Πώληση – αδυναμία παροχής λόγω έλλειψης κυριότητας επί του πωληθέντος πράγματος – ειδικά το δικαίωμα αποζημίωσης του αγοραστή
Κατά δε το άρθρο 516 ΑΚ αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σ’ αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής (την οποία συνιστά και η έλλειψη κυριότητας σε αυτόν του πωληθέντος πράγματος) έχουν εφαρμογή οι γενικές περί καθυστερήσεως της παροχής διατάξεις του ΑΚ και δη των άρθρων 343 και 383, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ, τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία (ΕΑ 8763) 2006 ΕΛ.Δνη 48 σελ. 935, Εφ.Πειρ. 964/2000 Πειρ.Νομ. 2000 σελ. 439, ΕΑ 6955/1994 Ελ.Δνη 38 σελ. 930). Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του προαναφερθέντος άρθρου 343 ο υπερήμερος οφειλέτης οφείλει εκτός από την παροχή και αποζημίωση για τη ζημία του δανειστή εξαιτίας της καθυστέρησης. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει πια συμφέρον την εκπλήρωση της παροχής, έχει δικαίωμα μέσα σε εύλογη προθεσμία αφότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη να αποκρούσει την παροχή και ν’ απαιτήσει αποζημίωση για μη εκπλήρωση. Επομένως ο αγοραστής απαιτών την αποζημίωση με βάση την ως άνω διάταξη (343 παρ. 2) πρέπει να επικαλεστεί και ν’ αποδείξει αφενός μεν ότι δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 1421/2000 ΕΕΝ 2002 σελ. 246, ΑΠ 82/1991 Ελ.Δνη 32 σελ. 1257 ΑΠ 304/1993 Ελ.Δνη 35 σελ. 1363 ΑΠ 1053/ 1975 ΝοΒ 24 σελ. 389, ΕΑ 6955/1994 οπ. ΕΑ 976/ 1984 Ελ.Δνη. 27 σελ. 104) και αφετέρου δε τις προϋποθέσεις της υπερημερίας, δηλαδή αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση ή αν παρήλθε η δήλη ημέρα που είχε συμφωνηθεί για την εκπλήρωση της παροχής (Εφ.ΑΘ. 6775/ 2003 Επισ.Εμπ.Δ 2004 σελ. 172). Εξάλλου ο αγοραστής ανεξαρτήτως του αν έχει ή όχι συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής δικαιούται κατά τις διατάξεις του άρθρου 383 ΑΚ να τάξει στον πωλητή εύλογη προθεσμία προς παράδοση του πράγματος δηλώνοντας ταυτόχρονα, ότι μετά την πάροδο αυτής αποκρούει την παροχή, παρερχόμενης δε άπρακτης της προθεσμίας μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση ή να υπαναχωρήσει της συμβάσεως. Η δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποκρούεται η παροχή πρέπει να είναι ρητή και κατηγορηματική, ασαφείς και αόριστες φράσεις του δανειστή ως είναι η δήλωση ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας επιφυλάσσεται των νομίμων δικαιωμάτων ή ότι θα λάβει τα νόμιμα μέτρα δεν επιφέρουν τα αποτελέσματα του άρθρου 383 ΑΚ (Εφ.Πειρ. 964/2000 ο.π. ΕΔ 6955/1994 οπ. Εφ.Πειρ. 395/1993 ΕΝΔ 24 σελ. 270 Εφ.Θεσ. 1425/1979 Αρμ 3α σελ. 385). Όμως δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής, εάν ο δανειστής συνεπεία της υπερημερίας δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως ή εάν εκ της όλης στάσεως αυτού προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, το όποιο συμβαίνει όταν ο πωλητής κωφεύει στις επανειλημμένες οχλήσεις του αγοραστή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής. Πότε συμβαίνει το μέτρο αυτό, να είναι άσκοπο, είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κατά τους όρους της συναλλακτικής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 385 ΑΚ (έλλειψη συμφέροντος του δανειστή για την εκπλήρωση της σύμβασης, συμπεριφορά του οφειλέτη που μαρτυρεί ότι θα ήταν άσκοπο να του ταχθεί προθεσμία εκπλήρωσης) εξαιτίας της οποίας δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής και πάλι η αξίωση του δανειστή για αποζημίωση από την μη εκπλήρωση δεν δημιουργείται για μόνο το λόγο αυτό αλλά γεννιέται αν δηλώσει ότι στον οφειλέτη ότι εξαιτίας τούτου αποκρούει την παροχή και απαιτεί αποζημίωση για την μη εκπλήρωση (ΑΠ 765/1995 ΕΕΝ 1996 σελ. 659 Εφ.Πειρ. 964/2000 οπ. Εφ.Πειρ. 395/1995 οπ. ΕΑ 976/1984 ο.π.) Απαραίτητα στοιχεία, μεταξύ άλλων για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο αγοραστής ζητεί αποζημίωση με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις είναι η σαφής και κατηγορηματική δήλωση αυτού προς τον οφειλέτη πωλητή ότι αποκρούει την παροχή του (ΕΑ 970/1984 οπ.) το ληξιπρόθεσμο της παροχής (ΑΠ 154/1989 Ελ.Δνη 1991 (32) σελ. 957) και τη ζημία του.
Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί νοείται κάθε επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να προέρχεται και από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε καθώς και από τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την απόκτησή του. Προκειμένου δε να χωρήσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται και γνώση για το νομικό ελάττωμα εκ μέρους του πωλητή, του οποίου η ευθύνη είναι αντικειμενική (βλ. και ΑΠ 349/2010, 355/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 249/2009 ΕΔικΠολ 2010.125, ΕφΔωδ 394/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Οι για τα νομικά ελαττώματα αξιώσεις του αγοραστή υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή της ΑΚ 249 (βλ. ΑΠ 525/1986 ΝοΒ 35/193, Δνη 28/452, ΕφΑθ 5612/86 ΑρχΝ 38/32). Αν όμως η λόγω νομικών ελαττωμάτων αξιούμενη αποζημίωση στηρίζεται στην ΑΚ 914 ή σε ακύρωση της σύμβασης λόγω παρεμβολής πλάνης, απάτης ή απειλής (140 επ. ΑΚ), τότε εφαρμογή έχουν για την παραγραφή των σχετικών διατάξεων οι Α 937, 157 ΑΚ, αντίστοιχα.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr