Περιγραφικά Σήματα (άρθρο 3 §1 περ.γ΄ Ν. 2239/1994 «Περί Σημάτων»)
Σύμφωνα με το άρθρο 3 §1 περ. γ΄ του Ν. 2239/1994 («Περί Σημάτων»), «Δεν καταχωρούνται ως σήματα σημεία τα οποία… γ) συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, των ιδιοτήτων, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προελεύσεως ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας». Δυνάμει της ανωτέρω διάταξης εισάγεται λόγος απολύτου απαραδέκτου των λεγόμενων «περιγραφικών σημάτων», όπερ σημαίνει ότι αποκλείεται η κτήση δικαιώματος επ’ αυτών ή δικαιολογείται μετά την καταχώριση η διαγραφή τους, με τον έλεγχο μάλιστα από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων (ΔΕΣ) για τη συνδρομή του ως άνω απαραδέκτου να χωρεί αυτεπαγγέλτως.
Προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό ενός σήματος ως περιγραφικού είναι α) σημείο, β) το οποίο κατά την αντίληψη των συναλλαγών, γ) έχει αποκλειστικά περιγραφικό χαρακτήρα, δ) σε σχέση με τα δηλούμενα προϊόντα ή υπηρεσίες[1]. Όπως προκύπτει από τη φράση «άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας», η απαρίθμηση από το νόμο των περιπτώσεων περιγραφικών ενδείξεων είναι ενδεικτική. Υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα περιγραφικών ενδείξεων που σχετίζονται με το είδος των δηλούμενων προϊόντων ή υπηρεσιών (λ.χ. ποδήλατο, αυτοκίνητο, computer, στρώμα), τις ιδιότητες αυτών (λ.χ. λευκαντικό, πικάντικο, φρέσκο), τον προορισμό των προϊόντων/υπηρεσιών αναφορικά με τον τρόπο, χρόνο, τόπο χρήσης τους (λ.χ. σκύλος για σκυλοτροφές, χαρτί υγείας), την ποσότητα (λ.χ. λίτρα, volt), την αξία (λ.χ. ευρώ, φθηνό, ακριβό) κ.λπ..
Όπως έχει κατ’ επανάληψη κριθεί από το ΔΕΕ (πρώην ΔΕΚ)[2], η εν λόγω διάταξη (αντίστοιχη με το άρθρο 3 §1 περ. γ΄ της Οδηγίας 89/104 ΕΚ, με την οποία συμμορφώθηκε ο Έλληνας νομοθέτης εισάγοντας τον Ν. 2239/1994) «επιδιώκει ένα σκοπό γενικού συμφέροντος, που επιβάλλει να μπορούν τα σημεία ή οι ενδείξεις που περιγράφουν τις κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους, ακόμη και ως συλλογικά σήματα ή ως συστατικά μέρη σύνθετων ή γραφικών σημάτων. Επομένως, η διάταξη αυτή εμποδίζει να επιφυλάσσονται τέτοιου είδους σημεία ή ενδείξεις σε μία μόνον επιχείρηση, δυνάμει της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων».
Με σημείο εκκίνησης την ελευθερία χρήσης των περιγραφικών ενδείξεων, το απόλυτο απαράδεκτο αίρεται όταν ο συνδυασμός περιγραφικών συστατικών ενός διακριτικού γνωρίσματος παρουσιάζει αισθητή απόκλιση μεταξύ του συνόλου και των συγκεκριμένων περιγραφικών συστατικών. Ο λεκτικός συνδυασμός πρέπει να παρουσιάζει επαρκή διαφοροποίηση, να είναι δηλαδή ασυνήθιστος και να δημιουργεί εντύπωση ουσιαστικής απόκλισης από τον περιγραφικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να τύχει καταχωρίσεως σύνθετο σήμα, το οποίο μολονότι αποτελείται και από περιγραφικές ενδείξεις, κατά τη συνολική του εντύπωση διακρίνει, κατά την αντίληψη του καταναλωτικού κοινού, τα σημαινόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες. Έτσι, έχει κριθεί νομολογιακά ότι δε συνιστά περιγραφικό σήμα απαράδεκτο προς κατάθεση «σήμα, το οποίο, κατά τη συνολική αυτού εντύπωση, είναι επαρκώς εξειδικευμένο και έχει διακριτική δύναμη, καίτοι συντίθεται, εν μέρει, από σημεία ή λέξεις περιγραφικές του είδους, της ποιότητας και των λοιπών ιδιοτήτων του προϊόντος, το οποίο καλείται να διακρίνει»[3]. Εκ των ανωτέρω φαίνεται να αναδεικνύεται σε καθοριστικό κριτήριο για την κρίση ενός σήματος που περιέχει και περιγραφικές ενδείξεις ως παραδεκτού, ο διακριτικός χαρακτήρας που αυτό φέρει, η δύναμη του δηλαδή να προσδιορίζει το προϊόν για το οποίο ζητείται η καταχώριση ως προερχόμενο από συγκεκριμένη επιχείρηση και επομένως να το διακρίνει από προϊόντα άλλων επιχειρήσεων[4].
Συχνά αμφισβητούμενο είναι το ζήτημα σύνθετων λεκτικών ενδείξεων που απαρτίζονται από περισσότερες περιγραφικές ή κοινόχρηστες λέξεις. Και εδώ γίνεται δεκτό ότι αρκεί η γενική εντύπωση από το συνδυασμό των επιμέρους στοιχείων να μη δημιουργεί την εντύπωση ότι η ένδειξη είναι περιγραφική, έτσι ώστε οι σύνθετες λεκτικές ενδείξεις να απαρτίζουν κάτι το περισσότερο από τα περιγραφικά τμήματά τους.
Τέλος, ιδίως όσον αφορά τις ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος αυτός απαραδέκτου αφορά μόνο τα ατομικά σήματα και όχι τα συλλογικά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25 §2 Ν. 2239/1994. Οι συγκεκριμένες ενδείξεις συχνά δημιουργούν μια παράσταση και προσδοκία ποιότητας και ορισμένων θετικών χαρακτηριστικών στους καταναλωτές και ως εκ τούτου ασκούν μία ισχυρή έλξη. Ο λόγος αυτός απαραδέκτου συμπληρώνεται και από την απαγόρευση μονοπωλήσεως παραπλανητικών ενδείξεων.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Μιχ.-Θεοδ. Δ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2007, σελ. 103-106.
[2] Βλ. νομολογιακά παραδείγματα σε Μιχ.-Θεοδ. Δ. Μαρίνο, όπ.π., σελ. 103 (υποσημ.91).
[3] Βλ. ΣτΕ 1423/2008 με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΕ.
[4] Για τη θεμελιώδη έννοια της «διακριτικής δύναμης» του σήματος, βλ. Μιχ.-Θεοδ. Δ. Μαρίνο, όπ.π., σελ. 40-43 και 88-103.