Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ο ρόλος του Δικαστή στις δίκες των υπερχρεωμένων όπου εφαρμόζεται η εκουσία δικαιοδοσία – ειδικά στις περιπτώσεις αοριστίας (απόσπασμα από την νομική σκέψη της απόφασης υπ’ αριθμ. 78/2016 από του ΕιρΜασσητος – δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 236 ΚΠολΔ «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στην διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθρο 741 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 751 ΚΠολΔ ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις κατά την συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρο 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36,σελ.1601, ΕφΑΘ 2188/2008, ΕφΑΘ 4462/2002,  ΕφΑΘ 2735/00,  ΕιρΑλεξ 19/2014, ΕιρΚορ 121/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS).

 Συνεπώς στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση κατά την συζήτηση και καταχώρηση της στα πρακτικά (άρθρα 238 και 256 ΚΠολΔ), αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε να προκαλείται μεταβολή της αίτησης, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή, θα πρέπει να γίνεται με την άδεια του δικαστή, κατά το μέτρο που η μεταβολή δεν βλάπτει συμφέροντα των συμμετεχόντων στην δίκη ή τρίτων.

Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος(ΕφΑΘ 1639/07, ΕιρΠατρ 25/2013, ΕιρΑλεξ 19/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υπόθεσης στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στην λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών, ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 ΚΠολΔ). Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στην συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο Ειρηνοδικείο δε και προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο κατά το άρθρο 115 παρ. 3 ΚΠολΔ, των αναφερόμενων στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ πραγματικών στοιχείων των αιτήσεων (ΑΠ 1131/1987, ΝοΒ 36, σελ.  1601,  ΕφΑΘ 2188/2008,  ΕφΑΘ 4462/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα/ Κονδύλη/ Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 747, αρ. 7, σελ. 1485 – 1486, με τις εκεί αναφερόμενες νομολογιακές παραπομπές).

Επομένως στο πλαίσιο αυτό ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων, που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλεί το απαράδεκτο της αίτησης. Στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας αφενός εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ) και αφετέρου δεν ισχύει το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 224 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 εδ. γ’ του Ν. 3869/2010 ο αιτών «Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4». Η θεσμοθετημένη αυτή υποχρέωση του αιτούντος ισχύει τόσο πριν όσο και μετά από την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και επομένως η διαδικασία του Ν. 3869/2010 είναι πρόδηλο ότι παρακολουθεί τις μεταβολές της ζώσας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας του αιτούντος, η οποία ενδιαφέρει, προκειμένου να ληφθεί υπόψη στην τελική διαμόρφωση της ρύθμισης, και εκ του λόγου τούτου όχι μόνο δεν εμποδίζονται δικονομικά, αλλά επιβάλλεται να αποτυπωθούν είτε με δήλωση εκτός είτε με δήλωση στο ακροατήριο, έστω και αν αυτό σημαίνει μεταβολή της ιστορικής βάσης της αίτησης.

Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (ΕιρΠαρ 1/2015, ΕιρΑλεξ 19/2014, ΕιρΚαβ 161/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και συντομίας, από την οποία κυριαρχείται. Η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και άρα είναι απεριόριστη.

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί