Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και προσωπική ευθύνη του νόμιμου εκπροσώπου της Α.Ε. σε αποζημίωση των εργαζομένων από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους

Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη όμως αυτής του νομικού προσώπου.  

Ειδικότερα επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, οπότε υφίσταται ευθύνη (ΑΠ 29/2006 ΕλλΔνη 47.1031). 

Στην υπ’ αριθμ. 1149/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι οι διατάξεις της § 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 § 1 του ν. 2336/1995, οι οποίες επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κλπ., οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζόμενους, συνεπεία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές, θεσπίζουν ποινική ευθύνη μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους. Συνεπώς, η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία, που υπέστη από το ως άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του -η οποία καλύπτεται καταρχήν από τους οφειλόμενους, σε κάθε περίπτωση, τόκους υπερημερίας (άρθρο 346 ΑΚ)- και όχι για την πληρωμή των ίδιων αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, αφού μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει εμπρόθεσμα τις αποδοχές δεν συνεπάγεται την απώλεια αυτών, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του Α.Ν. 690/1945 αδίκημα [ΑΠ 1436/2002 ΕλΔ 45(2004).757, ΕφΙωαν 264/2006 ΕΕργΔ 66(2007).93, πρβλ Εφ Πατρ 167/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010, 471]. 

Όμως, στην ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου έγινε δεκτό ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε. συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της αδικοπραξίας αυτοτελώς κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 914 ΑΚ, ανεξαρτήτως του αδικήματος του Α.Ν. 690/1945. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του, αξιολογούμενη τόσο ως φυσικού προσώπου όσο και ως νομίμου εκπροσώπου της ΑΕ, είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς, λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες, που κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Στην επίδικη περίπτωση και εν τω μέσω της οικονομικής κρίσης (η οποία ως πασίδηλο γεγονός, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη) που πλήττει την χώρα μας, η μη πληρωμή δεδουλευμένων αποδοχών (χωρίς την επίκληση καν οικονομικής δυσπραγίας-όπως θα ήταν εύλογο) αλλά και η με οποιοδήποτε τρόπο με δόλο ματαίωση της δικαστικής τους επιδίωξης, αποτελεί καταφανώς συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος ευλόγως θα ανέμενε -ως ένδειξη καλής πίστης και κατανόησης προς τους εργαζομένους- την καταβολή έστω ενός ποσού ως έναντι των οφειλομένων.  

Αντιθέτως, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ εκμεταλλευόμενος – εις βάρος του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος της εργασίας και της αμοιβής της (άρθ. 22Σ) – τον κεφαλαιουχικό χαρακτήρα των εταιρειών με τις οποίες δραστηριοποιείται, με προκλητικό τρόπο δεν εξόφλησε τις απαιτήσεις των εργαζομένων και προέβαινε εξακολουθητικά στην εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της ΑΕ προκειμένου να ματαιώσει και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εργαζομένων μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Η συμπεριφορά του αυτή, εκτός της ποινικής της απαξίας (παράβαση μονού άρθρου του Α.Ν. 690/1945 και διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας) είναι παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι ναμην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημιά σε άλλον, αλλά και υπαίτια, καθώς με απόλυτη συνειδητοποίηση των ενεργειών του και αδιαφορώντας για τη ζημία των εργαζομένων, παρέλειπε δολίως να τους καταβάλει τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά και ενεργούσε αποκλειστικά προς το σκοπό της οικονομικής τους ανέχειας. 

Επίσης, αποδείχθηκε ότι υφίσταται και η πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου (η οποία συντίθεται από εξακολουθητικές πράξεις και παραλείψεις, όπως εκτέθηκε) και της ζημίας, που επήλθε στην περιουσία των εναγόντων, η οποία είναι άμεση, αφού, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτού (του δεύτερου εναγομένου), όπως αποδείχθηκε και με τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις, που έλαβε χώρα, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα στους ενάγοντες, το οποίο και πράγματι, κατά τα ως άνω, επέφερε και ισούται με το ύψος των οφειλομένων σε αυτούς ποσών για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της ΑΕ θεμελιώνει πρωτογενώς αδικοπρακτική του ευθύνη έναντι των εργαζομένων και υποχρέωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ να ανορθώσει την ισόποση με τις αποδοχές τους ζημία τους, η οποία έχει ως αίτιο την ανωτέρω αδικοπραξία.  

Στην προκειμένη περίπτωση, έγινε δηλαδή κάμφθηκε η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία, διότι κρίθηκε ότι υπήρξε πταίσμα από αδικοπραξία, οπότε υφίσταται ευθύνη του προσωπικά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ.

 

Θεώνη Κάδρα

 e-mailinfo@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί