Ιατρικό σφάλμα η υπό του ιατρού διαβεβαίωση του ασθενούς περί δήθεν επιτυχούς έκβασης της επ’ αυτού επέμβασης και τάχα υποχώρησης των εξ αυτής συμπτωμάτων συν τω χρόνω
Σύμφωνα με τη νομολογία, σε περίπτωση που η έκβαση μιας επέμβασης είναι ανεπιτυχής και τα εξ αυτής συμπτώματα δεν είναι δυνατόν να υποχωρήσουν, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, ειμή μόνον με διορθωτική (δεύτερη) επέμβαση, ο ιατρός υποπίπτει σε σφάλμα και υπέχει ευθύνη εάν – αντί να διαγνώσει εγκαίρως την αποτυχία της υπ’ αυτού διενεργηθείσης επέμβασης, να ενημερώσει πάραυτα τον ασθενή σχετικώς και να προτείνει σε αυτόν την κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο – διαβεβαιώσει τον τελευταίο ότι η επ’ αυτού επέμβαση υπήρξε επιτυχής και (ότι) τα εξ αυτής προκύψαντα συμπτώματα θα υποχωρήσουν συν τω χρόνω, με αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου και την επιβάρυνση της σωματικής και ψυχικής υγείας του ασθενούς.
Πράγματι, ως διελήφθη στην ΔΕφΑθ 2447/2013 αναφορικά με αποτυχημένη επέμβαση ρινοπλαστικής, «υπήρξε (…) αμελής συμπεριφορά αυτών (ενν. των εναγομένων), συνιστάμενη, στα πλαίσια του μετεγχειρητικού ελέγχου, (…) στη λανθασμένη διαβεβαίωση ότι, με την πάροδο του χρόνο, θα υποχωρήσουν τα συμπτώματα (…) (μη καλή ρινική αναπνοή, μικροαιμορραγίες, ρινόρροια), ενώ αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, παρά μόνο με διορθωτική (δεύτερη) επέμβαση. (…) [Μ]ετά την επέμβαση, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό αρνήθηκε να τον (ενν. τον ασθενή) πληροφορήσει σχετικά με την πορεία της υγείας του και τις βλάβες που είχε υποστεί κατά τη χειρουργική επέμβαση, αντιθέτως κατέβαλε κάθε προσπάθεια να αποκρύψει στον ίδιο και τους οικείους του τα αληθή γεγονότα και να δημιουργήσει σ’ αυτούς την εντύπωση ότι είχε τη συνήθη πορεία αποθεραπείας. Μόνο κατόπιν επίμονων οχλήσεων, του ιδίου (ενν. του ασθενούς) και των γονέων του, οι θεράποντες ιατροί αναγκάστηκαν να παραδεχθούν τις αστοχίες της επέμβασης (…)».
Στην ίδια συνάφεια, η ΜΠρΑθ 667/2016 δέχθηκε ότι σημειώθηκε παράνομη και αμελής συμπεριφορά από μέρους πλαστικού χειρουργού, ο οποίος «(…) παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας και του συντρόφου της, που ανησυχούσαν για τη δυσμενή μετεγχειρητική εξέλιξη της υγείας της, που προσέκρουε στα λεγόμενα του ιατρού ότι (…) όλα τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν, αλλά και όταν ο εναγόμενος ιατρός διαπίστωσε την εκροή του οροπυώδους υγρού, δεν πρότεινε την κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο ώστε να ιαθεί το συγκεκριμένο σημείο του σώματος της ενάγουσας (…), ούτε συνέστησε την ενδεδειγμένη ιατρική μέθοδο για τη βελτίωση της όψεως του χειρουργημένου σημείου (…), αλλά χορήγησε μόνο παυσίπονα φάρμακα, όταν αυτή η θεραπευτική αγωγή ήταν αναποτελεσματική και απλά απάλυνε τον πόνο της ενάγουσας».
Παρομοίως, η ΕφΘεσσαλ 1905/2006 δέχθηκε ότι «συνιστά (…) ιατρική αμέλεια η παράλειψη ενημέρωσης της ενάγουσας κατά τις εξετάσεις που έγιναν μετά την επέμβαση, στα πλαίσια μετεγχειρητικού ελέγχου, αν και διαγνώσθηκε αμέσως η εμφάνιση επιπλοκής, ότι μόνο με δεύτερη επέμβαση, η οποία μάλιστα έπρεπε να γίνει όσο το δυνατό συντομότερα, θα ήταν δυνατόν να εξαλειφθούν οι συνέπειες της επιπλοκής. (…) Υπήρξε (…) αμελής συμπεριφορά αμφοτέρων των εναγομένων προστηθέντων γιατρών (…), συνιστάμενη σε παράλειψη και ειδικότερα στην παράλειψη ενημέρωσης κατά τις εξετάσεις που έγιναν στην ενάγουσα (…) μετά την επέμβαση, στα πλαίσια του μετεγχειρητικού ελέγχου, αν και διαγνώσθηκε αμέσως η ύπαρξη των πτυχώσεων και ότι αυτές προκαλούσαν το πρόβλημα στην όρασή της (…), ότι μόνο με δεύτερη επέμβαση, διορθωτική, θα ήταν δυνατόν να εξαλειφθούν, η οποία μάλιστα (διορθωτική επέμβαση) έπρεπε να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα, ώστε να έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, δεν της γνωστοποίησαν όλα αυτά, αλλά την καθησύχαζε η τρίτη εναγόμενη (…), ώστε να διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα (…), διαβεβαιώνοντας λανθασμένα ότι οι πτυχώσεις θα υποχωρήσουν με την πάροδο του χρόνου και θα αποκατασταθεί η όρασή της, ενώ αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, (…) παρά μόνο με διορθωτική (δεύτερη) επέμβαση».
Τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο έκρινε και η ΑΠ 1741/2013, που διέλαβε τα ακόλουθα: «Η ενάγουσα άρχισε να αισθάνεται πόνους [και] επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εναγόμενο ιατρό, ο οποίος την καθησύχασε λέγοντάς της ότι τα συμπτώματα προήρχοντο από τα ράμματα της επέμβασης (…). Ο δεύτερος εναγόμενος ιατρός, παρά αυτά τα συμπτώματα και την κλινική εικόνα που παρουσίαζε η ενάγουσα (…), δεν δραστηριοποιήθηκε, ούτε διερεύνησε την αιτία των συμπτωμάτων, αλλά την καθησύχασε, διαβεβαιώνοντάς την ότι αυτά θα υποχωρήσουν. (…) Τα συμπτώματα όμως (…) συνέχισαν να ταλαιπωρούν την ενάγουσα (…). [Κ[αι πάλι ο εναγόμενος την καθησύχασε και της συνέστησε τη λήψη παυσίπονων φαρμάκων (…). Ένα μήνα μετά την αρχική επέμβαση και ενώ η μετεγχειρητική εξέλιξη της υγείας της ενάγουσας χειροτέρευε, ο εναγόμενος ιατρός της συνέστησε να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση (…). [Α]υτός, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, δεν φρόντισε εγκαίρως για τη διερεύνηση της αιτίας τους (ενν. των συμπτωμάτων) και τη δραστική καταπολέμησή τους. Ειδικότερα, παρέλειψε να συστήσει στην ενάγουσα-ασθενή του να προβεί αμέσως σε παρακλινικές εξετάσεις (…) για να διαπιστωθεί η ακριβής αιτία τους (…) προκειμένου να υπάρξει η πιθανότητα να προλάβει ο ιατρός, αρχίζοντας εγκαίρως θεραπεία (…). Ο εναγόμενος ιατρός εφησύχασε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας και του συζύγου της, που ανησυχούσαν για τη δυσμενή μετεγχειρητική πορεία της υγείας της, διαβεβαιώνοντάς τους ότι όλα τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν. Αλλά και όταν διαπίστωσε (ενν. τα συμπτώματα) (…), αυτός αδράνησε. Δεν προέβη έστω τότε σε παρακλινικές εξετάσεις, ώστε να χορηγήσει σε εκείνη την πρώιμη ακόμη φάση της επιπλοκής τα κατάλληλα φάρμακα (…), όπως επέβαλλαν οι κοινώς αναγνωρισμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το καθήκον επιμελείας του ως ιατρού. Ακολούθως, (…) η μόλυνση των τραυμάτων παγιώθηκε και επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η άμεση χειρουργική επέμβαση (…) να είναι επιβεβλημένη ιατρικά και να αποτελεί τη μοναδική προσήκουσα και ενδεδειγμένη μέθοδο θεραπείας (…), με αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου και την επιβάρυνση της υγείας της ασθενούς (…). Από την επιδειχθείσα εξακολουθητική αδικοπρακτική συμπεριφορά του η ενάγουσα υπέστη βλάβη της υγείας της και ταλαιπωρήθηκε (…) και σωματικά (από ισχυρούς πόνους, πυρετό κλπ), αλλά και ψυχικά, αφού στερήθηκε τη δυνατότητα να ζει φυσιολογικά με την οικογένειά της και διακατεχόταν εύλογα από ανασφάλεια ως προς την πορεία της υγείας της και τις πιθανότητες ίασής της».
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr