Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υιοθεσία ανηλίκου τέκνου βουλγαρικής υπηκοότητας – Ανακύπτοντα νομικά ζητήματα

Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 800 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 117 παρ. 2 του Ν. 4446/2016, «Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την τέλεση της υιοθεσίας, αν ο υιοθετών ή o υιοθετούμενος είναι ελληνικής ιθαγένειας, ακόμη και αν δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδια τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους».

Θεμελιούμενης λοιπόν της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων υπό τους όρους της ανωτέρω διάταξης, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας, ως προς τα υποκείμενά της, ρυθμίζεται επιμεριστικά από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου[1], με τον όρο ότι οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη[2]. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 23 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από τη lex patriae κάθε μέρους, δηλαδή ως προς τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του και ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη πάντοτε ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη[3]. Τούτο σημαίνει ότι για να είναι έγκυρη η υιοθεσία θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να υιοθετηθεί ο υιοθετούμενος κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ για τον υιοθετούντα η δυνατότητα υιοθεσίας θα κριθεί από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας. Εάν υφίσταται κώλυμα για το ένα μέρος, κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, να συνάψει υιοθεσία, καθίσταται αδρανής η ευχέρεια την οποία έχει το άλλο μέρος από το δίκαιο της ιθαγένειάς του να συνάψει τη σχέση υιοθεσίας[4].

Περαιτέρω, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, η υιοθεσία ρυθμίζεται από τον Οικογενειακό Κώδικα του 2009, ο οποίος τροποποίησε τον Βουλγαρικό Κώδικα περί οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985, όπως αυτός ίσχυσε μετά την τελευταία τροποποίηση του 2007. Ειδικότερα, ο Βουλγαρικός Οικογενειακός Κώδικας, προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, ήτοι α) την απλή και β) την πλήρη, στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων ή οι γονείς του έχουν προηγουμένως συναινέσει στην πλήρη υιοθεσία ή έχουν εγκαταλείψει το τέκνο τους σε ίδρυμα και δεν το έχουν αναζητήσει επί έξι μήνες από τότε που θα έπρεπε να το έχουν παραλάβει από το ίδρυμα σύμφωνα με το Νόμο περί Προστασίας των Τέκνων (όρθρο 100 παρ. 1). Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφενός, και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφετέρου, νομικό καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετουμένου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του διακόπτονται (άρθρο 101 του Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα). Αντιθέτως, η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετούμενου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του παραμένουν (άρθρο 102 του ως άνω Κώδικα).

Πρέπει να ερευνηθεί αν η προρρηθείσα διάταξη περί απλής υιοθεσίας αντιβαίνει στην ημεδαπή δημόσια τάξη, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη, προκύπτει ότι κανένας κανόνας αλλοδαπού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δε δοκιμαστεί προηγουμένως η εφαρμογή του με τα μέτρα της δημόσιας τάξης και κριθεί ότι προσαρμόζεται και συμβιβάζεται με αυτήν (θετική και αρνητική λειτουργία της έννοιας της δημόσιας τάξης[5]). Το επιλαμβανόμενο, δηλαδή, δικαστήριο, ως έχον, κατά τα ανωτέρω, την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου, που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και αν κατ’ επέκταση θα εφαρμοσθούν ή όχι απ’ αυτό, καθόσον η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης, που θεσπίζεται με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 33 του ΑΚ, είναι πρόκριμα για την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης και επομένως, όταν το εφαρμοστέο δίκαιο είναι   αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής οφείλει προκαταρκτικά να κρίνει, αν αυτό προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται μ’ αυτήν.

Αποτελεί δε η ημεδαπή δημόσια τάξη το σύνολο των βασικής και θεμελιώδους σημασίας αρχών και αντιλήψεων που κρατούν κατ’ ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία (εφαρμογή) μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα[6]. Εφόσον διαπιστωθεί, ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει in concreto στην ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται. Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί κοινωνικό θεσμό πρόνοιας, με αποστολή τη βελτίωση της θέσης των υιοθετούμενων παιδιών, την παροχή δυνατότητας ομαλής ψυχοπνευματικής ανάπτυξής τους σε ένα υγιές κοινωνικό περιβάλλον, με πλήρως διασφαλισμένα τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους και την ενσωμάτωσή τους σε μια οικογένεια, η οποία, από την έποψη των εννόμων συνεπειών, δε διαφέρει από την πραγματική οικογένεια, στην υποκατάσταση της οποίας αποβλέπει. Για το λόγο αυτό, βάσει του άρθρου 1561 ΑΚ, το οποίο καθορίζει τις συνέπειες τέλεσης της υιοθεσίας ανηλίκων, το ανήλικο θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, εντάσσεται στην οικογένεια του τελευταίου, έχοντας έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο και ταυτόχρονα διακόπτονται οι δεσμοί του με τη φυσική του οικογένεια. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνον η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων[7], η προαναφερθείσα διάταξη του Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα περί απλής υιοθεσίας δεν εναρμονίζεται προς τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό στην Ελλάδα και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη. Αντ’ αυτής, εφαρμόζονται για τη ρύθμιση της βιοτικής σχέσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, άλλοι ανάλογα με την περίπτωση, κατάλληλοι κανόνες της ίδιας lex causae και, ελλείψει αυτών, κανόνες της lex fori[8].

Προσέτι, κατά τα οριζόμενα στο βουλγαρικό δίκαιο 1) επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 77 παρ. 1 Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα), 2) μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών (άρθρο 79) εκτός εάν ένας των συζύγων υιοθετεί το βιολογικό τέκνο του άλλου ή το τέκνο υιοθετηθεί συγχρόνως ή διαδοχικώς από συζύγους και ο ένας από αυτούς έχει τη νόμιμη διαφορά ηλικίας, 3) η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνον αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 97 παρ. 2), 4) για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των βιολογικών γονέων του υιοθετούμενου, εφόσον είναι έφηβοι, του συζύγου του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, καθώς και του ίδιου του υιοθετουμένου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 89 παρ. 1). Μάλιστα, η συναίνεση της φυσικής μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 89 παρ. 2)[9]. Η συναίνεση των ως άνω προσώπων δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση στο δικαστήριο ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου, που βεβαιώνει την υπογραφή του συναινούντος, είτε με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο (άρθρο 91 παρ. 2). Ακόμη, στο βουλγαρικό δίκαιο δεν είναι γνωστός ο θεσμός της αναπλήρωσης της συγκατάθεσης από το δικαστήριο, η  συγκατάθεση δε των γονέων δεν είναι αναγκαία αν είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία ή είναι αγνώστου διαμονής[10].

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 136 του ως άνω Βουλγαρικού Κώδικα περί οικογένειας, για την υιοθεσία Βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφενός μεν απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου, αφετέρου δε επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό δικαστήριο. Ωστόσο, όπως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, οι τελευταίοι δύο όροι του ως άνω Βουλγαρικού Κώδικα, οι οποίοι περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα υιοθεσίας ανηλίκων Βουλγαρικής ιθαγένειας, αποτελούν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και συνεπώς, δεν καλούνται, μέσω του άρθρου 23 παρ. 1 ΑΚ, σε εφαρμογή[11].

Τέλος, επισημαίνεται ότι το δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 741 ΚΠολΔ, λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το αλλοδαπό δίκαιο χωρίς να διατάξει αποδείξεις εάν το γνωρίζει ή έχει τεθεί υπόψη του από τους διαδίκους, άλλως μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο[12]. Η διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστικό ζήτημα που προσδιορίζεται κατά τρόπο αποκλειστικό από την ελληνική έννομη τάξη (lex fori) και ειδικότερα θεμελιώνεται βάσει των ελληνικών δικονομικών κανόνων, γενικών και ειδικών (στην προκειμένη περίπτωση βάσει του άρθρου 800 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερο κανόνα του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ)[13].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΑΠ 2084/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1787/1988, ΝοΒ 1989, σελ. 598.

[2] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος 2ος, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 2116 (υπό άρθρο 800), Σπ. Βρελλή, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, Γ΄ έκδοση, 2008, σελ. 336 επ., Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Γενικές Αρχές, Άρθρα 1-286, Αθήνα 2001, σελ. 143 (υπό άρθρο 23).

[3] Βλ. ΠολΠρΑγρ 5/2017, ΜονΠρΘεσσ 758/2016, ΕφΘεσσ 543/2013, ΠολΠρΘεσσ 5429/2013, ΠολΠρΚαβ 1/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΘεσσ 10204/2010, Αρμ 2010, σελ. 1833, ΠολΠρΘεσσ 28435/2008, ΠολΠρΘεσσ 1453/2007, ΠΠΑ 1210/2007, ΠΠΑ 159/2005, ΠολΠρΛασ 43/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. ΜονΠρΘηβ 4/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[5] Βλ. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, έκδοση 1979, σελ. 38.

[6] Βλ. ΟλΑΠ 17/2008, ΕλλΔνη 2008, σελ. 977, ΟλΑΠ 17/1999, ΕλλΔνη 1999, σελ. 1288, ΟλΑΠ 6/1990, ΕλλΔνη 1990, σελ. 552.

[7] Βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Ε΄, Οικογενειακό Δίκαιο, Άρθρα 1346-1694, Αθήνα 2004, σελ. 1158 (υπό άρθρο 1561).

[8] Βλ. ΜονΠρΘηβ 4/2014, ΠολΠρΚαβ 1/2013, ΠολΠρΘεσσ 10204/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΚοζ 32/2008, ΕΦΑΔ 2008, σελ. 675, ΠΠΑ 1313/2006, ΕφΑΔ 2008, σελ. 198, ΠΠΑ 159/2005, ΠολΠρΘεσσ 1453/2007, ΠΠΑ 1313/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[9] Βλ. ενδεικτικά ΠολΠρΑγρ 5/2017, ΜονΠρΘεσσ 758/2016, ΜονΠρΘεσσ 10418/2014, ΜονΠρΘεσσ 489/2014, ΜονΠρΘεσσ 488/2014, ΠολΠρΘεσσ 5093/2013, ΠολΠρΘεσσ 5429/2013, ΕφΘεσσ 543/2013, ΠολΠρΣυρ 8/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[10] Βλ. ΠΠΑ 1556/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1462/2002 (αδημ.), ΠΠΑ 921/ 2005 (αδημ.).

[11] Βλ. ενδεικτικά ΠολΠρΑγρ 5/2017, ΜονΠρΘηβ 4/2014, ΕφΘεσσ 543/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΚοζ 186/2012 (αδημ.), ΠολΠρΘεσσ 10204/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΘεσ 2438/2009, Αρμ 2009, σελ. 1526, ΠολΠρΘεσσ 25358/2007, Αρμ 2008, σελ. 65, ΠολΠρΘεσσ 1453/2007, ΠΠΑ 159/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] Βλ. ΠολΠρΣυρ 8/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[13] Βλ. ΜονΠρΘηβ 4/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί