Πώς αντιμετωπίζεται νομολογιακά η περίπτωση οφειλέτη που υποβάλλει ανειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του ιδίου και εν γένει της οικογένειάς του – Κάθε φορά κρίνεται ad hoc
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του και κατά την υποβολή της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 4 του νόμου αυτού. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεστεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση των οφειλών του με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί. Εάν η αίτηση του οφειλέτη για ρύθμιση των χρεών του έχει γίνει δεκτή από το δικαστήριο και αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της απόφασης ανειλικρίνεια της δήλωσης του, εφόσον υφίσταται προθεσμία άσκησης έφεσης από τον πιστωτή, θα προβληθεί αυτή με ειδικό λόγο έφεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. β’ του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και την πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περ. α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 4, που αφορούν μεταξύ άλλων τόσο στα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου, όσο και σε αυτά της συζύγου του.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον παραπάνω νόμο αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε άνευ δόλου σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Για το λόγο αυτό, παρότι ο νόμος παραλείπει να αναφερθεί στα εισοδήματα της συζύγου του οφειλέτη όσον αφορά στην ειλικρινή δήλωση του, η προκείμενη διάταξη του άρθρου 10 πρέπει να ερμηνευτεί διασταλτικά και να συμπεριληφθούν και τα τελευταία, ώστε οι κυρώσεις που προβλέπονται ισχύουν και στην περίπτωση υποβολής ανειλικρινούς δήλωσης για τα πάσης φύσης εισοδήματα αυτής (βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., σ. 229 αρ. 2, 3, 4, 231 αρ. 10 και 235 αρ. 20).
Το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 αναφέρεται σε ειλικρινή δήλωση, η οποία κατά περιεχόμενο, σημασία, αλλά και έκταση χρονική είναι ευρύτερη της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 παρ. 2. Η υποχρέωση δηλαδή ειλικρινούς δήλωσης δεν αφορά μόνο στην προδικασία, αντιθέτως καταλαμβάνει χρονικώς όλη τη διαδικασία του ν. 3869/2010, από την κατάθεση της αίτησης, κατά τη διάρκεια εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, μέχρι και δύο έτη μετά την απαλλαγή του οφειλέτη. Η υποχρέωση αυτή του οφειλέτη καλύπτει τη διαδικασία του ν. 3869/2010 από την έναρξη της μέχρι την ολοκλήρωση της. Συνεπώς, αφορά στην ειλικρίνεια της αίτησης που κατατίθεται κατά το άρθρο 4. Επίσης αφορά στην ειλικρίνεια ως προς τις παραπάνω πληροφορίες κατά τη συμπλήρωση του φακέλου από τον οφειλέτη, όταν κατά το άρθρο 8 παρ. 3 εδ. δ’ λάβει χώρα κάποια αλλαγή στην περιουσιακή του κατάσταση. Επομένως, ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώνει το φάκελο του άρθρου 4 παρ. 5 σχετικά με κάποια αύξηση του εισοδήματος ή των περιουσιακών του στοιχείων. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής δεν εξαρτάται από το αν η ανειλικρίνεια του οφειλέτη έχει προκαλέσει πραγματική-υπαρκτή ζημία στους πιστωτές. Επίσης, δεν έχει σημασία αν ο οφειλέτης αποκόμισε τελικώς κάποιο οικονομικό όφελος από την απόκρυψη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αρκεί η διακινδύνευση ζημίας των συμφερόντων των πιστωτών και δεν επιβάλλεται να επέλθει η ζημία από την απόκρυψη/ανειλικρίνεια.
Αντιθέτως, είναι άλλο το κριτήριο για την αξιολόγηση της ανειλικρίνειας. Έχει ιδιαίτερη σημασία αν η εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη για ειλικρινή δήλωση ως προς όλα τα περιουσιακά στοιχεία του θα αλλοίωνε κάτι ως προς τον τρόπο και το ύψος ικανοποίησης των πιστωτών. Αν αποδειχθεί ότι η ανειλικρίνεια του ήταν πρόσφορη να απομειώσει ή να αλλοιώσει αρνητικά την ικανοποίηση των πιστωτών, τότε υπάρχει παραβίαση της υποχρέωσης αυτής. Συνεπώς, κυριότερο κριτήριο για την επέλευση της έκπτωσης είναι η προσφορότητα της ανειλικρίνειας να απομειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών.
Γίνεται, πάντως, δεκτή η θεραπεία της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη στην παραπάνω υποχρέωση. Εν γένει κρίνεται ότι δεν προκύπτει ο δόλος ή βαριά αμέλεια του οφειλέτη, αν παραλείψει να αναφέρει κάποιο περιουσιακό στοιχείο, αλλά οικειοθελώς προσκομίζει έγγραφα με τις προτάσεις του, που το αναφέρουν. Έτσι, ο οφειλέτης μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση ειλικρίνειας, παρά προηγούμενη σχετική παράλειψη του (επί του φακέλου ή της αίτησης), μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 745 ΚΠολΔ. Το άρθρο 10 αναφέρεται εν γένει σε υποβολή δήλωσης από τον οφειλέτη, χωρίς να εξειδικεύει το μέσο ή τον τρόπο (I. Βενιέρης/Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010, 2η έκδ. 2013, σ. 521-530). Σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται δεκτή όχι μόνο η συμπλήρωση πληροφοριών για κάποιο περιουσιακό στοιχείο αλλά ακόμα και η προσθήκη κάποιου περιουσιακού στοιχείου, ακόμα και εισοδήματος, εφόσον η παράλειψη αναφοράς δεν προσκρούει στις προϋποθέσεις ανειλικρίνειας κατά το άρθρο 10 παρ. 1.
Η οριστική απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 είναι δεκτική προσβολής με έφεση, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του ν. 3869/2010). Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 765 ΚΠολΔ, είναι επιτρεπτή η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Έτσι, η μεταγενέστερη, δηλαδή μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, επελθούσα μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη δύναται να αποτελέσει λόγο έφεσης.
Νομολογιακά, κρίθηκε υπόθεση οφειλέτη, στην οποία προέκυψε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης υπαγωγής του στο ν. 3869/2010 και κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησε πιστώτριά του στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, ότι η σύζυγος του είχε στην κυριότητα της, μεταξύ άλλων, και τα κάτωθι ακίνητα-καλλιεργήσιμα αγροτεμάχια: α) ένα αγροτεμάχιο στη θέση ΠΕΡΑ ΜΠΑΝΤΑ, με 47 πορτοκαλιές, β) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στη θέση ΤΡΟΥΛΟΣ, με 40 ελαιόδεντρα, γ) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στη θέση ΡΟΥΣΙΑ, με 30 πορτοκαλιές, δ) ένα αγροτεμάχιο στο Πανέθυμο, με 45 ελαιόδεντρα και ε) ένα αγροτεμάχιο στο Πανέθυμο, με 14 ελαιόδεντρα. Το Δικαστήριο (βλ. 670/2013 απόφαση του ΜΠΡ ΧΑΝ, ΕλλΔνη 2014, 270= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όμως δέχθηκε ότι: «[…] Την ύπαρξη τυχόν εισοδημάτων από τις επιδοτήσεις των ελαιόδεντρων ή την πώληση των καρπών αυτών, καθώς και των πορτοκαλιών, και όχι της συνολικής περιουσιακής κατάστασης της συζύγου του, η αναφορά της οποίας δεν απαιτείται, παρέλειψε πράγματι να περιλάβει στην αίτηση του ο τρίτος εφεσίβλητος, αν και ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, σύμφωνα και με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο IV), αποκρύβοντας τα. Ωστόσο, οι ανωτέρω καλλιέργειες, σύμφωνα και με την προσκομιζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2012, όπου αναγράφεται ως σχετικό γεωργικό εισόδημα το ποσό των 36,87 ευρώ κατά αντικειμενικό προσδιορισμό, δεν της απέφεραν αξιόλογο εισόδημα και η ανειλικρίνεια της δήλωσης του δεν μπορούσε να απομειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών του, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο V). Συνεπώς, ο εκτιμώμενος ως τέταρτος λόγος της Α έφεσης, με βάση τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αίτηση λόγω παράβασης του καθήκοντος ειλικρίνειας ως προς τη δήλωση των εισοδημάτων εκ μέρους του τρίτου αιτούντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος αιτών (πρώτος των εφεσίβλητων της Α έφεσης), με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις του, ισχυρίστηκε το πρώτον ότι έλαβε στις 18.8.2011, ήτοι σε χρόνο μετά την κατάθεση της αίτησης του, από το Ταμείο Ασφάλισης Ξενοδοχοϋπαλλήλων (ΤΑΞΥ) το ποσό των 35.742,96 ευρώ, από επιστροφές ασφαλιστικών του εισφορών. Με τον τρόπο αυτό παραδεκτώς συμπλήρωσε την αρχική δήλωση για την περιουσιακή του κατάσταση, μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 745 ΚΠολΔ), ενώ δεν κρίνεται ότι η παράλειψη αναφοράς του συγκεκριμένου εσόδου κατά το χρόνο κτήσης του προσκρούει στις προϋποθέσεις ανειλικρίνειας του άρθρου 10 § 1 ν. 3869/2010, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο V). Συνεπώς, ο εκτιμώμενος ως πέμπτος λόγος της Α` έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι αυτός παραβίασε το καθήκον υποβολής ειλικρινούς δήλωσης εισοδημάτων και ως εκ τούτου τύγχανε απορριπτέα η ένδικη αίτηση του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. […]».
Διαφορετική τελείως σκέψη ακολούθησε έτερη δικαστική απόφαση σε άλλη υπόθεση (βλ. απόφαση 380/2013 ΕΙΡ ΧΑΝ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπου κρίθηκε περίπτωση αιτούντος, ο οποίος με μέρος χρημάτων που έλαβε από τις πιστώτριες τράπεζες του, παρείχε χρηματικό δάνειο σε συγγενικά του πρόσωπα, προκειμένου να τα διευκολύνει και επομένως είχε απαιτήσεις εναντίον τους για την επιστροφή των ποσών αυτών, τις οποίες (απαιτήσεις) παρέλειψε να αναφέρει στη κρινόμενη αίτηση του, αν και αποτελούσαν περιουσιακό του στοιχείο. Το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε ότι: «[…] Δεν εξετάζεται αν από την παράβαση της επιβαλλόμενης στον οφειλέτη υποχρεώσεως για συμμόρφωση προς το καθήκον ειλικρινούς δηλώσεως όπως τούτο οριοθετείται από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων επήλθε ή όχι ζημιά σε πιστωτή, δεδομένου ότι κατά την άποψη του νομοθέτη, θεωρείται ότι τέτοια επέρχεται, καθώς σε κάθε περίπτωση ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα, οφειλέτης δεν κρίνεται άξιος να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου, εκτός βεβαίως αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Περαιτέρω ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς την οποία ο δράστης επιχειρεί αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση εκ δόλου ενεργεί ο οφειλέτης όταν εν γνώσει του υποβάλει ψευδή δήλωση, δηλαδή μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο. Εξ άλλου ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη (Αθανάσιος Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2012, σελ. 227 επ.). […] Κατά την ακροαματική διαδικασία ο αιτών επανέλαβε όσα έχει συμπεριλάβει στην αίτηση του και συμπλήρωσε «…Έδωσα κάποια από τα χρήματα του δανείου για να επισκευάσω το σπίτι της γυναίκας μου… Η σύζυγος μου έχει την κυριότητα του σπιτιού… Η κόρη μου έχει μισθό 530 ευρώ… Έδωσα στα παιδιά μου κάποια χρήματα για να τα βοηθήσω και κράτησα και εγώ μερικά χρήματα για τις ανάγκες μου…». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αιτών, με μέρος των χρημάτων που έλαβε από τις καθ΄ ων, παρείχε χρηματικό δάνειο στα ως άνω συγγενικά του πρόσωπα, προκειμένου να τα διευκολύνει και επομένως έχει απαιτήσεις εναντίον τους για την επιστροφή των ποσών αυτών, τις οποίες (απαιτήσεις) παρέλειψε να αναφέρει στη κρινόμενη αίτηση του, αν και αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο. Η παράλειψη δε αυτή, οφείλεται σε κάθε περίπτωση σε βαριά αμέλεια του αιτούντος, αφού η ενέργεια του αυτή, δηλ. να αποκρύψει το χρηματικό δανεισμό σε συγγενικά του πρόσωπα και επομένως και τις απαιτήσεις που έχει εναντίον τους για την επιστροφή των ποσών αυτών, αποκλίνει από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου και είναι ιδιαίτερα σημαντική, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες που ανέρχονται σε 62.257,88 ευρώ, καθώς τα ως άνω ποσά θα συνέβαλλαν για τον κατ΄ άρθρο 8 παρ. 2 του νόμου κατά το δυνατόν δικαιότερο προσδιορισμό του ύψους των επί τετραετία μηνιαίων δόσεων των χρεών του. Επομένως υπάρχει παράβαση εκ μέρους του αιτούντος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, του επιβαλλομένου καθήκοντος αληθείας. […]».
Ανάλογη κατεύθυνση περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας, δέχθηκε το ίδιο Δικαστήριο (βλ. την υπ’ αριθ. 286/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, δημ. ΕφΑΔ 2015,93= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σε περίπτωση αιτούντων που παρέλειψαν να αναφέρουν τη μηνιαία λήψη της προνομιακής σύνταξης ποσού 730 ευρώ για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους. Ειδικότερα, στην εν θέματι υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε τα κάτωθι: «[…] Όμως κατά την ακροαματική διαδικασία ο πατέρας του αιτούντος καταθέτοντας ως μάρτυρας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, «…τα σημερινά μηνιαία έσοδα της τετραμελούς οικογενείας του γιου μου, είναι 670 € περίπου από την εργασία του και 730 € από την προνομιακή σύνταξη [προνοιακή] του άρρωστου παιδιού…». Η μηνιαία λήψη της ως άνω προνοιακής σύνταξης ποσού 730 ευρώ και οι λεπτομέρειες που αφορούν το βοήθημα αυτό δηλ. ειδικότερος λόγος καταΒολής, φορέας καταΒολής, χρόνος έναρξης καταβολής κ.λπ. δεν αναφέρονται στις κρινόμενες αιτήσεις ούτε προκύπτουν από το φάκελο του άρθρου 4 παρ. 5 του Ν 3869/2010 ούτε όμως διευκρινίστηκαν οικειοθελώς από τους αιτούντες ή με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο ή έστω με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις, ενώ η αιτούσα που εξετάστηκε ανωμοτί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να αρνηθεί τη μηνιαία λήψη της ως άνω προνομιακής σύνταξης ως βοηθήματος για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους P., σιώπησε παντελώς και επιμελώς, παρά το ότι το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία υπέδειξε στους αιτούντες και την πληρεξούσια δικηγόρο τους, έστω και καθυστερημένα, να προβούν στις δέουσες διευκρινήσεις για την ως άνω προνοιακή σύνταξη και στην προσκόμιση των σχετικών πρόσφορων εγγράφων, προκειμένου να λάβει γνώση και να μπορέσει να διαμορφώσει τη δικαιοδοτική του κρίση (ΕιρΧαλαν 89/2012 ΤΝΠΔΣΑ, ΕιρΕδεσσ 94/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 6300/2012 αδημ., ΕιρΦλωρ 1/2012 αδημ., ΕιρΑλεξ 13/2012 αδημ., ΕιρΛαυρ 64/2012 αδημ., ΕιρΛαυρ 62/2012 αδημ., ΕιρΛαυρ60/2012 αδημ., ΕιρΚορινθ 602/2012 αδημ., ΕιρΚορινθ 336/2011 αδημ., ΕιρΚορινθ 121/2012 αδημ.,ΕιρΕλευσ 9/2012 αδημ.,ΕιρΑΘ 125/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 108/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 101/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 78/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 76/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 34/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 30/2011 αδημ., ΕιρΑΘ 32/2011 αδημ., ΕιρΠειρ 92/2011 αδημ., ΕιρΠειρ84/2011 αδημ., ΕιρΧαν 303/2011 αδημ., ΕιρΧαν285/2011 αδημ., ΕιρΧαν262/2011 αδημ., ΕιρΠειρ92/2011 αδημΕιρΚαλαμ 4/2011 αδημ., ΕιρΧαλκ 375/2011 αδημ., ΕιρΠειρ92/2011 αδημ., ΕιρΛαρισ 104/2011 αδημ., ΕιρΛαυρ 157/2011 αδημ., ΕιρΛαυρ 156/2011 αδημ., ΕιρΚρωπ735/2011 αδημ., ΕιρΚορινθ 602/2011 αδημ., Βλ. σχετικώς με τις δυνατότητες αυτές και ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ 36,1601, ΑΠ 52/2000 ΕλλΔνη 2000,689, ΑΠ 1303/1997 ΑρχΝ 1999,224, ΕφΑΘ 2188/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2735/2000 ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έκδοση 2014, σελ. 369). […] Συμπερασματικά, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν 3869/2010, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης θέλησε να καταπολεμηθούν «τάσεις» και «τακτικές» που θέτουν «φράγμα» στην απρόσκοπτη ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης σε μία προσπάθεια, να εμπεδώσει την ιδέα της δικαιοσύνης έστω και με την απειλή της απόρριψης του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί, στη συνείδηση όλων των παραγόντων της δίκης αλλά και της διεξαγωγής των δικαστικών αγώνων μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στα μέτρα βεβαίως του δυνατού, και όσο αυτό το επιτρέπει, η ένταση της συγκρούσεως των συμφερόντων έκαστου των διαδίκων μέσα στα πλαίσια μιας πολιτικής δίκης, χωρίς παρελκυστικές τακτικές και ενέργειες, απαιτώντας από τους οφειλέτες να συμπεριφερθούν με εντιμότητα, καλοπιστία, ευθύτητα, φιλαλήθεια και υπευθυνότητα. Δοθέντων των ανωτέρω και κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η παράλειψη των αιτούντων οφειλετών να αναφέρουν τη μηνιαία λήψη της ως άνω προνοιακής σύνταξης ποσού 730 ευρώ για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους P., οφείλεται σε κάθε περίπτωση σε βαριά αμέλεια τους, αφού η ενέργεια τους αυτή και η αδιαφορία που επέδειξαν στην πρόσκληση που τους απηύθυνε το Δικαστήριο τούτο για περισσότερες διευκρινήσεις περί του βοηθήματος αυτού και για προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, προκειμένου να λάβει γνώση και να μπορέσει να διαμορφώσει τη δικαιοδοτική του κρίση, αποκλίνει από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου και είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική. […] Με τον τρόπο όμως αυτό αποπειράθηκαν να εμφανιστούν μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχουν παρανόμως μειωμένη ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών τους που ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 52.973,73 ευρώ, χωρίς ουδόλως να συλλογιστούν ότι η αναφορά του ποσού της ως άνω προνοιακής σύνταξης στις κρινόμενες αιτήσεις τους αφ` ενός θα ήταν στοιχείο εντιμότητας καλοπιστίας ευθύτητας φιλαλήθειας και υπευθυνότητας και αφ` ετέρου θα συνέβαλλε για τον κατ` άρθρο 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010 κατά το δυνατόν δικαιότερο προσδιορισμό του ύψους των επί πενταετία μηνιαίων δόσεων των χρεών τους, ενώ η απόκρυψη του όχι μόνο θα δυσχέρανε την ορθή διαμόρφωση της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και θα αποτελούσε ενέργεια που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην απόρριψη των αιτημάτων τους για ρύθμιση των οφειλών τους λόγω ανειλικρίνειας και κατάφωρης παραβίασης του καθήκοντος αλήθειας (ΑΠ 1253/2007 ΕλλΔνη 2007,1353, ΑΠ 1345/2006 Ελ-λΔνη 2007,770, ΕφΑΘ 6034/2005 ΔΕΕ 2006,290, ΕφΘεσ 278/2006 ΔΕΕ 2006,401, ad hoc ΕιρΧαν 380/2013 ΝΟΜΟΣ, Κρητικός ό.Ή., σελ. 372). Επομένως, υπάρχει παράβαση εκ μέρους των αιτούντων, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, του επιβαλλομένου καθήκοντος αλήθειας, γενομένης δεκτής ως ουσία βάσιμης της αντίστοιχης ένστασης που προέβαλαν όλες οι καθ` ων πιστώτριες τράπεζες (Ειρ Νίκαιας 39/2012 ό.π.). […]».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος