Η αναβλητική ένσταση του άρθρου 295 παρ. 2 ΚΠολΔ επί παραιτήσεως από αγωγή και εάν ακολουθήσει η άσκηση νέας με την ίδια νομική και ιστορική βάση
Κατά τη διάταξη του άρθρου 295 ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Αν δε η αγωγή ασκηθεί εκ νέου, ο εναγόμενος δύναται να αρνηθεί να απαντήσει στην αγωγή έως ότου καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης δίκης, εκτός αν για την πρώτη δίκη είχε παραχωρηθεί στον ενάγοντα το ευεργέτημα της πενίας. Κατά δε το άρθρο 192 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αποδοχής ή ανακλήσεως διαδικαστικής πράξεως ή παραιτήσεως από αυτήν ή από ολόκληρη τη δίκη, αν εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191 του ίδιου Κώδικα, διαφορετικά η εκκαθάριση των εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σ’ αυτό.
Από τη λεκτική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεν προκύπτει αν τα έξοδα της δίκης, κατά την οποία έλαβε χώρα η παραίτηση, πρέπει προηγουμένως να έχουν εκκαθαριστεί με δικαστική απόφαση, για να υφίσταται το άνω δικαίωμα του εναγομένου και η απ’ αυτό απορρέουσα αναβλητική ένσταση. Υπάρχει η άποψη ότι η αναβλητική ένσταση του άρθρου 295 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν μπορεί να προταθεί στο δεύτερο δικαστήριο αν δεν έχουν προηγουμένως εκκαθαριστεί τα δικαστικά έξοδα της πρώτης δίκης (Βλ. Τσάκο Ν., Αρμ 40/1068, ΕΑ 1482/73 ΕΕΔ 32/796, ΠΠΑ 1044/71 Δ2/500, ΜΠΦλωρ 81/71 ΝοΒ 19/1183 κα στη ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ). Δηλαδή η εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι έλαβε χώρα εκκαθάριση των εξόδων της προηγούμενη δίκης (ΜΠΑ 2818/1970, ΝοΒ 1970/1215, 1216, 81/1971, ΝοΒ 1971.1183, 1184, Βλ. κ ΕΑ 1918/1994, ΕλλΔνη 1994/1687, ΕφΠειρ 918/1996, ΕλλΔνη 1997.859, Ερμηνεία ΚΠΟλΔ Κεραμεύς, Κονδύλης, Νίκας, Ι, 1-590, σελ. 433), άρα ο εναγόμενος μπορεί να αρνηθεί ν’ απαντήσει στην ιστορική βάση της νέας αγωγής, μόνο όταν έχει προηγηθεί εκκαθάριση των εξόδων (ΠΠΑ 8653/1989, Δ 1990.193, παρατ, Μπέη, ΜΠΑ 823/1995, ΑρχΝ 1995/679, ΠρΚεφ 56/1974 ΝοΒ 23.384, ΠρΑθ 1044/71 Δ 2.500). Με άλλα λόγια από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαίωμα του εναγομένου να αρνηθεί να απαντήσει στη νέα αγωγή, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της προηγούμενης δίκης, προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε έξοδα για την πρώτη αγωγή και ότι έγινε εκκαθάριση των εξόδων αυτών, τα οποία ο εναγόμενος πρέπει ακριβώς να προσδιορίζει, διότι διαφορετικά η ένστασή του είναι αόριστη και δεν επιδέχεται δικαστική εκτίμηση (αρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 654/1989 ΕλλΔνη 1990, 1442, ΕφΑθ 3323/1996 ΕλλΔνη 1996, 1405).
Σύμφωνα, όμως, με την μάλλον κρατούσα άποψη, κατ’ απόκλιση από τα ανωτέρω, μπορεί να προβληθεί η εκ του άρθρου 295 παρ. 2 ΚΠολΔ ως άνω ένσταση, μολονότι δεν έχει εκδοθεί ακόμη η περί των δικαστικών εξόδων της πρώτης δίκης απόφαση, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, δύναται να ζητηθεί δικαστική προστασία με αγωγή, πολύ δε περισσότερο κατ’ ένσταση, και προ της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής (βλ. Ερμηνεία ΚΠΟλΔ, Κεραμεύς, Κονδύλης, Νίκας, Ι 1-590, σελ 545, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική- Νομολογιακή Ανάλυση, Τόμος Β, σελ. 348, Μπέη στη Δ 2.502 επ). Η άποψη αυτή ευρίσκει έρεισμα στην πιο πάνω διάταξη του νόμου, και συνάπτεται για το λόγο ότι με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται η εμφανιζόμενη στην πράξη δυσχέρεια του εναγομένου να επιτύχει δικαστική εκκαθάριση των εξόδων της πρώτης δίκης εντός ελαχίστου συνήθως χρόνου, όπως συμβαίνει όταν μεταξύ παραιτήσεως από του δικογράφου της πρώτης αγωγής και συζητήσεως της νέας τοιαύτης παρεμβάλλεται, ως συνήθως, περιορισμένος χρόνος, που δεν επαρκεί για την έκδοση αποφάσεως, η οποία να προσδιορίζει τα έξοδα της πρώτης δίκης 561/1988 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ, ΑΡΜ/1988 (891). Η δυσχέρεια δε αυτή μερικές φορές εξελίσσεται σε πλήρη αδυναμία, όπως π.χ. συμβαίνει όταν η παραίτηση από την πρώτη αγωγή γίνεται κατά τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής με δήλωση του ενάγοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στις πιο πάνω περιπτώσεις και εφόσον η ως άνω ένσταση περιέχει τα υπό του άρθρου 262 ΚΠολΔ προβλεπόμενα στοιχεία και ειδικότερα εφόσον διαλαμβάνει το είδος και το ύψος των υπό αποκατάσταση εξόδων του ενάγοντος (Μάινας στο ΝοΒ 17.612, ΕφΑΘ 4143/74 ΝοΒ 23.61 ΕφΑΘ 1975/69 ΝοΒ 18.174), ως και αίτημα για αναβολή της συζητήσεως της νέας αγωγής μέχρι καταβολής των εξόδων της πρώτης δίκης, το διάζον την υπόθεση δικαστήριο, το οποίο εξετάζει την ως άνω αναβλητική ένσταση κατά της δεύτερης αγωγής, μολονότι δεν είναι αρμόδιο κατά το άρθρο 192 ΚΠολΔ να εκκαθαρίσει τα έξοδα της πρώτης δίκης, δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 284 ΚΠολΔ, να προβεί παρεπιπτόντως σε μη δεσμευτική με δεδικασμένο εκκαθάριση αυτών (άρθρο 331 ΚΠολΔ) καθόσον η εκκαθάριση αυτή αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα της κατά το άρθρο 295 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναβλητικής ενστάσεως. Θα γίνει δε η εκκαθάριση αυτή από το δικάζον την υπόθεση δικαστήριο βάσει υποχρεωτικώς προσκομιζόμενων προαποδεικτικώς αποδεικτικών μέσων, προς σχηματισμό της αρκούσης εν προκειμένω πιθανολογήσεως (άρθρ. 190 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr