Καταχρηστικότητα ή μη τραπεζικών όρων για τον υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών
Oι κανόνες της ΥΑ Ζ1-178 (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001) αφορούν τις συναλλαγές που γίνονται με κάρτες (εναρμόνιση με τις διατάξεις της Συστάσεως 97/489/ ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1997 «σχετικώς με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου» -ΕΕ αριθ. L. 208 της 2.8.1997, σελ. 52-58)
και την καταναλωτική πίστη (προσαρμογή της κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Φ1- 983/91 προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 «σχετικώς με την τροποποίηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη» -ΕΕ αρ. L. 101 της 1.4.1998, σελ. 17-23).
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2842/2000 περί λήψεως συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 971/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (ATHIBOR), που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο EURIBOR, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 365 ημερών, προσαρμοσμένο κατά τον λόγο 365 προς 360, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί ή δεν έχει συμφωνηθεί ή ορισθεί αναφορά σε άλλο ισχύον επιτόκιο. Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς τις παραπάνω διατάξεις, μετά την απόφαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος (30/14.2.2000 ΦΕΚ Α` 43/2000) που τέθηκε σε ισχύ από 10.3.2000, σύμφωνα με την οποία ως βάση υπολογισμού των τόκων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής λαμβάνονται οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 360 ημερών, η εκτελεστική επιτροπή της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών κατά τη με αριθμό 15/19.4.2000 συνεδρίασή της προχώρησε στην υιοθέτηση του εμπορικού έτους των 360 ημερών ως βάση υπολογισμού των τόκων από 1.1.2001 (ΕφΑθ 1778/2010 Νοmos, ΕφΑθ 3791/2009, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Όλα τα ανωτέρω αναφέρονται και στην απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1159/2012 (δημ. ΔΕΕ 2012.676 και ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα απόφαση-σταθμό 1778/2010 για το παραπάνω ζήτημα του έτους υπολογισμού των 360 ή 365 ημερών, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί μίας παρόμοιας υπόθεσης με την επίδικη με αντικείμενο διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί για την πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού σύμβασης πίστωσης που έκλεισε οριστικά, δέχθηκε, πέραν της αοριστίας του ισχυρισμού των ανακοπτόντων ότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι παράνομος ο εν λόγω υπολογισμός, εφόσον δεν εκτίθεται ότι το επιπλέον επιτασσόμενο (αορίστως) ετησίως ποσό, προστιθέμενο στο συμβατικό τόκο, υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό ποσοστό τόκου και ποιο είναι αυτό, ώστε να κριθεί ότι δεν οφείλεται ως προς το επιπλέον, κατά το άρθρο 294 ΑΚ, αλλά και ενόψει του ότι το έτος 360 ημερών προβλέπεται για τη ρύθμιση των τόκων σε σχέσεις πιστωτικών ιδρυμάτων (το ίδιο βλ. και σε ΜονΠρΑλεξ 898/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατόπιν του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000, περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, σύμφωνα με το οποίο οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/97, αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360. Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατόπιν της πράξης 30/14-2000 (ΦΕΚ Α’ 43/00) του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία, το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος θα τηρείται εντόκως. Οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών. Και ναι μεν με την ΚΥΑ Φ1-983/1991 άρθρο 14 εδ. δ’ (ΦΕΚ Β’ 172/91), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 α’ της ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β 255/2001), οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση 97/489 της επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων μ’ αυτές 12 μηνών στην καταναλωτική πίστη (βλ. ΑΠ 430/2005), πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου πιστωτικής κάρτας (βλ. ΕφΑθ 3791/2009, αδημ. στον νομικό τύπο). Κατά το άρθρο 1 μάλιστα της σχετικής ΚΥΑ Ζ1-178 προβλέπεται ρητά ότι σκοπός της απόφασης αυτής είναι η εναρμόνιση προς τις διατάξεις της Σύστασης 97/489/ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου του 1997 «σχετικά με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου» και η προσαρμογή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Φ1 983/91 για την καταναλωτική πίστη, όπως ισχύει, προς τις διατάξεις της οδηγίας 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου του 1998 σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr