Η αρχή της αναλογικότητας ως μέτρο καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης βάσει της διάταξης 932 του Αστικού Κώδικα
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει ΕΥΛΟΓΗ κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης».
Από τη διάταξη του άρθρου 932 προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του (όπως επί παραδείγματι ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ) και με βάση του κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό που θεωρεί εύλογο. Επομένως ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η προς τούτο κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό, ο δικαστής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όπως ήδη αναφέρθηκε στοιχεία αντικειμενικά, όπως η οικονομική και κοινωνική κατάσταση του παθόντος αλλά και του προσβάλλοντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη κλπ. Βάσει αυτών ο δικαστής θα πρέπει να σχηματίσει την εύλογη κρίση του, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση όμως επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά των ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Άλλωστε την αρχή αυτή εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό του δικαίωμα, όπως από την ιδιοκτησία του (ΑΠ 76/2016, ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ Αστικού Κώδικα, Τόμος Γ’, άρθρα 741-946).
Μπασιαρίδου Κατερίνα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr