Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στις Κυκλάδες
Ιστορικές πληροφορίες:
Οι Κυκλάδες λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής τους σημασίας στο κέντρο του Αιγαίου Πελάγους, υπήρξαν ανέκαθεν στόχος για διάφορους επίδοξους κατακτητές. Τη βυζαντινή κυριαρχία διαδέχθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα η λατινική κυριαρχία, όταν Βενετοί ευγενείς υπό τον Μάρκο Σανούδο κατέλαβαν τα νησιά των Κυκλάδων, ιδρύοντας διάφορες μικρές νησιωτικές ηγεμονίες, (ημι)ανεξάρτητες από τη Βενετία, με σημαντικότερη εκείνη του Δουκάτου του Αιγαίου ή του Αρχιπελάγους, με έδρα τη Νάξο.[1] Η λατινική κυριαρχία διήρκεσε τρεισήμισι περίπου αιώνες, μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, τουλάχιστον για τα περισσότερα κυκλαδονήσια, όταν το σαρωτικό πέρασμα του Τούρκου ναυάρχου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα στα 1537-38 από τις Κυκλάδες, κατέστησε πολλά από τα νησιά αυτά φόρου υποτελή στον σουλτάνο, μεταξύ των οποίων η Νάξος και η Σαντορίνη. Εν συνεχεία, το 1566, τα νησιά που είχαν βρεθεί σε αυτό το καθεστώς πέρασαν στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας το πέρασμα των Κυκλάδων στην Τουρκοκρατία. Υπό λατινική κυριαρχία θα παραμείνουν μόνον κάποια νησιά των δυτικών Κυκλάδων (η Κύθνος, η Σέριφος, η Σίφνος, η Φολέγανδρος των Gozzadini και η Κίμωλος των Crispi) μέχρι το 1617, όπως και η βενετοκρατούμενη Τήνος μέχρι το 1715.[2]
Ειδικότερα ως προς τα νησιά της Νάξου, Πάρου, Σύρου, Άνδρου, Μήλου, Σαντορίνης: Το 1580 οι κάτοικοί τους απέστειλαν αντιπροσώπους τους στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας από τον σουλτάνο Μουράτ Γ΄ την παλινόρθωση της δουκικής οικογένειας της Νάξου, η οποία είχε βρει καταφύγιο στη Βενετία. Ο σουλτάνος παραχώρησε προνόμια προς του Κυκλαδίτες, εκδίδοντας το 1580 σχετικό αχτιναμέ (ακτιναμέ), δηλαδή προνομιακό ορισμό, βάσει του οποίου τα εν λόγω νησιά των Κυκλάδων αποτελούσαν εφεξής σαντζάκ (διοικητική και στρατιωτική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με πρωτεύουσα την Νάξο. Προβλέπονταν επίσης σημαντικές ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους τοπικούς χριστιανικούς πληθυσμούς, εξασφαλίζοντας τους ανεκτούς όρους διαβίωσης, άγνωστους εν πολλοίς για τους υπό Οθωμανική κυριαρχία Έλληνες της ηπειρωτικής χώρας. Ο αχτιναμές αυτός, ο οποίος βασιζόταν στον ποργενέστερο, εκείνον του 1565, ανανεώθηκε και συμπληρώθηκε από τους αχτιναμέδες των ετών 1628/9 και 1646.[3]
Νομολογία:
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7/19-8-1830, της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας σαν ανεξάρτητου Κράτους και του νόμου της 21-6/3-7-1837 “περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων” στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδας: α) Οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από το Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3-2-1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταλειφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3-2-1830, εφόσον την εγκατάλειψη τους επακολούθησε κατάληψη τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν. περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων (Π. Κασίμη, Εθνικοί Γαίαι εν Κιτσικ. Πανδέκτης Α.Δ τόμ. Α σελ. 703, Αγ. Σταυρόπουλου αυτόθι, τόμ. Γ, σελ. 2436, Γνωμοδότηση Ν.Σ. Κράτους 293/1952, Αρχ.Ν. Η σελ. 598, ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, 1122, Εφ. Οεσ. 209/1958 ΑρχΝ Ε, σελ. 121, ΠΠρΑΘ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, 365). Με βάση τις παραπάνω ρυθμίσεις θεσπίστηκε “αμάχητο τεκμήριο κυριότητας” υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ανάλογο αμάχητο τεκμήριο θέσπιζε και το αρθρ. 1 του β.δ. της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 “περί ορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα Εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834 για χορτολιβαδικές εκτάσεις (Κιτσαράς, Δημόσια Κτήματα στις Κυκλάδες – Εμβέλεια κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρησης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου με τη θέσπιση τεκμηρίων κυριότητας υπέρ αυτού (γνμδ,) ΧρΙΔ Γ/2003, 753) (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).
Επίσης, κατά τον οθωμανικό νόμο της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α`) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β`) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο (Σουλτάνο) και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με παραχώρηση από τον Σουλτάνο με «ταπί» έναντι καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, γ`) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. νοσοκομείου, μοναστηριού) και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δΟ τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο δημόσιο, και ε`) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο δημόσιο (Απ. Γεωργιάδης, «Η κυριότητα του δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων» (γνμδ), ΧρΙΔ 2005.857 και εκεί παραπομπές) ( 313/2009 ΜΠρ Βόλου NOMOS).
Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται της περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών. (1/2024 ΑΠ NOMOS)
Πλην όμως, την εποχή της Τουρκοκρατίας στις Κυκλάδες, όπως και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου (εκτός από αυτά που βρίσκοναι στα παράλια του Ανατολικού Αιγαίου, όπως η Χίος, η Σάμος, η Λέσβος και, επίσης, η Κρήτη (139/2014 Εφ Λάρισας NOMOS) (615/2023 ΑΠ NOMOS) δεν ίσχυαν οι ανωτέρω διακρίσεις των γαιών, αλλά είναι παγκοίνως γνωστό (η ΑΠ 200/1934 ΕΕΝΑ 467 θεωρεί “πασίδηλον”) ότι όλες οι γαίες, που εκ της φύσης τους (μορφολογία εδάφους, βλάστηση, καιρικές συνθήκες κλπ) μπορούσαν να εξουσιασθούν με οιονδήποτε τρόπο (ανέγερση κτισμάτων, καλλιέργεια, βόσκηση, υλοτομία, συλλογή ρητίνης κλπ), χαρακτηρίστηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές γαίες (246/2016 ΜΠρ Καλαμάτας NOMOS) δηλ. καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα “κυριότητας” από τους κατόχους τους και επί των οποίων ουδέν “εμπράγματο” δικαίωμα του Σουλτάνου υφίστατο (ΑΠ 200/1934 Θεμ.ΜΕ σ.565).
Το ιδιαίτερο αυτό νομικό καθεστώς οφειλόταν στο ότι τα νησιά του Αιγαίου από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα τελούσαν υπό λατινική κυριαρχία (οι Κυκλάδες από τους Ενετούς) και υποτάχθηκαν στην Οθωμανική κυριαρχία όχι με δικαίωμα πολέμου, αλλά ειρηνικά και οικειοθελώς και για το λόγο αυτό οι χριστιανοί κάτοικοί τους με τον ακτιναμέ (αχτιναμέ) του έτους 1580 του Σουλτάνου Μουράτ Γ` -και τις διαδοχικές ανανεώσεις του από μεταγενέστερους κατόχους του θρόνου-, διατήρησαν έναντι καταβολής εγγείου φόρου την “κυριότητα” (υπό την προρρηθείσα έννοια της αναγνωρισμένης εξουσίασης) τόσο της αστικής όσο και της αγροτικής γης και των δένδρων της, την οποία μπορούσαν στο πλαίσιο του τοπικού εθιμικού δικαίου -και όχι του οθωμανικού δικαίου- να μεταβιβάσουν άτυπα εν ζωή συνήθως στα πλαίσια της οικογένειας (πχ με προίκα ή δωρεά) ή αιτία θανάτου. Σημειωτέον ότι οι Κυκλάδες δεν εποικίσθηκαν από μουσουλμάνους, προφανώς λόγω του φτωχού, άνυδρου και οικονομικά αδιάφορου -για τις συνθήκες της εποχής εκείνης- εδάφους τους. Η αντίθετη θέση ότι δηλ. η αγροτική γη (αγροί, ελαιώνες, δάση, βοσκότοποι κλπ) και στις Κυκλάδες αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στον Σουλτάνο, που μετά την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν ανταποκρίνεται στην διαμορφωθείσα στις Κυκλάδες κατάσταση επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι έτσι δεν θα διαφοροποιούταν από τις λοιπές περιοχές του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.
Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε το πρώτον και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη “Διασάφηση” (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 “περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835″ όπου γινόταν αναφορά στο “ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα”. Επομένως, όλες οι γαίες των νήσων αυτών ως καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από μουσουλμάνους ιδιώτες, δεν περιήλθαν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Αικ. Τσακίρη Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εδαφικών εκτάσεων στις Κυκλάδες, ΧρΙδΔ 2023 σ.462, Αντ. Λαχανόπουλος Το ειδικό ιδιοκτησιακό (εθιμικό) καθεστώς των Κυκλάδων νήσων, ΕπΑΚ 2/2020 σ.249, Λαμ. Κιτσαράς Δημόσια κτήματα-Κυκλάδες-Εμβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου ΧρΙδΔ 2003 σ.747, Γ. Νάκος Εξελικτικές Διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος, 1986, σ.7-31).
Λογική εξαίρεση αποτελούν οι γαίες των νήσων αυτών, που ενέπιπταν στην έννοια των νεκρών γαιών, που λόγω της μορφής και φύσης τους δεν ήταν δυνατό με τα μέσα της εποχής εκείνης να εξουσιασθούν με την ανωτέρω έννοια της χρήσης, κάρπωσης κλπ., όπως π.χ. τα βουνά, τα ορεινά κι πετρώδη μέρη και τα αδέσποτα δάση, οπότε μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους με δικαίωμα πολέμου (βλ. ΟλΑΠ 1/2013, που αφορά την Καλδέρα της Σαντορίνης, που λόγω του ηφαιστιογενούς και πετρώδους εδάφους της και των επικρατουσών καιρικών συνθηκών ενέπιπτε στην έννοια της νεκράς γαίας). Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού (Σουλτάνου), μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα «Βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Ελληνική Κυβέρνηση της Ελλάδος (1/2013 ΟλΑΠ NOMOS, 86/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS).
Ωστόσο, το γεγονός ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε μη “δορυάλωτη” περιοχή, συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία. Οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των “ιδιωτών” στις μη “δορυάλωτες” περιοχές, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιόκτητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας “προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης”, και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από “ιδιώτες”, είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ. Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ’αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ το εάν ένα ακίνητο στη μη “δορυάλωτη” περιοχή είναι “αείποτε αδέσποτο” το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί (ΑΠ 2105/2022 NOMOS).
Λόγω του ιδιαίτερου αυτού καθεστώτος, που θεωρούνταν όλες οι γαίες ως καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), στις γαίες Κυκλάδων δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, οι οποίες προέβλεπαν την παραχώρηση της κάρπωσης των δημόσιων γαιών με ταπί , αλλά αυτές του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, οι οποίες εξομοίωναν τις γαίες με τα κινητά πράγματα, και συνεπώς για τη μεταβίβασή τους αρκούσε απλή συμφωνία, η οποία μπορούσε να αποδειχθεί και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 NOMOS). Από την διάταξη δε του του άρθρου 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια φόρου κατά τα έτη 1833-1834» στην οποία ορίζεται ότι τα λειβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει κάποιος να παρουσιάσει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε στο Δημόσιο», σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για «ταπί», δηλαδή έγγραφο, με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δημόσιων γαιών κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274 (Παπαδοπούλου «Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου», παρ. 139 σελ. 350). Λαμβανομένου όπως υπόψη ότι στις Κυκλάδες οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές κι σε αυτές ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας (μουλκιέτ) και δεν υπαγόντουσαν στο Οθωμανικό Δημόσιο το οποίο δεν είχε ιδιαίτιερα δικαιώματα σε αυτές, δεν ίσχυαν σε αυτές οι περί ταπίων διατάξεις. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαμορμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί δημοσίων δασών, εφόσον οι Τούρκικες αρχές μη έχουσες δικαιώματα στις περιοχές αυτές, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοί τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματά τους και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).
Εξάλλου, την ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση για τα δάση, δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις (όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του ν.998/1979), που βρίσκονται στις Κυκλάδες, ότι δηλ. δεν αποτελούν δημόσιες γαίες, υιοθέτησε και ο μεταγενέστερος νομοθέτης με το άρθρο 62 του ν. 998/1979 “περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας”, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 §1 του ν. 4280/2014, που ορίζει «Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του. Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης». Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε και νομοθετικά η εκτεθείσα ανωτέρω ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών και των εν γένει δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων στις προαναφερόμενες περιφέρειες, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση και τις εν γένει δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, μεταξύ άλλων, και στα νησιά των Κυκλάδων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 ΒΔ “περί ιδιωτικών δασών”, ή επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ΒΔ της 12-12-1833 “περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834″, σύμφωνα με το οποίο όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο (ΑΠ 34/2019). Ως εκ τούτου προκειμένου περί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων που βρίσκονται στις Κυκλάδες, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο, προβλεπόμενο είτε από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, είτε από ειδικούς νόμους είτε μετά το 1946 από τον ΑΚ ( ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 349/2024, ΑΠ 23/2021).
Τέλος, η ανωτέρω ερμηνευτική άποψη επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 §1 περ. IV του ν. 3208/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 152 του ν. 4819/2021, σύμφωνα με την οποία «Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (δηλ. του ν.998/1979, εννοεί τις χορτολιβαδικές) που:…IV. Περιλαμβάνονται σε περιοχές του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 του ν. 998/1979 (Α` 289) (μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες), για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, όπως πράξεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλης εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας της έκτασης ως δημόσιας και, συγχρόνως, οι διεκδικούντες την έκταση διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι έχουν συνταχθεί μέχρι την 1η.7.2001 το αργότερο, έστω και εάν έχουν μεταγραφεί μεταγενέστερα. Εκκρεμείς εμπράγματες αγωγές του Δημοσίου που αφορούν στις εν λόγω εκτάσεις και οι οποίες βασίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που το δικαίωμα της κυριότητας επί των ανωτέρω εκτάσεων έχει καταχωρηθεί υπέρ ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα κτηματολογικά βιβλία των οικείων κτηματολογικών γραφείων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επ’ αυτών και δεν ασκεί τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 2664/1998 (Α` 275)» (1870/2025 ΑΠ (NOMOS), 27/2019 ΑΠ (NOMOS) (1870/2025 ΑΠ NOMOS).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] 1 Νίκος Μοσχονάς – Λίλυ Στυλιανούδη (επιμ.), Το Δουκάτο του Αιγαίου. Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης (Νάξος – Αθήνα 2007), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2009. – Αθανάσιος Κωτσάκης, Έλληνες Ορθόδοξοι και Λατίνοι στη Νάξο (13ος-19ος αι.). Ιστορικοπολιτισμική προσέγγιση με έμφαση στη μαρτυρία των υλικών καταλοίπων, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2017, σσ. 49-72.
[2] Περικλής Ζερλέντης, Νησιωτική Επετηρίς, Ερμούπολη 1918, σσ. 49-67, 71-83, 92-97, 99-104, 106-108.
[3] Απόστολος Βκαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τουρκοκρατία, 1453-1669, τόμ. Γ΄, Θεσσαλονίκη, 1998, σσ. 285-286 / Ελένη Κούκου, Οι κοινοτικοί θεσμοί στις Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984, σσ. 31-44 / Θανάσης Κωτσάκης, «Προνομιακοί ορισμοί (αχτιναμέδες) στη Νάξο και τις Κυκλάδες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», Φλέα 70 (Απρίλης – Ιούνης 2021), σσ. 91-97.