Κτήση νομής με κληρονομική διαδοχή (983 ΑΚ)
Σύμφωνα με το άρθρο 983 ΑΚ, «η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα». Το νόημα της διατάξεως αυτής είναι ότι με το θάνατο του νομέα η νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων μεταβαίνει αυτοδικαίως στον κληρονόμο (ακόμη και στον κυοφορούμενο), χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει αυτός φυσική εξουσία πάνω στα πράγματα, ακόμη και αν αγνοεί το θάνατο του κληρονομούμενου ή την ύπαρξη των πραγμάτων ή την ιδιότητά του ως κληρονόμου[1], πλην όμως η πλασματική αυτή νομή του κληρονόμου προϋποθέτει, αφενός μεν ότι και ο κληρονομούμενος ήταν νομέας κατά το χρόνο του θανάτου του – με συνέπεια αν ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν είχε τη νομή για οποιοδήποτε λόγο δεν αποκτά αυτή και ο κληρονόμος του[2] – αφετέρου δε ότι κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή συντρέχει η ιδιότητα του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου.
Όπως παρατηρείται[3], λέγοντας ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, ασφαλώς δεν εννοείται ότι ο κληρονόμος αποκτά αυτομάτως τη φυσική εξουσία πάνω στα πράγματα της κληρονομίας, γιατί κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Απλώς, ο νόμος αναγνωρίζει στον κληρονόμο την ιδιότητα του νομέα, με όλες τις έννομες συνέπειες που πηγάζουν από αυτήν, ήτοι του προσπορίζει τη νομική θέση που είχε ο κληρονομούμενος ως προς το πράγμα, κατοχυρώνοντας γι’ αυτόν κυρίως τη νομική προστασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 984 επ. ΑΚ. Για να αποκτήσει ο κληρονόμος και φυσική εξουσία, πρέπει να καταλάβει σωματικά το πράγμα. Άλλωστε, η νομή είναι αφενός πραγματική κατάσταση και αφετέρου δικαίωμα. Η πραγματική κατάσταση δε δύναται να μεταβιβαστεί στους κληρονόμους, καθότι η φυσική εξουσίαση του πράγματος καταλύεται με το θάνατο του νομέα. Κατά συνέπεια, το νόημα της διατάξεως του άρθρου 983 ΑΚ συνίσταται στο ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πια αυτός να επιβληθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα, τη δική του σωματική εξουσία.
Περαιτέρω, η μεταβίβαση της νομής στον κληρονόμο επέρχεται, σύμφωνα με τις αρχές για την κληρονομική διαδοχή (1710 παρ. 1 ΑΚ), με και από το θάνατο του κληρονομούμενου, δηλαδή και πριν από τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας (1193 ΑΚ) ή του κληρονομητηρίου (1195 εδ. β΄ ΑΚ), διότι η μεταγραφή αποτελεί κατά το νόμο (1198 ΑΚ) αναγκαία προϋπόθεση μόνο για την κτήση της κυριότητας, όχι και για την κτήση της νομής[4]. Ο κληρονόμος, αφού υπεισέρχεται στις περιουσιακές σχέσεις του κληρονομούμενου, αποκτά την ίδια ακριβώς νομή ή κατοχή που είχε ο κληρονομούμενος κατά το θάνατό του. Οι σπουδαιότερες συνέπειες της ρύθμισης αυτής είναι: α) Ο κληρονόμος προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη νομή ή κατοχή και αν ακόμη δεν απέκτησε φυσική εξουσία πάνω στα κληρονομιαία πράγματα. Αν τα πράγματα αυτά αφαιρέσει κάποιος τρίτος (αδιάφορα εάν τούτο χώρησε καλόπιστα ή κακόπιστα), τότε η νομή του τελευταίου είναι επιλήψιμη (984 ΑΚ), και το πράγμα θεωρείται ότι ξέφυγε από τη νομή του κυρίου «με κλοπή ή απώλεια» κατά τη 1038 ΑΚ[5]. β) Αν ο κληρονομούμενος είχε, πριν πεθάνει, εκβληθεί από τη νομή ή κατοχή, ο κληρονόμος στην πραγματικότητα κληρονομεί τις αξιώσεις που στηρίζονται στη νομή (987, 989 ΑΚ) ή κατοχή (997 ΑΚ), εφόσον βεβαίως δε συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής του ενός έτους που προβλέπει η 992 ΑΚ. γ) Αν η νομή του κληρονομούμενου ήταν ελαττωματική, το ελάττωμα βαρύνει και τη νομή του κληρονόμου. Ειδικότερα, εάν ο κληρονομούμενος είχε επιλήψιμη νομή, επιλήψιμος νομέας είναι και ο κληρονόμος, ακόμη κι αν αγνοούσε το ελάττωμα της νομής του κληρονομούμενου (984 παρ. 2 εδ. β΄ ΑΚ). Εάν ο κληρονομούμενος ήταν νομέας κινητού, το οποίο είχε εκφύγει από τα χέρια του κυρίου με κλοπή ή απώλεια, ο καλόπιστος τρίτος στον οποίο ο κληρονόμος εκποίησε ενδεχομένως το πράγμα δεν αποκτά κυριότητα (1038 ΑΚ), εκτός εάν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της 1039 ΑΚ. δ) Ο κληρονόμος διαδέχεται τη νομή ή κατοχή του κληρονομούμενου, έστω και αν αυτή στηρίζεται σε δικαίωμα ακληρονόμητο που αποσβέστηκε με το θάνατο του δικαιούχου (λ.χ. αμεταβίβαστη επικαρπία, οίκηση, περιορισμένη προσωπική δουλεία). ε) Ο κληρονόμος διαδέχεται μαζί με τη νομή ή κατοχή και τις συναρτώμενες με αυτή στο νόμο υποχρεώσεις (924 παρ. 1, 925, 1006 ΑΚ).
Τέλος, σημειωτέον ότι ο όρος «νομή» στην 983 ΑΚ πρέπει να νοηθεί με την ευρεία έννοιά του, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα διάφορα είδη νομής (καθολική νομή, οιονεί νομή, συννομή, νομή μέρους πράγματος) αλλά και την κατοχή[6]. Το κληρονομητό της κατοχής ανταποκρίνεται αφενός στο σκοπό της 983 ΑΚ και αφετέρου στην αρχή του κληρονομητού όλων των περιουσιακών σχέσεων (1710 παρ. 1 ΑΚ). Επομένως, εφόσον ο κληρονομούμενος είχε το πράγμα στην κατοχή του ως μισθωτής, θεματοφύλακας, χρησάμενος κ.λπ., και ο κληρονόμος θεωρείται κάτοχος και «έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής» (997 ΑΚ), ανεξάρτητα εάν απέκτησε τη φυσική εξουσία του πράγματος και εάν γνώριζε ή αγνοούσε το θάνατο του κληρονομούμενου, την ύπαρξη του πράγματος ή το ότι καλείται στην κληρονομία.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Απ. Σ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, Ι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1991, σελ. 182 επ., Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Ημίτομος Α΄, Εμπράγματο Δίκαιο, Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, σελ. 201 επ. (υπό άρθρο 983).
[2] Βλ. Μπαλή, Κληρονομικό Δίκαιο, §4, ΑΠ 679/1994, ΕλλΔικ 37, σελ. 65, ΕφΘεσσ 1242/1988, Αρμ 43, σελ. 1205, ΕφΘεσσ 756/1985, Αρμ 40, σελ. 677.
[3] Βλ. ΕιρΧαν 92/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[4] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 7331/2010, ΕφΑΔ 2011, σελ. 529, ΑΠ 733/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 165/2004, ΧρΙΔ 4, σελ. 523, ΑΠ 984/2002, ΕλλΔνη 44, σελ. 1345, ΕφΠατρ 900/1997, ΑχΝομ 1998, σελ. 289, ΕφΑθ 1579/1986, ΕλλΔνη 27, σελ. 658, ΑΠ 577/1969, ΝοΒ 18, σελ. 305.
[5] Βλ. Μπαλή, Κληρονομικό Δίκαιο, παρ. 224, Απ. Σ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, κάτω από το άρθρο 983 αρ. 1, 2, 3, 7, 8 και τις εκεί παραπομπές στους συγγραφείς και τη νομολογία.
[6] Βλ. ΕιρΑθ 2407/1979, ΕΕΝ 46, σελ. 818, ΕιρΛεβ 22/1979, ΕλλΔνη 1979, σελ. 636, ΠρΙωανν 1/1962, ΕΕΝ 29, σελ. 943, ΠρΜυτ 969/1954, ΝοΒ 3, σελ. 472.