Ποιος νομιμοποιείται σε άσκηση προσφυγής. Δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ο τρίτος, ο οποίος βαρύνεται από σύμβαση ή διαθήκη είτε ευθύνεται εις ολόκληρον για την πληρωμή της φορολογικής υποχρέωσης, εκτός αν νόμος του παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Δεν είναι τρίτος ο κατά νόμον αλληλεγγύως υπόχρεος, όταν η πράξη έχει εκδοθεί εις βάρος του και κατονομάζεται σε αυτή ρητά. Παραδεκτά ασκήθηκε η ένδικη προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης (ΣτΕ 4166/1999, δημ. ΔΔΙΚΗ 2001, 1418)
Σύμφωνα με το άρθρο 74 § 1 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, ΦΕΚ 116) ορίζει τα εξής: «Δικαίωμα προσφυγής έχει εκείνος που βαρύνεται άμεσα από την πράξη, καθώς και εκείνος στον οποίο παρέχεται ειδικά το δικαίωμα αυτό από τον ουσιαστικό νόμο».
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ορίζει περιοριστικώς τους δικαιουμένους σε άσκηση προσφυγής, ως αμέσως βαρυνόμενος από την πράξη και, ως εκ τούτου, δικαιούμενος σε προσφυγή κατ’ αυτής, νοείται εκείνος μόνον σε βάρος του οποίου εκδίδεται από την αρμόδια αρχή η πράξη αυτή, όχι δε και ο τρίτος, ο οποίος είτε βαρύνεται από σύμβαση ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως είτε ευθύνεται από το νόμο εις ολόκληρον για την πληρωμή της σχετικής φορολογικής υποχρεώσεως, εκτός εάν από τον ουσιαστικό νόμο παρέχεται ειδικώς στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής. Δεν είναι, όμως, τρίτος κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως ο κατά νόμον αλληλεγγύως υπόχρεος, όταν η πράξη έχει εκδοθεί σε βάρος του και κατονομάζεται ο ίδιος ρητώς σε αυτήν ως εις ολόκληρον υπόχρεος για την πληρωμή της φορολογικής υποχρεώσεως.
Συγκεκριμένα επί του ως άνω ζητήματος το ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε τα εξής: «[…] 3.Επειδή, εν προκειμένω, όπως προ κύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι ο Δ/ντής του Η’ Τελωνείου Πειραιά με την υπ` αριθ. 2/8.1.1982 πράξη του καταλόγισε πολλαπλά τέλη δρχ. 16.539.544, διαφυγόντες δασμούς και λοιπούς φόρους δρχ. 4.134.886 και τέλη εκπρόθεσμης καταβολής δρχ. 3.101.165, σε βάρος του Μ.Κ. και του Ηλ.Α., εκτελωνιστού, ως υπαιτίων τέλεσης λαθρεμπορίας, η οποία, φέρεται ότι τελέστηκε με την κατάρτιση και χρησιμοποίηση του Α 095121/24.1.1977 πλαστού πιστοποιητικού κυκλοφορίας Α.6.Ι., προκειμένου τα εμπορεύματα τα αναφερόμενα στην υπ’ αριθ. 135/22.1. 1977 διασάφηση μεταφορτώσεως του Η` Τελωνείου Πειραιά, προέλευσης Χονγκ-Κονγκ και ευρισκόμενα κατά το δηλωτικό TRANSIT στον Πειραιά να εισαχθούν στη Δ. Γερμανία ως Ελληνικά και να τύχουν ανάλογης δασμολογικής μεταχείρισης από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές, χωρίς, όμως, προηγουμένως να καταβληθούν οι αναλογούντες εισαγωγικοί δασμοί και λοιποί φόροι στο Ελληνικό Δημόσιο. Με την ίδια ως άνω πράξη κηρύχτηκε αστικώς και αλληλεγγύως συνυπεύθυνη με τους ως άνω υπαιτίους η εταιρεία ……………………………… ., φερόμενη ως εδρεύουσα στην οδό ……………………. στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Κατά της εν λόγω πράξης άσκησε την από 27.2.1982 προσφυγή η εταιρεία “………… ………………. .” εδρεύουσα στη Δ. Γερμανία, την οποία κατέθεσε, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης, στο Η` Τελωνείο Πειραιά στις 3.3.1982 και την οποία υπογράφει ως πληρεξούσιος ο δικηγόρος A.M., εξουσιοδοτηθείς, προς τούτο με το υπ` αριθ. 16609/1987 πληρεξούσιο της Γενικής Προξένου της Ελλάδας στην Φραγκφούρτη, από τον φερόμενο ως αντιπρόσωπο της Μ.Φ. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη λόγω αναρμοδιότητας, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του κεφαλαίου των τελών εκπρόθεσμης καταβολής και ακολούθως, αφού δέχτηκε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία νομιμοποιούνταν στην άσκηση της ένδικης προσφυγής, καθόσον ήταν η ίδια εταιρεία με την κηρυχθείσα με την πράξη ως αστικώς συνυπεύθυνη και τη φερόμενη στη διασάφηση ως αποστολέα και παραλήπτη των εμπορευμάτων, των οποίων η μεταφόρτωση μόνον έγινε “με τη φροντίδα” (C/0) της επιχείρησης ………………., έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την καταλογιστική πράξη λόγω παραγραφής της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας. Την ορθότητα της απόφασης αυτής αμφισβήτησε ο αναιρεσείων Δ/ντής, προβάλλοντας, ενώπιον του Εφετείου, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν σε άσκηση προσφυγής γιατί δεν ήταν η ίδια εταιρεία η αναφερόμενη στη διασάφηση ως αποστολέας των εμπορευμάτων και ακολούθως η με την πράξη κηρυχθείσα αστικώς συνυπεύθυνη. Σε εκτέλεση, εξάλλου, της 950/1991 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου, που εκδόθηκε προς άρση της ως άνω αμφισβήτησης, προσκομίστηκαν αντίγραφο της διασάφησης μεταφορτώσεως μετά των συνοδευτικών της εγγράφων (ήτοι της από 18.1.77 αίτησης προς την Τράπεζα της Ελλάδας της ατομικής επιχείρησης …………. . για προέγκριση της μεταφόρτωσης των ως άνω εμπορευμάτων και της από 22.1.1977 υπεύθυνης δήλωσης του Μ.Κ. εμφανιζόμενου ως αντιπροσώπου της εταιρείας ………… K.G, η οποία στη διασάφηση αναφέρεται ως παραλήπτης των εμπορευμάτων των οποίων ως αποστολέας φέρεται η ………………………M.K.), ως και σε επίσημη μετάφραση κεκυρωμένο από το Υπουργείο Εξωτερικών αντίγραφο του εμπορικού μητρώου HP A 2442 από τα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου του BAD KREUZNACH της Δ. Γερμανίας, σύμφωνα με το οποίο η ετερόρρυθμη εταιρεία “…………………” μετονομάστηκε σε “………………………..” και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν μέχρι το 1990 ο B.F., ο οποίος και έδωσε την εξουσιοδότηση στον υπογράφοντα την προσφυγή δικηγόρο. Με τα προεκτεθέντα δεδομένα, το δίκασαν Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη και εκτιμώντας τα προκύπτοντα από τα προσκομισθέντα ως άνω στοιχεία και συγκεκριμένα ότι η προσφεύγουσα και εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία “………………………..” είναι η αυτή εταιρεία με την αναφερόμενη στη διασάφηση μεταφορτώσεως ως αποστολέα και παραλήπτη των ένδικων εμπορευμάτων (“……………….”) των οποίων εμπορευμάτων η μεταφόρτωση απλώς έγινε με τη φροντίδα της ατομικής επιχείρησης ……………………… και συνεπώς είναι η ίδια εταιρεία που με την προσβαλλόμενη πράξη κηρύχτηκε ως αστικώς συνυπεύθυνη, λόγω των παραπάνω ιδιοτήτων της ως αποστολέα και παραλήπτη των εμπορευμάτων (άρθ. 99 § 2 και 108 του Τ.Κ.), έκρινε ότι νόμιμα και παραδεκτά, η αναιρεσίβλητη άσκησε προσφυγή ως βαρυνόμενη άμεσα με την ως άνω πράξη. 4. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με την καταλογιστική πράξη δεν κηρύχθηκε ως αλληλεγγύως υπεύθυνη η αναιρεσίβλητη εταιρία, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, αλλά άλλη εταιρία, η “……………………………….” και ότι, κατά συνέπεια, μη νομίμως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα προσφυγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αμφισβητεί την εκτίμηση της καταλογιστικής πράξεως, στην οποία προέβη το εφετείο κατά τα ανωτέρω, σχετικά με την ταυτότητα του αλληλεγγύως βαρυνομένου προσώπου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί πλήσσει την ανέλεγκτη κατ` αναίρεση εκτίμηση των πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι με την καταλογιστική πράξη κηρύχθηκε ως αλληλεγγύως υπόχρεη η αναιρεσίβλητη εταιρία, νομίμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα προσφυγής και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.5. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. […]».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος