Η τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, ως προϋπόθεση του παραδεκτού διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής κατά του Δημοσίου
Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, ορίζει ότι «Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο». Προσέτι, κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, «Η επίδοσις της κατά την προηγούμενην παράγραφον αιτήσεως διακόπτει την παραγραφήν του δικαιώματος», ενώ κατά την παρ. 4 αυτού «Μόνον εξ μήνας μετά την επίδοσιν της ως άνω αιτήσεως ή εις την περίπτωσιν του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 11 μόνον μετά την λήξιν της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας δύνανται οι εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι αν δεν λάβουν ειδοποίησην περί της αποδοχής των αξιώσεών των εν όλω ή εν μέρει να εγειρώσι αγωγήν»[1].
Καθίσταται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς της τροποποιηθείσας παρ. 1 του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του Ν. 2732/1999 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του αυτού νόμου), στις 30/7/1999 (ΦΕΚ Α΄ 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της αρχικής προβλέψεως του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση οιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως εάν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο[2], και συνεπώς είναι απαράδεκτη η διεκδικητική ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή που στρέφεται κατά του Δημοσίου, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής και δεν περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του[3]. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν. 2732/1999, πληρέστερα με τη συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Έτσι, από τις 30/7/1999 και εφεξής, η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης[4], απαιτείται όχι μόνο όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από αυτό. Η τήρηση της περί ης ο λόγος προδικασίας, όμως, είναι υποχρεωτική, όταν το Δημόσιο είναι εναγόμενο, και όχι όταν προσλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη δικονομική ιδιότητα στην έννομη σχέση της δίκης[5].
Περαιτέρω, η προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως ίσχυε πριν από την τελευταία τροποποίησή της, ήταν υποχρεωτική και όταν η αγωγή απευθυνόταν κατά οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 31/1968. Η τελευταία αυτή διάταξη αντικαταστάθηκε, ωστόσο, με το άρθρο 62 του Ν. 1416/1984 και ακολούθως με την παρ. 11 του άρθρου 1 Ν.2307/1995, με αποτέλεσμα η παρ. 1 αυτού να ορίζει πλέον ότι «Ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ίσχυε εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του δημόσιου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938 (ΦΕΚ Α’ 488)», έτσι ώστε δεν είναι πλέον απαραίτητη η τήρηση της εν λόγω προδικασίας για τους δήμους και τις κοινότητες[6]. Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι η τελευταία αυτή διάταξη αφορά την εξαίρεση της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 για τους Δήμους και τις Κοινότητες, μόνο όταν η αγωγή απευθύνεται εναντίον αυτών[7], και όχι όταν οι ίδιοι ασκούν αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή. Τούτο, δε, συνεπάγεται ότι, όταν ενάγων στην έννομη σχέση δίκης επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής είναι Ο.Τ.Α. και εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή του ισχύοντος άρθρου 8 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, απαιτείται, για το παραδεκτό της εγερθείσας αγωγής, η τήρηση της σε αυτό προβλεπόμενης προδικασίας[8].
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της ανωτέρω αίτησης μπορούν οι αναφερόμενοι στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, αν δε λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, να ασκήσουν αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η διεκδικητική ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή κατά του Δημοσίου, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αίτησης αυτής και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του. Η διαδικασία, όμως, που ακολουθεί την επίδοση δεν είναι προπαρασκευαστική της άσκησης της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών και, επομένως, η μη αναφορά στην αίτηση των ονομάτων των μαρτύρων που μπορούν να καταθέσουν υπέρ του αιτούντος δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό της διεκδικητικής αγωγής[9]. Ακόμη, η μνεία τήρησης της ως άνω προδικασίας δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής κατά του Δημοσίου και η παράλειψη αναφοράς για τήρησή της δεν καθιστά αόριστη και απορριπτέα την αγωγή[10].
Το Δημόσιο πρέπει να είναι εναγόμενο και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή η προδικασία αυτή, όταν αυτό, στην δίκη που ανοίχθηκε ανάμεσα σε άλλους, παρεμβαίνει, αξιώνοντας το δικαίωμα για το οποίο η σχετική δίκη[11]. Απαιτείται, όμως, η προδικασία αυτή, όταν από τρίτο ασκείται κύρια παρέμβαση στη σχετική δίκη, αφού αξιώνει ίδιο δικαίωμα κυριότητας και κατά του Δημοσίου που ασφαλώς στηρίζεται σε άλλα διάφορα από τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα περιστατικά[12]. Δεν εφαρμόζεται η προδικασία στην περίπτωση προσεπίκλησης και πρόσθετης παρέμβασης του Δημοσίου[13], καθώς και στις διεκδικήσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. Ανεφάρμοστη είναι, τέλος, η προρρηθείσα προδικασία στη διανομή κοινού ακινήτου, με την οποία επιδιώκεται όχι η επιδίκαση αμφισβητούμενου εμπράγματου δικαιώματος ή η αναγνώριση του δικαιώματος του ενάγοντος, αλλά η λύση της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων κοινωνίας, έστω και αν εναγόμενο είναι και το Δημόσιο.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Ημίτομος Α΄, Εμπράγματο Δίκαιο, Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, σελ. 630-633 (υπό άρθρο 1094).
[2] Βλ. ενδεικτικά ΠΠΑ 5397/2013, ΜονΠρΡοδ 93/2013, ΕφΔωδ 54/2006, ΠολΠρΡοδ 231/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 320/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΧρΙΔ 2004, σελ. 817, ΕφΑθ 52/2004, ΕλλΔνη 2005, σελ. 519, ΕφΑΘ 3194/2001, ΕλλΔνη 2002, σελ. 828.
[3] Βλ. ΕφΔωδ 64/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 320/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΧρΙΔ 2004, σελ. 817, ΑΠ 630/1997, ΕΕΝ 1998, σελ. 688, ΑΠ 931/1996, ΕλλΔνη 1997, σελ. 1044.
[4] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 378/2017, ΑΠ 1054/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[5] Βλ. ΑΠ 432/1981, ΝοΒ 30, σελ. 30.
[6] Βλ. ΑΠ 962/2000, ΕΕΝ 2002, σελ. 31, ΑΠ 1001/1987, ΕΕΝ 1988, σελ. 494, ΕφΑθ 1396/1989, Δνη 32, σελ. 1007.
[7] Βλ. ΑΠ 692/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[8] Βλ. ΠολΠρΜυτ 99/2006, αδημ..
[9] Βλ. ΑΠ 320/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΧρΙΔ 2004, σελ. 817.
[10] Βλ. ΑΠ 931/1996, Δνη 38, σελ. 1044.
[11] Βλ. ΑΠ 432/1981, ΝοΒ 30, σελ. 30.
[12] Βλ. ΕΑιγ 64/1972, ΝοΒ 21, σελ. 218.
[13] Βλ. ΑΠ 96/1971, ΝοΒ 19, σελ. 587, ΑΠ 478/1967, ΝοΒ 16, σελ. 26.