Η διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας
Στα άρθρα 939-946 του Α.Κ. ρυθμίζεται η «καταδολίευση των δανειστών» για την περίπτωση που ένας οφειλέτης μεταβιβάζει τα περιουσιακά του στοιχεία, με σκοπό να μην επαρκέσει το υπόλοιπό τους για την ικανοποίηση των δανειστών του, προβαίνοντας δηλαδή σε καταδολιευτική μεταβίβασή τους (μεταβίβασή τους με δόλο).
Οι δανειστές των οποίων οι απαιτήσεις δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με εμπράγματη εξασφάλιση λόγω της δόλιας μεταβίβασης αυτής εκ μέρους του οφειλέτη, απολαμβάνουν την προστασία των άρθρων 939-946 του Α.Κ. Τέτοιοι δανειστές είναι είτε τα φυσικά είτε τα νομικά πρόσωπα, ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου και άρα και το Δημόσιο με την ευρεία έννοια. Οι δανειστές αυτοί μπορούν να εγείρουν αγωγή διάρρηξης της δικαιοπραξίας μεταβίβασης «οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επομένων άρθρων την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους», ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εναντίον του οφειλέτη τους και του τρίτου στον οποίο έγινε η μεταβίβαση εντός πέντε ετών από την απαλλοτρίωση (Κατέρη Σ. ΕΦ, 953).
Για την στοιχειοθέτηση της αγωγής αυτής, απαιτείται πρόθεση του οφειλέτη να βλάψει τον Δανειστή του, δηλαδή η γνώση εκ μέρους του ότι μετά την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου ο ίδιος θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, που θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή του (Κατέρη Σ., ΦΕ948). Επίσης, θα πρέπει η απαίτηση του δανειστή να είναι εκτός από ορισμένη και αποτιμητή σε χρήμα, και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής.
Ο δανειστής μπορεί να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αρκεί να έχει γεννηθεί η οφειλή αυτή κατά την απαλλοτρίωση (αρκεί δηλαδή η σύναψη της σύμβασης δανείου κι ας μην έχει ακόμα καταστεί κάποια δόση ληξιπρόθεσμη), η οποία όμως οφειλή θα πρέπει να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, όπως ήδη αναφέρθηκε. Όταν δανειστής είναι το Δημόσιο, τότε αρκεί επίσης η απαίτησή του να είναι γεννημένη στον χρόνο της απαλλοτρίωσης, και συνεπώς μπορεί να μην βεβαιώνεται ακόμη ταμειακώς η οφειλή, αλλά αρκεί να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την βεβαίωσή της. Και σε αυτή την περίπτωση, έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής, θα πρέπει να έχει καταστεί η οφειλή προς το Δημόσιο ληξιπρόθεσμη.
Γνώση του τρίτου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση για την πρόθεση βλάβης εκ μέρους του οφειλέτη προς τον δανειστή του, απαιτείται όταν η μεταβίβαση έγινε από επαχθή αιτία, δηλαδή με οικονομικό αντάλλαγμα. Όταν ωστόσο η μεταβίβαση από επαχθή αιτία αυτή γίνεται προς πρόσωπα τα οποία είναι συγγενείς του οφειλέτη, τότε η γνώση τους αυτή τεκμαίρεται μαχητά όταν η αγωγή διάρρηξης ασκήθηκε εντός έτους από την απαλλοτρίωση. Η γνώση αυτή ωστόσο δεν απαιτείται όταν η απαλλοτρίωση έγινε με χαριστική δικαιοπραξία, δηλαδή με δωρεά ή γονική παροχή (Κατέρη Σ., ΕΦ 951), οπότε η γνώση τεκμαίρεται πάντα.
Συνεπώς, οι δανειστές, μπορούν ασκώντας την αγωγή διάρρηξης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, να πετύχουν μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής αυτής να ανατρέψουν την μεταβίβαση αυτή και να εξασφαλίσουν εκ των υστέρων εμπραγμάτως τη χρηματική απαίτησή τους.
Έμη Ζαΐμη
info@efotopoulou.gr