, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της διαθήκης και δη, είτε στην περίπτωση της πλήρους σαφήνειας της διαθήκης, είτε στην περίπτωση της πλήρους ασάφειας και της αοριστίας διαθήκης ή διατάξεως αυτής, τόσον ως προς το πρόσωπο του τιμωμένου, όσον ως προς τα λοιπά στοιχεία της διαθήκης, ιδίως ως προς το καταλειπόμενο αντικείμενο, με συνέπεια να καθίσταται άκυρη (άρθρο 1781 ΑΚ). Η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας ότι η διάταξη της διαθήκης είναι σαφής ή αντίθετα ότι αυτή είναι ασαφή και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Σχετικά πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη, το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές συνήθειες του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η παιδεία του κ.λπ., ενώ συγχωρείται η αναζήτηση ακόμη και της εικαζόμενης βουλήσεως του.

Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να ευρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, έρεισμα, στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, διότι αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη με την βοήθεια ψευδομαρτύρων. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, λ.χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κλπ., χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης (ΑΠ 144/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1142/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1182/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 103/2010 Αρμ 2010,1351, ΑΠ 1999/2009 ΕλλΔνη 2011,135, ΑΠ 768/2008 ΕλλΔνη 2010,745, ΑΠ 1069/2007 ΧρΙΔ 2008,35, ΑΠ 2007/2006 ΝοΒ 2007,1340, ΑΠ 865/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1225/2005 ΕλλΔνη 2006,159, ΑΠ 1146/2002 ΕλλΔνη 2004,464, ΑΠ 1374/2002 ΝοΒ 2003,463, ΕφΠειρ 307/2010 ΠειρΝ 2010,380, ΕφΑΘ 5887/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3990/2009 ΕλλΔνη 2010,233,251, ΕφΠατρ 101/2005 ΑχΝομ 2006,296, Β. Βαθρακοκοίλη « ΕΡΝΟΜΑΚ », τόμος Α`, άρθρο 173 ΑΚ, παρ. 5, σελ. 718-719, τόμος ΣΤ, ημίτομος Α`, άρθρο 1781 ΑΚ, παρ. 3, 5, 7-10,12,14, σελ. 287-291, Κ. Παπαδόπουλου «Αγωγές κληρονομικού δικαίου», τόμος Α`, παρ. 57, 60, 61, 62, σελ. 127-131).

Περαιτέρω δε, κατά την διάταξη του άρθρου 1800 παρ. 2 ΑΚ, που εισάγει ερμηνευτικό κανόνα, ορίζεται ότι, αν έχουν αφεθεί μόνον ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, ως ιδίως το εμπράγματο δικαίωμα σε ενσώματο πράγμα ή η εγκατάσταση σε όροφο πολυκατοικίας, δηλαδή επί ειδικά καθοριζομένου στοιχείου ή αντικειμένου της κληρονομιάς η οποία υπάρχει εάν συνάγεται από την διαθήκη θέληση του διαθέτη, με την μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο, ως άμεσο δηλαδή καθολικό του διάδοχο σε όλη την κληρονομιά του ή σε ποσοστό της. Μόνον σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμωμένου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλον πράγμα θεωρείται κληροδόχος. Αναγκαία έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως κληρονόμου, αυτού που μόνος ή μαζί με άλλους εγκαταστάθηκε επί ειδικού αντικειμένου είναι, αφενός μεν, ότι η μνεία του δήλου έχει την έννοια του προσδιορισμού του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομιάς στο οποίο αυτός καλείται και το οποίο προσδιορίζεται κατά τον λόγο της αξίας του δήλου εν σχέσει προς την αξία της όλης κληρονομιάς και αποτελεί συνάμα (άρθρο 1890 ΑΚ) διάταξη του διαθέτη να περιληφθεί το δήλον στην κατά ποσοστό μερίδα του τιμωμένου (διανεμητική), αφετέρου δε ότι, εάν πρόκειται για τέτοια εγκατάσταση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1801 παρ. 2 και 1802 ΑΚ. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν ότι εάν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιορισθεί σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Εάν όμως σύμφωνα με την θέληση του διαθέτη οι εγκατάστατοι γράφηκαν ως οι μόνοι κληρονόμοι και καθένας απ` αυτούς εγκαταστάθηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη αύξηση των ποσοστών. Για να επέλθει δηλαδή παράλληλα και η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, πρώτον ότι ο διαθέτης διέθεσε μόνο ένα μέρος από τον κλήρο, ούτως ώστε εάν τα ποσοστά τον εξαντλούν, δεν υπάρχει λόγος για εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και δεύτερον ότι ο διαθέτης εξέφρασε την θέληση (ή ότι προκύπτει η θέληση) το κληρονομικό δικαίωμα των εγκαταστατών να περιορισθεί στο ποσοστό. Η διαπίστωση ότι ο διαθέτης θέλησε τον εγκατάστατο ως άμεσο διάδοχο του, υπό την έννοια ότι ο τιμώμενος θα λάβει το δήλο αμέσως και απ` ευθείας από την κληρονομιά, χωρίς μεσολάβηση άλλου προσώπου ως τετιμημένου και συνεπώς ότι ο διαθέτης θέλησε τον εγκατάστατο ως καθολικό διάδοχο του, δηλαδή ότι ο τιμώμενος διαδέχεται τον διαθέτη και ως προς το ενεργητικό και ως προς το παθητικό της κληρονομιάς, θα προκύψει κατόπιν σχετικής ερμηνείας της διαθήκης (άρθρα 173 και 1800 ΑΚ). Κυρίως όμως τούτο θα κριθεί με βάση και την διαπίστωση ότι, -κατά την έστω και εσφαλμένη αντίληψη του διαθέτη- το δήλο ή τα δήλα συνιστούν κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης το σπουδαιότερο τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας ή εξαντλούν την περιουσία αυτή. Αντίθετα, η μικρή αξία του δήλου, εν σχέσει προς την αξία της υπόλοιπης κληρονομιάς, υποδηλώνει βούληση εγκαταστάσεως κληροδόχου.

Για την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα της υποκειμενικής απόψεως του, η ερμηνεία θα πρέπει να ευρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, έρεισμα στο κείμενο της διαθήκης (ΑΠ 768/2008 ΕλλΔνη 2010,745, ΕφΑθ 5887/72009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7259/2006 ΕλλΔνη 2009,241, Β. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ», τόμος ΣΤ, ημίτομος Α`, άρθρο 1800 ΑΚ, σελ. 353-362, άρθρο 1801 ΑΚ, σελ. 363-365, άρθρο 1802 ΑΚ, σελ. 365-368, Κ. Παπαδόπουλου, «Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου», τόμος Α`, παρ. 59, σελ. 130, παρ. 68, 70, 73, 75, σελ. 145-148, 151-152). Επί πλέον, καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο για την ερμηνεία διαθήκης είναι το προβλεπόμενο κατά τις γενικές διατάξεις, με εξαίρεση, το αρμόδιο κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ Δικαστήριο (Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ», τόμος Α`, άρθρο 173 ΑΚ, παρ. 12α, σελ. 722).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί