Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κλήτευση του προσθέτως παρεμβαίνοντος σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη από τον επισπεύδοντα τη δίκη διάδικο

Σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ «Ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη. Σε περίπτωση πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση», κατά δε το άρθρο 82 εδ. γ΄ ΚΠολΔ «Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση». Περαιτέρω, το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπει ότι «Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου», ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει».

Από τη συνδυαστική εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι όποιος παρεμβαίνει προσθέτως σε δίκη, πρέπει να καλείται σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη από τον επισπεύδοντα τη δίκη διάδικο, προκειμένου να ενημερωθεί περί της εξελίξεως της δίκης, να ασκήσει τα υπό του νόμου προβλεπόμενα γι’ αυτόν δικαιώματα και να συμμετάσχει στη διαδικασία, καθόσον και αυτός είναι διάδικος. Άνευ κλητεύσεως του προσθέτως παρεμβαίνοντος, παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3 και 82 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, και δημιουργείται έτσι απαράδεκτο της συζητήσεως για όλους τους διαδίκους, το οποίο μπορεί να προτείνει και ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση διάδικος (81 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ, ως δικονομικό ζήτημα αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Τα ως άνω συνιστούν παγιωμένη θέση τόσο στη θεωρία[1] όσο και στη νομολογία[2]. Χαρακτηριστικές είναι οι παραδοχές που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη των κάτωθι, ενδεικτικά αναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων: «Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 3 και 82 εδ. γ΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος παρεμβαίνει προσθέτως στην πρωτόδικη δίκη προκειμένου να ενημερωθεί περί της εξελίξεως της δίκης και να ασκήσει τα υπό του νόμου προβλεπόμενα γι’ αυτόν δικαιώματα, πρέπει να καλείται να συμμετάσχει στη διαδικασία, η οποία ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, καθόσον αυτός είναι διάδικος, χωρίς την κλήτευση αυτού που γίνεται, είτε κάτω από το αντίγραφο της εφέσεως, είτε αυτοτελώς, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχει η διάταξη του άρθρου 82 ΚΠολΔ και δημιουργείται έτσι απαράδεκτο της συζητήσεως της εφέσεως, το οποίο μπορεί να προτείνει και ο υπέρ η παρέμβαση διάδικος, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται περί δικονομικού ζητήματος που αφορά την προδικασία (ΑΠ 1049/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 18/2008 Δ39 (2008) 6541, ΑΠ 1513/2007 ΝοΒ 56 (2008) 1848, ΑΠ 870/2005 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1314/2002 ΕλΔνη 44 (2003) 497, ΑΠ 227/2000 ΕλΔνη 41 (2000) 971, ΑΠ 1347/1998 (39) 1273, ΕΑ 677/2011, ΕΦΑΔ 2011, 880, ΕΑ 3308/2006 ΕλΔνη 2007 (48) 1496, ΕΑ 3495/2011 ΕλΔνη 2006 (45). 599, ΕΑ 7504/2001 ΕλΔνη 2002 (43) 1490 ΕΑ 9231/2001 ΕλΔνη 43 (2004) 248 ΕφΠατρ 461/2009 ΑΧΝομ 2010,354, ΕφΠατρ 1314/2007 ΑΧΝομ 2008 479 ΕφΔωδ 161/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 222/2006 ΝΟΜΟΣ)[3]». «Κατά το άρθρο 82 εδ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α΄ του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν’ ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι “Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει” και με εκείνη του άρθρου 558 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ’ αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης. Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 972/2014, 910/2013). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. ασκούνται με ιδιαίτερο δικόγραφο, αντίγραφο του οποίου επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους[4]».

Τέλος, επισημαίνεται ότι ως διαδικαστική πράξη νοείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους ή της δικαστικής αρχής που είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Τέτοια είναι λ.χ. η αναβολή της συζήτησης, η κατάθεση προτάσεων, η συζήτηση της υποθέσεως, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου προς επανάληψη ματαιωθείσας συζητήσεως, η έκδοση και η δημοσίευση προδικαστικής αποφάσεως, η αίτηση προς τον Εισηγητή Δικαστή για καθορισμό τόπου και χρόνου διεξαγωγής αποδείξεων, η εξέταση μάρτυρα, η κατάθεση κλήσεως για καθορισμό δικασίμου της μετ’ απόδειξη συζητήσεως, η συζήτηση της υπόθεσης, η έκδοση οριστικής αποφάσεως, η δημοσίευσή της, η κοινοποίησή της, η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λπ.[5].

 

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 201 (υπό άρθρο 81) και σελ. 204 (υπό άρθρο 82), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Άρθρα 1-220, Αθήνα 1996, σελ. 573 (υπό άρθρο 81) και σελ. 584 (υπό άρθρο 82), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 191 (υπό άρθρο 81) και σελ. 192 (υπό άρθρο 82).

[2] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 194/2016, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 1185/2015, ΑΠ 700/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 910/2013, ΑΠ 1282/2013, ΑΠ 1328/2012, ΑΠ 308/2011, ΕφΘεσσ 1426/2011, ΑΠ 469/2010. ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1163/2010, ΑΠ 1406/2010, ΑΠ 82/2009, ΑΠ 445/2009, ΑΠ 151/2008, ΑΠ 18/2008, ΑΠ 1404/2008, ΕφΔωδ 161/2008, ΑΠ 133/2007, ΑΠ 372/2007, ΕφΠατρ 1314/2007, ΑΠ 1170/2006, ΑΠ 1562/2006, ΕφΛαρ 141/2006, ΕφΔωδ 222/2006, ΕφΑθ 3308/2006, ΑΠ 377/2005, ΑΠ 870/2005, ΕφΛαρ 54/2005, ΕφΠατρ 139/2005, ΑΟ 408/2004, ΕφΠατρ 225/2004, ΑΠ 894/2003, ΑΠ 1314/2002, ΕφΠειρ 905/2001, ΕφΑθ 7504/2001, ΑΠ 227/2000, ΕφΘεσσ 977/2000, ΕφΑθ 1214/2000, ΕφΑθ 10197/1995, ΕφΑθ 1712/1988, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 139/2015, ΕφΛαρ 432/2007, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1347/1998, ΕλλΔνη 40, σελ. 139, ΑΠ 216/1998, ΕλλΔνη 39, σελ. 1273, ΕφΠατρ 631/1996, ΑχΝομ 1997, σελ. 98, ΕφΑθ 2007/1993, ΑρχΝ 44, σελ. 576, ΕφΑθ 3370/1992, ΕλλΔνη 34, σελ. 1636, ΕφΑθ 5211/1986, ΕλλΔνη 1986, σελ. 1359.

[3] Βλ. ΑΠ 139/2015, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[4] Βλ. ΑΠ 194/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[5] Βλ. Α. Δανηλάτου, Παραγραφή & Προθεσμίες κατά τον Αστικό Κώδικα, Ερμηνεία – Νομολογία – Διαγράμματα ελέγχου ενεργειών, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 14 καθώς και Κ. Μπέη, Οι διαδικαστικές πράξεις, Δίκη 12, σελ. 504 επ., και ενδεικτικά ΕιρΘεσσ 8292/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί