Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μη καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης κατόπιν υποβολής μήνυσης ή άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του εργαζομένου. Η έννοια της απαλλαγής του τελευταίου και οι συνέπειές της

Όταν καταγγέλλεται μια σύμβαση εργασίας, το πρώτο ζήτημα  που απασχολεί στην πράξη τον εργαζόμενο είναι να διαπιστώσει το σύννομο ή όχι της καταγγελίας, καθώς και να εισπράξει το χρηματικό ποσό, το οποίο ανάλογα με τις συγκεκριμένες σε κάθε περίπτωση περιστάσεις, όπως παραδείγματος χάριν το συνολικό χρόνο απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, την ύπαρξη ή μη σχετικής προγενέστερης της απόλυσης γνωστοποίησης, προσδιορίζεται και συνιστά την αποζημίωση για την απόλυσή του. Εκ του Νόμου η καταβολή της πλήρους αποζημίωσης στον εργαζόμενο έχει αναχθεί σε ουσιώδη όρο για την κατάφαση της νομιμότητας και εγκυρότητάς της.

Εντοπίζονται, ωστόσο, ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η απόλυση του εργαζομένου δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη νόμιμη αποζημίωσή του χωρίς να εγείρονται ζητήματα ακυρότητας της σχετικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Στις περιπτώσεις αυτές εντάσσονται ενδεικτικά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συνεπεία ανωτέρας βίας, όπως παραδείγματος χάριν όταν η διακοπή των εργασιών της επιχείρησης οφείλεται σε πυρκαγιά ή άλλο περιστατικό ανωτέρας βίας, για το οποίο εργοδότης δεν είναι ασφαλισμένος κατά των συναφών κινδύνων, η καταγγελία λόγω πτώχευσης της επιχείρησης καθώς και λόγω σκόπιμης αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εργαζομένου, ο οποίος δεν εκπληρώνει ή εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις αποσκοπώντας  στο να εξαναγκάσει τον εργοδότη να προβεί σε καταγγελία ώστε να εισπράξει από τον τελευταίο την αποζημίωση απόλυσής του. Ίσως, όμως, η πιο κρίσιμη περίπτωση απαλλαγής του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, να είναι εκείνη της προηγούμενης υποβολής μήνυσης ή άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του εργαζομένου.

Πιο συγκεκριμένα, ενόψει του άρθρου 5 Ν.2112/1920 καθίσταται ευκρινές ότι αν προγενέστερα της καταγγελίας έχει λάβει χώρα ένα από τα προαναφερθέντα γεγονότα, υποβολή μήνυσης ή άσκηση ποινικής δίωξης, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς μάλιστα να τηρήσει την εκ του Νόμου τεθείσα προθεσμία ή προειδοποίηση, και το σημαντικότερο όλων, χωρίς να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση στον εργαζόμενο. Στα πλαίσια της ίδιας διάταξης, γίνεται διάκριση  μεταξύ της διάπραξης  αξιόποινης πράξης κατά την εκτέλεση της εργασίας αφενός και εκτός πλαισίου της εργασιακής σχέσης αφετέρου, εφόσον όμως η δεύτερη χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ως πλημμέλημα. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι η ποινικώς κολάσιμη πράξη δεν είναι απαραίτητο να προσβάλει αποκλειστικά έννομο αγαθό του εργοδότη, αλλά μπορεί να στρέφεται και κατά τρίτων, όπως τούτο μπορεί να συμβεί στην περίπτωση εξύβρισης συναδέλφου για παράδειγμα. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει η αξιόποινη πράξη να επηρεάζει δυσμενώς τη σχέση εργασίας, οπότε συνάγεται ότι όταν η καταγγελία δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της διάπραξης αδικήματος αλλά πηγάζει από άλλα αίτια, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, τότε δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρύθμισης, αλλά ασκείται καταχρηστικά και δεν οδηγεί σε απαλλαγή εκ της υποχρέωσης για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Σημειώνεται, σε αυτό το σημείο ότι εάν ο εργαζόμενος-κατηγορούμενος αθωωθεί με βούλευμα ή δικαστική απόφαση τότε δεν επέρχεται ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας, ούτε βέβαια αναβιώνει αυτομάτως η λυθείσα εργασιακή σχέση, αλλά δημιουργείται αξίωση για καταβολή της αποζημίωσης από τον εργοδότη. Στο εννοιολογικό περιεχόμενο της «απαλλαγής» του εργαζόμενου από την εκάστοτε κατηγορία για τέλεση αδικήματος εντάσσεται κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη μόνο η επί της ουσίας αθώωσή του. Ως ουσία αθώωση νοείται η δικαιοδοτική κρίση επί τη βάσει του αβασίμου της ποινικής κατηγορίας, όταν δεν πληρείται δηλαδή η αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση της εκάστοτε αξιόποινης πράξης, η απαλλαγή λόγω αμφιβολιών καθώς και επί συνδρομής λόγων που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή τον καταλογισμό. Σε αντιδιαστολή, δεν συνιστούν κατ’ ουσίαν αθώωση του εργαζομένου-κατηγορουμένου η απαλλαγή του από την εκάστοτε κατηγορία λόγω κήρυξης της ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης ή λόγω αποκλεισμού επιβολής ποινής, όταν για παράδειγμα έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος, όταν δεν έχει υποβληθεί έγκληση ή έχει λάβει χώρα παραίτηση από την υποβολή της στα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, με συνέπεια, παρά την απαλλαγή του, ο εργαζόμενος να μην δικαιούται αποζημίωση απόλυσης. Στις  περιπτώσεις , τέλος, οι οποίες ως άνω εκφεύγουν της κατ’ ουσία αθώωσης, το υποστατό ή μη της κατηγορίας εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο δικάζει επί αιτήματος του πλέον απαλλαχθέντος από την ποινική κατηγορία εργαζομένου επί της αξίωσής του για καταβολή προς αυτόν αποζημίωσης εκ μέρους του εργοδότη. Εάν η κρίση του πολιτικού Δικαστηρίου θεμελιωθεί επί του υποστατού της κατηγορίας, καθίσταται προφανές ότι δεν οφείλεται αποζημίωση εκ μέρους του εργοδότη και ότι η γενομένη καταγγελία θεωρείται καθόλα έγκυρη. Σε διαφορετική περίπτωση, ο εργαζόμενος δικαιούται να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσής του.

Ιωάννης Μπάλλιας,

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί