Ηθική βλάβη για τραυματισμό ζώου
Με την υπ’ αριθμ. 377/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επιδικάστηκε στην ενάγουσα ιδιοκτήτρια ενός σκυλιού εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του ζώου (στο μάτι από ισχυρό χτύπημα του ζώου του εναγομένου στην κεφαλή).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων σε συνδυασμό με την ανωμοτί κατάθεση του εναγόμενου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες οι απεικονίσεις των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν και γενικά από την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα το έτος 2005 ετύγχανε ιδιοκτήτρια ενός σκύλου φυλής “πεκινουά”, με τον οποίο τόσο η ίδια όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της είχαν αναπτύξει σχέσεις αγάπης και στοργής. Την 5-3-2005 και ενώ ο σκύλος της βρισκόταν έξω από την οικία της και υπό την εποπτεία της, στη περιοχή Ιαλυσού Ρόδου, ήρθε σε συμπλοκή με σκύλο φυλής “λυκόσκυλου”, ιδιοκτησίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια βόλτας του τελευταίου στον ίδιο τόπο. Ο εναγόμενος απομακρύνοντας τον δικό του μεγαλόσωμο και ήδη ενοχλημένο σκύλο από το μικρόσωμο σκύλο της ενάγουσας αντέδρασε βίαια και κατάφερε βαρύ λάκτισμα στο δεξί μάτι του σκύλου της ενάγουσας, με αποτέλεσμα αρχικά “τον βαρύτατο τραυματισμό των ιστών πέριξ του οφθαλμού και του ιδίου του οφθαλμού” και τελικά την καταστροφή του ματιού με λογικό επακόλουθο την πλήρη απώλεια της οράσεως από το δεξί μάτι του σκύλου της ενάγουσας (βλ. τις από 5-3-2005 και 18-3-2005 κτηνιατρικές γνωματεύσεις- πραγματογνωμοσύνες του κτηνίατρου Χ.Π. καθώς και φωτογραφίες του τραυματισμένου σκύλου). Τα παραπάνω ενισχύονται και από τη κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης ο οποίος κατέθεσε ότι ο εγγονός του και υιός της ενάγουσας είδε τον εναγόμενο να λακτίζει βίαια τον σκύλο και ότι ο ίδιος (ο μάρτυρας) αν και δεν ήταν παρών κατά τη στιγμή που συνέβη το όλο περιστατικό είδε τον εναγόμενο να απομακρύνεται από το σημείο όπου συνέβη τούτο. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο σκύλος της ενάγουσας δεν δέχτηκε λάκτισμα από αυτόν, αλλά ότι τραυματίστηκε όταν τα δύο σκυλιά μπήκαν κάτω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο δεν ενισχύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, άλλωστε η μάρτυρας ανταπόδειξης η οποία τυγχάνει σύζυγος του δεν ήταν παρούσα στο ένδικο περιστατικό, ο δε σκύλος κατά την κλινική εξέτασή του από τον παραπάνω κτηνίατρο την 5-3-2005 δεν έφερε άλλο εξωτερικό τραύμα πλην του συγκεκριμένου στο δεξί μάτι. Βάσει των παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο ατύχημα είναι ο εναγόμενος. Περαιτέρω, επειδή κατά το άρθρο 3 του ν. 2017/92, όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Α-31 Σύμβαση για τη προστασία των ζώων συντροφιάς του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1987, “κανείς δεν πρέπει να κάνει άσκοπα ένα ζώο συντροφιάς να πονά, να υποφέρει ή να αγωνιά, κατά δε το άρθρο 1 σε συνδ. με το άρθρο 8 του ν. 1197/81 περί προστασίας ζώων όστις φονεύει βασανίζει, κακοποιεί ζώα, περι ών ο παρόν νόμος ή εγκαταλείπει ταύτα έκθετα ή αδέσποτα τιμωρείται δια των εν άρθρων 8 του παρόντος ποινών”. Περαιτέρω από το ως άνω ατύχημα και την υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, προκλήθηκε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που συνέβη το ένδικο ατύχημα, την ταλαιπωρία και στενοχώρια που υπέστη τούτη, η οποία ήλπιζε στην αποκατάσταση της βλάβης του σκύλου της με τον οποίο τόσο η ίδια όσο και η υπόλοιπη οικογένειά της είχαν αναπτύξει σχέσεις στοργής και αγάπης (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης), την αγωνία της για το αποτέλεσμα και τέλος τη μόνιμη αναπηρία (απώλεια του δεξιού ματιού) του σκύλου της, πρέπει να της καταβληθεί ως αποζημίωση το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο (932 Α.Κ.). Το αιτούμενο κονδύλιο των 250 ευρώ που όπως αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της δαπάνησε για την αγορά φαρμάκων και την αμοιβή του κτηνίατρου κρίνεται απορριπτέο ως κατ` ουσία αβάσιμο, καθότι δεν προσκομίζονται οι επικαλούμενες από την ενάγουσα σχετικές αποδείξεις. Κατόπιν των παραπάνω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 300 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή γι αυτό το περί τούτου αίτημα κρίνεται απορριπτέο. Τέλος τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν εν μέρει σε βάρος του εναγόμενου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (178 ΚΠολΔ)».
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr