Κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου – τύπος αυτής – διάκριση από την σύμβαση μίσθωσης – υποχρεώσεις του χρησάμενου (ΑΚ 813)
Από τη διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησαμένου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων και με την οποία ο πρώτος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση πράγματος, στον δεύτερο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει μετά τη λήξη αυτής. Πρόκειται για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Παράδοση της χρήσης αποτελεί η θέση του χρησαμένου με τέτοια σχέση προς το πράγμα, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Επομένως ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ’ αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη. Η παράδοση της χρήσης μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς καμιά υλική πράξη του χρήστη, με την απλή αλλαγή της διαθέσεως του χρησαμένου, όταν π.χ. αυτός, έχοντας την νομή του πράγματος, αντιφωνεί αυτήν προς τον χρήστη, διατηρώντας όμως την κατοχή λόγω χρησιδανείου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου (ΑΠ 409/2009, βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 574 του ΑΚ, «με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα». Από το συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων 810 και 574 ΑΚ προκύπτει ότι τόσο το χρησιδάνειο όσο και η μίσθωση πράγματος έχουν ως αντικείμενο την παραχώρηση της χρήσης πράγματος σε άλλον, διαφοροποιούνται δε μόνον ως προς το ότι στο μεν χρησιδάνειο ο χρησάμενος δεν καταβάλλει αντάλλαγμα στο χρήστη για τη χρήση του πράγματος, στη δε μίσθωση ο μισθωτής καταβάλλει στον εκμισθωτή μίσθωμα (ΑΠ 869/2010 Νόμος).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 813 του ΑΚ ο χρησάμενος φέρει τις συνηθισμένες δαπάνες για την συντήρηση του πράγματος. Για άλλες δαπάνες έχει αξίωση σύμφωνα με τις διατάξεις τη διοίκηση αλλότριων και έχει δικαίωμα αφαίρεσης πριν από την απόδοση, του πράγματος. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις και δη εκείνες των άρθρων 720 § 1 και 736 του ΑΚ, όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση, έχει υποχρέωση να την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση αυτού. Αν ο διοικητής αλλότριων ανέλαβε τη διοίκηση προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου έχει δικαίωμα να ζητήσει απ` αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως. Και πραγματική μεν βούληση υπάρχει όταν ο κύριος της υποθέσεως είχε εκφραστεί περί της ανάγκης της ενέργειας των πράξεων. Εικαζόμενη δε βούληση του κυρίου είναι, όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υποθέσεως. Αν ο διοικητής αλλότριων ενεργεί παρά την περί του εναντίου ρητώς εκφρασμένη θέληση του κυρίου, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Η αντίθετη θέληση του κυρίου για την διοίκηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 730 § 2 του ΑΚ, δεν λαμβάνεται υπ` όψη μόνο αν αντιβαίνει το νόμο ή τα χρηστά ήθη. Εξ άλλου, το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μία τέτοια περίπτωση. Λαμβάνεται δε υπόψη όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέλησή του. Κατ` αρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 736 του ΑΚ (γνήσια / θεμιτή διοίκηση αλλότριων), ο διοικητής των αλλοτρίων δικαιούται να ζητήσει την απόδοση των δαπανών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 737 του ΑΚ (μη γνήσια / αθέμιτη διοίκηση αλλότριων), μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 επ. ΑΚ). Η επίκληση δε από τον κύριο, της γνώσεως του διοικητή για το αχρεώστητο (905 ΑΚ) δεν θα οδηγεί στην περίπτωση αυτή, σε αποκλεισμό της σχετικής αξιώσεως του διοικητή. Το γεγονός ότι, με την διαχείριση της ξένης υπόθεσης, εξυπηρετείται συγχρόνως, έμμεσα ή εν μέρει, και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλότριων (ΕφΑΘ 8359/2002 ΕλΔ 46. 268, Παπανικολάου στον Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ 736,738 αριθ. 4).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr