Περί του ιδιόρρυθμου τρόπου κτήσεως από Ιερά Μονή της Εκκλησίας της Κρήτης της κυριότητας επί της περιουσίας που αποκτάται από μοναχό της, μετά την απόκαρσή του, και περί της δυνατότητας κτήσης κυριότητας ακινήτου ανήκοντος σε Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία (ΟλΑΠ 15/2017)
Η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 15/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου[1] διέλαβε τα κάτωθι ενδιαφέροντα, αναφορικά με τον ιδιόρρυθμο (sui generis) τρόπο κτήσεως από Ιερά Μονή της Εκκλησίας της Κρήτης της κυριότητας επί της περιουσίας που αποκτά μοναχός της μετά την απόκαρσή του[2], καθώς και με τα ισχύοντα ως προς τη δυνατότητα κτήσης κυριότητας ακινήτου ανήκοντος σε Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία[3]:
«…Κατά τη διάταξη του άρθρου 124 του ν. 4149/1961 “Περί του Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτει Ορθοδόξου Εκκλησίας” “πάσα περιουσία ην ο μοναχός αποκτά μετά την απόκαρσιν εξ ιδίας εργασίας ανήκει εις την μονήν, αυτός δε έχει μόνον την κάρπωσιν αυτής, εκ δε της περιουσίας ην άλλως πως αποκτά μετά την απόκαρσιν, το δε δίμοιρον δύναται κατά βούλησιν να διαθέτει εν ζωή ή αιτία θανάτου, το δε τρίτον προσκυρούται τη μονή. Επί τη μη τυχόν διαθέσει, εν ζωή ή αιτία θανάτου, του διμοίρου ή μέρους αυτού, το μη διατεθέν περιέρχεται τη μονή, εκτός αν συντρέχουν εκ νομίμου γάμου τέκνα, οπότε ταύτα λαμβάνουσι την νόμιμον μοίρα. Επίσης τα αυτά ισχύουσι και επί τη μη διαθέσει περιουσίας κτηθείσης προ της αποκάρσεως”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ο μοναχός Ιεράς Μονής της Εκκλησίας της Κρήτης περιέρχεται, μετά την κουρά του, σε ιδιόρρυθμο καθεστώς δικαιοπρακτικής ικανότητας τόσο ως προς την κτήση όσο και ως προς την “εν ζωή αλλά και αιτία θανάτου” διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων. Ειδικότερα, με την παραπάνω διάταξη ορίζεται ρητώς, ως προς τα μετά την κουρά, εξ ιδίας [σωματικής ή πνευματικής και, σε κάθε περίπτωση, συνάδουσας προς τη μοναχικής ιδιότητα] εργασίας του μοναχού, της εν λόγω Εκκλησίας της Κρήτης, αποκτώμενα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία αφορά η κρινομένη διαφορά, ότι η μεν ψιλή κυριότητα αυτών “ανήκει” στη μονή, η δε επικαρπία διατηρείται από το μοναχό, [και προδήλως ενώνεται με την ψιλή κυριότητα μετά το θάνατο αυτού]. Κατά την αληθή έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 124 καθιερώνεται, δια της διαλαμβανομένης σ’ αυτήν διατυπώσεως, “πάσα περιουσία ην ο μοναχός αποκτά, μετά την απόκαρσιν, εξ ιδίας εργασίας ανήκει εις την μονήν”, ιδιόρρυθμος τρόπος (sui generis) κτήσεως από τη μονή της κυριότητας της, μετά την απόκαρσιν, αποκτωμένης περιουσίας του μοναχού, κατά τον οποίο (τρόπο) η ψιλή κυριότητα αυτής περιέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) και χωρίς άλλη διαδικασία στη μονή, ζώντος του μοναχού, και όχι μετά το θάνατό του. Η κτήση αυτή είναι σύγχρονος με την απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου από το μοναχό και η αιτία μεταγωγής της ψιλής κυριότητος από το μοναχό στη μονή είναι όχι “κληρονομικώ δικαιώματι” αλλά εκ του νόμου ώστε, συνακολούθως, να μην απαιτείται η κατάρτιση σχετικού, συστατικού ή αποδεικτικού, εγγράφου ή μεταγραφή, η δια της οποίας (μεταγραφής) σκοπουμένη δημοσιότητα εξασφαλίζεται δια της αναγραφής της μοναχικής ιδιότητος στη μεταγραφείσα σχετική μεταβιβαστική δικαιοπραξία. Υπέρ της κατά τα άνω απόψεως συνηγορεί (και) η γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως από την οποία, και ειδικότερα από την χρήση των ρημάτων “ανήκει” “προσκύρουνται” και “περιέρχεται”, καταδεικνύεται η βούληση του νομοθέτη προς διαφορετική αντιμετώπιση των, μετά την κουρά, αποκτωμένων από το μοναχό Ιεράς Μονής της Εκκλησίας της Κρήτης περιουσιακών στοιχείων με την πρόβλεψη α) δια μεν των ισοδυνάμων (όρων) ρημάτων “ανήκει” και “προσκυρούται” της αυτοδίκαιης (ipso jure) και χωρίς τη διενέργεια άλλη διατυπώσεως (αποδοχή – μεταγραφή) κτήσεως από τη μονή της ψιλής κυριότητας και κυριότητας αντίστοιχα του συνόλου των εξ ιδίας εργασίας κτωμένων περιουσιακών στοιχείων για την πρώτη περίπτωση (της ψιλής κυριότητας) και του 1/3 των “εξ άλλης αιτίας,” κτηθέντων, για τη δεύτερη περίπτωση (της κυριότητας) β) δια δε του όρου “περιέρχεται” την, κατά τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου, περιέλευση στη μονή του μη (εν ζωή η αιτία θανάτου) διατεθέντος, ολοκλήρου ή μέρους (των 2/3) της εξ άλλης αιτίας, αποκτηθείσας περιουσίας του μοναχού. Πρέπει να σημειωθεί ότι, η, αυτοδίκαιη (ipso jure) περιέλευση στη μονή της μετά την κουρά από το μοναχό κτηθείσας περιουσίας προβλέπεται και από τις συνηγορούσες υπέρ της κατά τα άνω ερμηνείας (ανάλογες) διατάξεις του άρθρου 18 ν. ΓΥΙΔ/1909 και 101 του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ) για τους μοναχούς της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Αγίου Όρους αντίστοιχα αναφορικά με τα από τους μοναχούς αυτούς εκ χαριστικής αιτίας (για τους πρώτους) και, ανεξαρτήτως αιτίας, για τους δευτέρους αποκτώμενα περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω, στη διάταξη και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., ρητώς ορίζεται ότι “τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξάμενη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους …”. Επίσης στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 “περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων” ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του ΝΔ/τος 3432/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΔΕΠ νομοθεσίας” εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ιερών Μονών η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας, αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος κατά το άρθρο 62 παρ. 4 του Ν.580/1977 “περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος” οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1938, “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι μονές. Η λήξη κάθε παραγραφής ως προς το χρόνο της χρησικτησίας ανεστάλη με τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912 από 12-9-1915 μέχρι και του έτους 1930.
Συνεπώς για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο, που ανήκει σε Ιερά Μονή, με έκτακτη χρησικτησία και προς παραγραφή της εμπραγμάτου αξιώσεως της Μονής επί ακινήτου αυτής απαιτείται να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915, χρόνος νομής σαράντα ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Η προστασία αυτή ισχύει για όλες ανεξαίρετα τις Ιερές μονές, που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, είτε ανήκουν στα όρια της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε σε άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Επομένως, ισχύουν και για τις μονές της Εκκλησίας της Κρήτης. […]
Με τον ενώπιον της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου παραπεμφθέντα τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινομένης αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την, προς θεμελίωση αυτής, επίκληση των παραπάνω υπό στοιχ. Ι της παρούσας εκτιθεμένων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το φερόμενο ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας ως άνω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “…..Πριν το έτος 1940 η κατά κόσμον Α. Ε. Π. (Μ.), εκάρη μοναχή στο … του Αγίου …. Στη συνέχεια εγκαταβίωσε στο Ιερό προσκύνημα … μέχρι το έτος 1980 όταν και απεβίωσε και ετάφη στο χώρο της Μονής…..
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η μοναχή Μ., κατά το χρόνο της διαμονής της στη Μονή, δια της εργασίας της, απέκτησε ακίνητη περιουσία. Ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του 1940 και προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 απέκτησε με μία σειρά άτυπων αγορών ένα αγροτικό ακίνητο στη θέση … συνολικής έκτασης 21.096 τ.μ.. Έτσι, έγινε κυρία του ακινήτου αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού το νεμόταν και το κατείχε καλλιεργώντας και συλλέγουσα τους καρπούς τους για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Ήτοι ήταν κυρία αυτού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Περαιτέρω, από την εργασία της στα αγροτικά ακίνητα είχε χρήματα και προέβη στην αγορά, δυνάμει των …/1970 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Ηρακλείου και Καστελίου Μ. Μ. και Ε. Τ. αντίστοιχα, … νόμιμα μεταγραφέντων ενός ακινήτου ευρισκομένου στη θέση “…” η “…” συνολικής έκτασης 2.897,34 τ.μ. … Η εναγομένη, μετά το θάνατο της μοναχής (Μ.) κατέλαβε τα ακίνητα αυτά και από τότε μέχρι σήμερα τα κατέχει. Σύμφωνα όμως με τις προηγούμενες σκέψεις, από της αποκτήσεως των ακινήτων από την μοναχή, η κυριότητα των ακίνητων ανήκει αυτοδικαίως στην Ιερά Μονή, είτε αυτό θεωρηθεί ιδιόρρυθμος (sui generis) τρόπος κτήσης κυριότητας, είτε θεωρηθεί ότι ο μοναχός λειτουργεί εν προκειμένω ως διαμετακομιστικό όργανο, τα ακίνητα αυτά το μεν πρώτο, του οποίου απέκτησε την κυριότητα η μοναχή από το τέλος της δεκαετίας του 1970 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ του νόμου ανήκαν στην κυριότητα της μονής από τότε, αφού αποκτήθηκε από εισοδήματα εκ της εργασίας της στη μονή. Το άλλο ακίνητο στο οποίο απέκτησε την κυριότητα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων το έτος 1970 ανήκε με την κτήση της κυριότητας του στην Μονή που εγκαταβιούσε ή έστω ανήκε σε αυτή από τη νόμιμη σύστασή της (Μονής) το 1976 και δεν χρειάζεται αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς, αφού δεν είναι κληρονομιαία ακίνητα. Ως μοναστηριακά δε δεν υπόκεινται σε χρησικτησία και αν ακόμη αποβλήθηκε η Μονή από τη νομή, η τελευταία θεωρείται ότι εξακολουθεί να έχει πλασματική νομή επί των ακινήτων και η εναγομένη, η οποία κατέλαβε τα ακίνητα δεν μπορεί να αποκτήσει κυριότητα με χρησικτησία”. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, κατ’ αποδοχή της από τους αναιρεσιβλήτους ασκηθείσας εφέσεως κατά της αντιθέτως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (102/2008 Π.Πρ.Ηρ.)[4], έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη, από 15-4-2007, διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή του πρώτου εξ αυτών (ΟΔΜΠ Ν.Ηρακλείου), απορρίπτοντας τον από την εναγομένη – αναιρεσείουσα προβληθέντα ισχυρισμό αυτής περί αποκτήσεως δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του αρθ. 124 του ν. 4149/1961 δεχθείσα, ορθώς, ότι, τα επίδικα ακίνητα ήταν ανεπίδεκτα της από την εναγομένη – αναιρεσείουσα επικαλούμενης χρησικτησίας, λόγω του μοναστηριακού χαρακτήρα αυτών, κτηθέντος (από την ως άνω Ιερά Μονή) αυτοδικαίως και συγχρόνως με την [και από την αναιρεσείουσα – εναγόμενη συνομολογούμενη] κατά κυριότητα απόκτηση αυτών (ακινήτων) από τη μοναχή Ν. Π. (το μεν πρώτο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το δε δεύτερο κατά το έτος 1970), δια της ipso jure περιελεύσεως έκτοτε σ’ αυτήν (Μονή) της ψιλής κυριότητας των εν λόγω ακινήτων, για την ολοκλήρωση της οποίας (περιελεύσεως) δεν ήταν απαραίτητη, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η από την Ιερά Μονή ενέργεια οποιασδήποτε άλλης διατυπώσεως (κατάρτιση αποδεικτικών ή συστατικών εγγράφων αποδοχής, μεταγραφής κληρονομιάς), όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δια της προβαλλόμενης ως άνω αιτιάσεως, με αποτέλεσμα να μην ασκεί έννομη επιρροή η πλέον της 20ετίας, “διανοία κυρίου” νομή αυτών από την τελευταία (αναιρεσείουσα), καθόσον η εκ των αναιρεσιβλήτων – εναγουσών Ιερά Μονή εξακολούθησε, και μετά την εξ αυτής (νομής) αποβολή της, που έλαβε χώρα το έτος 1980, αμέσως μετά το θάνατο της ως άνω μοναχής, να θεωρείται πλασματικός νομέας των τελευταίων (ακινήτων) καθιστώντας ανεπίτρεπτη τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, κατ’ εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 62 παρ. 4 ν. 580/1977 σε συνδ. με άρθρα 21 Ν.Δ. 22-4/16-5/1926, 4, 23 ΑΝ 1539/1938 και 17 παρ. 3 ΝΔ 3432/1955. Υπό τις ως άνω πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του ερμηνευθέντος και εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη, από το αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει, κρινομένης απορριπτέας ως αβασίμου της παραπεμφθείσας ως άνω, από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάσεως, να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Γ’ Πολιτικό Τμήμα, προκειμένου να ερευνηθούν και οι προβαλλόμενοι λοιποί αναιρετικοί λόγοι, ως προς τη διερεύνηση των οποίων αυτό (τμήμα) επιφυλάχθηκε…».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. ΟλΑΠ 15/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΤΝΠ ΔΣΑ.
[2] Πρβλ. και Ι. Μ. Κονιδάρη, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2000, σελ. 248-249, Σπ. Τρωιάνο, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, β΄ έκδοση, Έκδοση Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1984, σελ. 534-535.
[3] Επ’ αυτού του ζητήματος, βλ. ενδεικτικά και ΑΠ 1145/2011, ΑΠ 1338/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 815/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΙωανν 137/2008, ΜονΠρΤρικ 223/2006, ΕφΠειρ 124/2005, ΠολΠρΤρικ 1/2002, ΜονΠρΘεσσ 13441/1997, ΠολΠρΘεσσ 25442/1995, ΠολΠρΚαβ 354/1994, ΤΝΠ ΔΣΑ.
[4] Βλ. ΠολΠρΗρακλ 102/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΑρχΝ 2008, σελ. 489, με σημείωση Χρ. Νικολαΐδη, ΑρχΝ 2008, σελ. 492.