Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υιοθεσία. Στοιχεία αλλοδαπότητας. Δίκαιο ιθαγένειας (lex patriae). Δίκαιο Βουλγαρίας. Πλήρης υιοθεσία στο βουλγαρικό οικογενειακό δίκαιο. Έλληνες θετοί γονείς. Βουλγαρικής ιθαγένειας το θετό τέκνο. Εφαρμοστέο δίκαιο στην υπό κρίση περίπτωση είναι ως προς μεν τους αιτούντες το ελληνικό δίκαιο, ως προς δε το υποψήφιο θετό τέκνο το βουλγαρικό δίκαιο

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχείο αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας (lex patriae) κάθε μέρους για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας. Συνεπώς, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους, δηλαδή ως προς τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειας του και ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας (βλ. ΑΠ 1787/1988 ΝοΒ 1989,598, ΕφΑθ 2324/2005 ΕλλΔνη 2006,616, ΕφΑθ 489/2001 ΕλλΔνη 2001/957, ΠΠρΚοζ 32/2008 ΕφΑΔ 675,2008, ΠΠρΘεσ 1453/2007 Αρμ 2008,231, ΠΠρΘεσ 25358/2007 Αρμ 2008,65, ΠΠρΑθ 954/2005 δημ. στη ΤΝΠ/ΝΟΜΟΣ).

Το Δικαστήριο έχοντας την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό ανήλικο – υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ και κατ’ επέκταση θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη τού άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης και επομένως, όταν η lex causae (εφαρμοστέο δίκαιο) είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο Δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΑΠ Ολ 17/2008 ΕλλΔνη 2008,977, ΑΠ Ολ 6/1990 ΕλλΔνη 1990,552, ΠΠρΘεσ 25358/2007 ό.π.).

Περαιτέρω, η ιθαγένεια ρυθμίζεται στη Βουλγαρία από το νόμο περί ιθαγενείας της 13.11.1998, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 18.2.1999 και προβλέπει κτήση της βουλγαρικής ιθαγένειας λόγω καταγωγής, λόγω γέννησης επί βουλγαρικού εδάφους και δια πολιτογραφήσεως. Οι διατάξεις του νέου νόμου, που ρυθμίζουν την κτήση ιθαγένειας λόγω καταγωγής (άρθρα 8 και 9) προβλέπουν, ότι κάθε πρόσωπο, του οποίου και οι δύο γονείς ή ο ένας απ’ αυτούς είναι βούλγαρος υπήκοος, αποκτά τη βουλγαρική ιθαγένεια ανεξάρτητα του τόπου γεννήσεώς του (jus sanguinis). Το βουλγαρικό δίκαιο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 337, σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και στην ημεδαπή δημόσια τάξη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33 του ΑΚ.

Σύμφωνα με το δίκαιο της Βουλγαρίας, η υιοθεσία ρυθμίζεται από τον κώδικα περί οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί διαδοχικά κατά τα έτη 1992, 2003, 2005, 2006 και 2007. Ήδη από 1.10.2009 ισχύει ο Νέος Οικογενειακός Κώδικας (Οικ.Κ.) του 2009, ο οποίος προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και την πλήρη (άρθρο 100 παρ. 1 ΟικΚ). Πλήρης υιοθεσία συντρέχει στις περιπτώσεις, που είτε ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων, είτε οι γονείς έχουν προηγουμένως συναινέσει στην πλήρη υιοθεσία ή έχουν εγκαταλείψει το τέκνο τους σε ίδρυμα και δεν το έχουν αναζητήσει επί έξι μήνες από τότε που θα έπρεπε σύμφωνα με το Νόμο περί προστασίας των τέκνων να το παραλάβουν από το ίδρυμα (άρθρο 100 παρ. 2 Οικ.Κ.). Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφενός και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφετέρου, νομικό καθεστώς όμοιο με εκείνο, που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετουμένου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του διακόπτονται (άρθρο 101 παρ. 1 ΟικΚ). Οι ανωτέρω συνέπειες της πλήρους υιοθεσίας δύνανται σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 3 Οικ.Κ. να επέλθουν, εφόσον συναινούν προς αυτό τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 89 παρ. 1 Οικ.Κ., ήτοι: 1) ο υιοθετών, 2) οι γονείς του υιοθετουμένου, 3) ο σύζυγος του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, 4) ο υιοθετούμενος, εφόσον έχει συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας του. Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου και των κατιόντων του τελευταίου. Όμως η παραπάνω διάταξη περί απλής υιοθεσίας προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ.

Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί κοινωνικό θεσμό πρόνοιας, με αποστολή τη βελτίωση της θέσης του υιοθετούμενου τέκνου και μάλιστα του ανηλίκου, το οποίο στερείται της στοργής και της φροντίδας της οικογένειας του, μέσα στα γενικότερα πλαίσια της επιδιωκόμενης από την πολιτεία προστασίας της παιδικής ηλικίας (Βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο, β’ έκδοση, τόμ. Β’, σελ. 273-274). Σε αυτήν την προσπάθεια κατατείνει και η σχετική ελληνική νομοθεσία, η οποία ανακυκλώνοντας τις βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις, που διέπουν σήμερα τη ζωή στην ελληνική κοινωνία, αποβλέπει, στο συμφέρον και στη δυνατότητα ομαλής ψυχοπνευματικής ανάπτυξης των ανηλίκων παιδιών σε ένα υγιές κοινωνικό περιβάλλον, διασφαλιζομένων πλήρως των δικαιωμάτων και των συμφερόντων τους, όχι απλά και μόνο με την ύπαρξη οικογένειας, αλλά κυρίως με την ύπαρξη μίας οικογένειας. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούμενος ο Έλληνας νομοθέτης κατέληξε στη θέσπιση του Ν 2447/1996, καθιερώνοντας πλέον στο άρθρο 1561 του ΑΚ τις συνέπειες τέλεσης της υιοθεσίας ανηλίκων, σύμφωνα με τις οποίες το ανήλικο θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, εντάσσεται στην οικογένεια του τελευταίου, έχοντας έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο με τον ταυτόχρονο αποκλεισμό των δεσμών του παιδιού με τη φυσική του οικογένεια.

Με βάση τα παραπάνω, οι συνέπειες που θα προκύψουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του βουλγαρικού δικαίου περί απλής υιοθεσίας ανηλίκων, δεν εναρμονίζονται προς τον κρατούσες βιοτικές συνθήκες στην Ελλάδα, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνο η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων (Κ. Φουντεδάκη, Υιοθεσία, 1998, σελ. 45-47). Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη (ΠΠρΚοζ 32/2008 ΕφΑΔ 2008,675, ΠΠρΘεσ 1453/2007 Αρμ 2008,231).

Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στο βουλγαρικό δίκαιο: 1) επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλ. προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο της αιτήσεως της υιοθεσίας (άρθρο 77 παρ. 1 Οικ.Κ.), 2) τα δίδυμα αδέλφια πρέπει να υιοθετούνται μαζί, εκτός αν για χρονικό διάστημα 6 μηνών από τότε που καταχωρήθηκαν στο μητρώο δεν έχουν ακόμα υιοθετηθεί και η χωριστή υιοθεσία τους εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον τους (άρθρο 77 παρ. 2 Οικ.Κ.), τα δε αδέλφια υιοθετούνται μαζί, εφόσον διατηρούν μεταξύ τους συναισθηματικούς δεσμούς (άρθρο 77 παρ. 3 Οικ.Κ.), 3) μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών, εκτός εάν: α) ο ένας εκ των συζύγων υιοθετεί το βιολογικό τέκνο του άλλου ή β) το τέκνο υιοθετηθεί συγχρόνως ή διαδοχικώς από συζύγους και ο ένας απ’ αυτούς έχει τη νόμιμη διαφορά ηλικίας (άρθρο 79 Οικ.Κ.), 4) η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνο, αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 97 παρ. 1 και 2 Οικ.Κ.) και 5) για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση: α) των βιολογικών γονέων του υιοθετουμένου, εφόσον είναι έφηβοι, ήτοι έχουν συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας τους, β) του συζύγου του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου και γ) του ιδίου του υιοθετουμένου, αν έχει συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας του (άρθρο 89 παρ. 1 Οικ.Κ.). Η συναίνεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο 30 ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 89 παρ. 2 Οικ.Κ.). Περαιτέρω, εκτός από τη συναίνεση των ανωτέρω προσώπων, απαιτείται για την τέλεση της υιοθεσίας η γνώμη (και όχι η συναίνεση): α) του επιτρόπου ή του κηδεμόνα του τέκνου, β) των γονέων του τέκνου, εφόσον αυτοί είναι ανήλικοι εν στενή εννοία ή έχουν κηρυχθεί περιορισμένα ικανοί προς δικαιοπραξία ή τους έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα, καθώς και γ) των συζύγων του υιοθετούντος και υιοθετουμένου, εφόσον έχουν κηρυχθεί περιορισμένα ικανοί προς δικαιοπραξία (άρθρο 90 Οικ.Κ.). Η συναίνεση και η γνώμη των ανωτέρω προσώπων δίδεται είτε με αυτοπρόσωπη παράσταση στο δικαστήριο, είτε εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου, που βεβαιώνει την υπογραφή του συναινούντος, είτε με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο (άρθρο 91 παρ. 1 Οικ.Κ.). Το δικαστήριο έχει πάντως την ευχέρεια να καλέσει και ν’ ακούσει κάποιο από τα ανωτέρω πρόσωπα, αν αυτό κρίνεται απαραίτητο (άρθρο 91 παρ. 2 Οικ.Κ.). Η συναίνεση των γονέων καθώς και του συζύγου του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου δεν είναι αναγκαία, αν είναι ανήλικοι εν στενή εννοία ή είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία (άρθρο 89 παρ 4 Οικ.Κ.). Η υιοθεσία μπορεί να τελεσθεί κατ’ εξαίρεση και χωρίς τη συναίνεση των γονέων του ανηλίκου, αν οι γονείς, που αρνούνται τη συναίνεσή τους, δεν έχουν φροντίσει ποτέ το τέκνο, δεν του παρέχουν διατροφή ή το ανατρέφουν κατά τρόπο που είναι σε βάρος της αναπτύξεώς του, οπότε στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ζητεί την κλήτευση των γονέων προς ακρόασή τους (άρθρο 93 παρ. 4 Οικ.Κ.). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που οι γονείς έχουν εγκαταλείψει το ανήλικο τέκνο σε ίδρυμα και δεν το έχουν αναζητήσει επί έξι μήνες από την ημερομηνία της περιθάλψεώς του από το ίδρυμα. (ΜΠρΑθ 3308/2014, δημ. ΕφΑΔ 2014, 890).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί