Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα ως τραπεζική σύμβαση – H Νομική φύση των καταθέσεων – Ειδικότερα το βιβλιάριο καταθέσεων

Η κυριότερη τραπεζική εργασία και κατά κανόνα, η κύρια πηγή άντλησης των μέσων της τραπεζικής λειτουργίας και των κερδών των τραπεζών είναι η σύμβαση κατάθεσης. Η κατ’  επάγγελμα αποδοχή επιστρεπτέων κεφαλαίων, και κυρίως καταθέσεων χρημάτων ή άλλων αξιών, ως αντικαταστατών πραγμάτων, αποτελεί, κατά το νόμο, το ένα σκέλος της αναγκαίας, κύριας και προνομιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας κάθε τράπεζας. Μάλιστα, η ελληνική νομοθεσία δεν φαίνεται κατ’ αρχήν να αναγνωρίζει ως τράπεζα την επιχείρηση που ασκεί κατ’ αποκλειστικότητα οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη τραπεζική εργασία, εκτός των καταθέσεων.  Αξιοσημείωτο είναι ότι η ελληνική νομοθεσία έθεσε, αρχικά, ως βασικό εννοιολογικό στοιχείο της τράπεζας μόνο τη μία μορφή της πιστωτικής λειτουργίας, χωρίς αναφορά στη χορήγηση πιστώσεων σε τρίτους. Σήμερα, τράπεζα ορίζεται εκείνη η επιχείρηση που έχει έργο της τη διευκόλυνση των πληρωμών, τη μεσολάβηση στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, είτε υπό μορφή πιστώσεων, είτε υπό μορφή επενδύσεων, ως και τη φύλαξη και τη διαχείριση πολύτιμων γενικά αντικειμένων, ιδίως αξιογράφων.

Κατά το άρθρο 2 του ν. 2076/1992, με τον οποίο ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις των Οδηγιών 89/646 και 77/780 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πιστωτικό ίδρυμα νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων για λογαριασμό της. Με τη συμβατική σχέση της κατάθεσης χρημάτων και άλλων αξιών επιτυγχάνεται, αφενός η ασφαλής και κερδοφόρα τοποθέτησή τους προς όφελος του κατόχου, αφετέρου η ενίσχυση της πιστοδοτικής ικανότητας των τραπεζών κατά την εκτέλεση άλλων προσοδοφόρων συναλλαγών. Με την έννοια αυτή, η τράπεζα αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον πιστοδότη και τον πιστολήπτη. Οι τραπεζικές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση, είναι συμβάσεις προσχωρήσεως, μη υποκείμενες σε κανενός είδους διαπραγμάτευση από τα συμβαλλόμενα μέρη. Συμβάσεις προσχωρήσεως μεταξύ άλλων αποτελούν και οι συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης, οι συμβάσεις παροχής ύδρευσης, ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικής σύνδεσης. Η ιδιαιτερότητά τους υπαγορεύεται από τις σύγχρονες απαιτήσεις της οργάνωσης των επιχειρήσεων και από την ανάγκη ομοιόμορφης εξυπηρέτησης του κοινού και μάλιστα μεγάλου αριθμού ενδιαφερομένων. Στις συμβάσεις αυτές η πρόταση του ενός συμβαλλομένου παίρνει τη μορφή αίτησης προς τον αντισυμβαλλόμενο με στερεότυπο περιεχόμενο. Οι δε συμβατικοί όροι, καλούμενοι και «γενικοί όροι συναλλαγών», τεκμαίρεται ότι τελούν σε γνώση και δεσμεύουν το συναλλασσόμενο από τη στιγμή της υπογραφής της στερεότυπης σύμβασης ή, όπως συμβαίνει συχνότερα στην κατάθεση, από τη στιγμή εγχείρισης του σχετικού με το λογαριασμό βιβλιαρίου καταθέσεων. Η σχέση που συνδέει την τράπεζα με τον πελάτη της είναι σχέση εμπιστοσύνης που στηρίζεται στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου των τραπεζικών συμβάσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας που έχουν οι τράπεζες έναντι του καταναλωτικού κοινού, δηλαδή και η κατά το νόμο αρχή της «ευλόγως προσδοκώμενης ασφάλειας».

Η κρατούσα, τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία, άποψη είναι ότι η κατάθεση χρημάτων φέρει το νομικό χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης του άρθρου 830 του Αστικού Κώδικα. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι ο θεματοφύλακας αποκτά την κυριότητα των χρημάτων αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να αποδώσει στον παρακαταθέτη χρήματα της ιδίας ποσότητας. Υποστηρίζεται ότι η κατάθεση χρημάτων αποτελεί ανώμαλη παρακαταθήκη, όταν προέχει η πρόθεση του καταθέτη για φύλαξη των χρημάτων και η απόδοσή τους οποτεδήποτε το ζητήσει, ενώ θα αποτελεί δάνειο, όταν προέχει η πρόθεση κερδοσκοπίας και δη, όταν τα χρήματα συμφωνούνται αποδοτέα μετά από κάποια προθεσμία. Το δικαίωμα χρήσης των χρημάτων από το θεματοφύλακα αποτελεί ασφαλές κριτήριο για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την ανώμαλη και όχι την ομαλή παρακαταθήκη. Στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης, και εν αμφιβολία, εφόσον η τράπεζα έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί τα κατατεθέντα χρήματα, η σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης λογίζεται ως δάνειο. Με άλλα λόγια, η σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης συνάπτεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα (re) και ταυτόχρονη παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτή να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η εκτέλεσή της γίνεται συνήθως με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις που προσδιορίζονται εκάστοτε κατά τη βούληση του καταθέτη.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο παρακαταθέτης έχει πάντοτε ενοχική αξίωση για την απόδοση πραγμάτων της ίδιας ποσότητας και ποιότητας με αυτά που κατέθεσε. Περαιτέρω, με τη λήξη της σύμβασης γεννάται υποχρέωση του θεματοφύλακα για απόδοση πραγμάτων της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, όπως και στο δάνειο. Στην ανώμαλη παρακαταθήκη που έχει αντικείμενο χρήματα, ο θεματοφύλακας σε περίπτωση υπερημερίας οφείλει μόνο τόκους υπερημερίας και όχι άλλη αποζημίωση. Η τράπεζα εισπράττει από τον καταθέτη την αμοιβή της, η οποία συνίσταται σε μέρος των τόκων που του οφείλει από την παροχή σε αυτήν της εξουσίας χρήσεως και διαθέσεως των χρημάτων. Είναι σαφές ότι στην τραπεζική κατάθεση υπάρχει διαπλοκή συμφερόντων, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιλογή της αρμόζουσας διάταξης σε κάθε περίπτωση με κριτήριο την ιδιαίτερη στάθμιση των συμφερόντων των μερών. Ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις όψεως, ταμιευτηρίου, σε κοινό λογαριασμό όπως και τις καταθέσεις στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

Το βιβλιάριο καταθέσεων είναι το έγγραφο που εκδίδει η τράπεζα στο όνομα του δικαιούχου της κατάθεσης, στο οποίο καταχωρίζεται η κίνηση του σχετικού λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένων των επιμέρους καταβολών, αναλήψεων και τόκων, σε εκτέλεση της σχετικής σύμβασης. Η χορήγηση του βιβλιαρίου γίνεται κατά κανόνα σε αποταμιευτές και αφορά καταθέσεις ταμιευτηρίου. Δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, περί νομιμοποιητικού εγγράφου με την έννοια ότι με μόνη την κατοχή και επίδειξή του δεν νομιμοποιείται ο κάτοχος να κάνει κινήσεις του λογαριασμού. Για το λόγο αυτό, δεν απαλλάσσεται η τράπεζα, αν αρκέστηκε μόνο στον έλεγχο της τυπικής νομιμοποίησής του ενώπιον αυτής, αλλά οφείλει να ελέγξει την ουσιαστική νομιμοποίησή του. Ο νομοθέτης δεν θέλησε να προσδώσει το χαρακτήρα αυτό στο βιβλιάριο καταθέσεων, όπως συνέβη στην περίπτωση της εξοφλητικής απόδειξης. Με ρητή συμφωνία των μερών το βιβλιάριο ή άλλο έγγραφο μπορεί να οριστεί ως νομιμοποιητικό. Το βιβλιάριο καταθέσεων δεν είναι ούτε αξιόγραφο, ώστε μόνη η κατοχή του να νομιμοποιεί στην άσκηση του δικαιώματος και η παράδοσή του σε άλλο πρόσωπο να συνιστά παράδοση της νομής του δικαιώματος που απορρέει από την κατάθεση. Δεν διαθέτει τα στοιχεία του αξιογράφου, ιδιαίτερα την υπογραφή, και δεν φέρει αξιογραφική ρήτρα. Δεν αποτελεί συστατικό έγγραφο, δεδομένου ότι δεν επιβάλλεται από το νόμο ως στοιχείο της σύμβασης. Κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι είναι απλά αποδεικτικό έγγραφο και μάλιστα, όχι της σύστασης της κατάθεσης, αλλά της κίνησής της. Σύμφωνα δε με τα συναλλακτικά ήθη στις τραπεζικές συναλλαγές παρέχει πλήρη απόδειξη σχετικά με τις περιεχόμενες σε αυτό εγγραφές και με το ύψος της κατάθεσης μόνον κατά τη στιγμή της ενημέρωσής του. Είναι άλλωστε καθημερινό το φαινόμενο της κίνησης του λογαριασμού χωρίς άμεση καταχώριση των σχετικών πράξεων στο βιβλιάριο. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, αφενός ο νόμος δεν καθιερώνει το βιβλιάριο καταθέσεων ως αποδεικτικό έγγραφο, αφετέρου δε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ιδιόχειρη υπογραφή, προϋπόθεση απαραίτητη για να έχει ένα ιδιωτικό έγγραφο αποδεικτική ισχύ, δυνάμει του άρθρου 443 ΚΠολΔ. Αλλά και στην περίπτωση αυτή αποτελεί τουλάχιστον δικαστικό τεκμήριο στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη. Ωστόσο μπορεί να θεωρηθεί και ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον γίνει δεκτό ότι το βιβλιάριο αποτελεί πρωτότυπο απόσπασμα εμπορικού βιβλίου, γεγονός που το καθιστά, δυνάμει του άρθρου 444 ΚΠολΔ, ιδιωτικό έγγραφο χωρίς να απαιτείται να φέρει υπογραφή. Έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι το βιβλιάριο καταθέσεων παρά τη σαφή ομοιότητα και τη συγγένεια προς την εξοφλητική απόδειξη δεν εμπίπτει στην έννοια της εξοφλητικής απόδειξης του άρθρου 426 ΑΚ ή του αποδεικτικού καταθέσεως της διάταξης του άρθρου 3 ΝΔ 17.7/13.8.1923.27. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλιάριο χρησιμεύει προς διευκόλυνση της τράπεζας για εξακρίβωση της ιδιότητας του δικαιούχου ανάληψης των κατατεθέντων χρημάτων, χωρίς να επιτρέπει την καταβολή σε οποιονδήποτε κάτοχο του βιβλιαρίου (βλ. Παπαϊωάννου, Η αστική ευθύνη κατά την ανάληψη από τραπεζικό λογαριασμό από μη δικαιούχο, ΔΕΕ 2001, 828).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί