Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε δεν αναιρείται το ανακλητικό αποτέλεσμα της νεότερης διαθήκης ώστε να αναβιώσει η προηγούμενη;

Ενδιαφέρον για το παραπάνω ζήτημα παρουσιάζει το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 540/1996 ΑΠ, δημ nomos, όπου γίνεται μνεία της περίπτωσης εκείνης κατά την οποία μεταγενέστερη διαθήκη του ιδίου διαθέτη με περιεχόμενο εντελώς ασυμβίβαστο με εκείνο της πρώτης, με την οποία εγκαθιστά άλλην κληρονόμο, η οποία όμως πεθαίνει πριν το διαθέτη.

Ειδικότερα διατυπώνεται κρίση ότι επέρχεται ανάκληση της προηγούμενης διαθήκης με την μεταγενέστερη και ότι το ανακλητικό αυτό αποτέλεσμα δεν αναιρείται από την ματαίωση της νεότερης διαθήκης που επήλθε από το θάνατο της εγκατάστασης, ώστε να αναβιώσει η προηγούμενη. Επιπρόσθετα απορρίπτεται το αίτημα για ερμηνεία της διαθήκης για να διαπιστωθεί αν ο διαθέτης ήθελε την αναβίωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1764 του Α.Κ. η μεταγενέστερη διαθήκη του διαθέτη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγουμένη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ` αυτήν. Εναντίωση υπάρχει όταν το περιεχόμενο της την προηγουμένη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ’αυτήν. Εναντίωση υπάρχει όταν το περιεχόμενο της μεταγενέστερης διαθήκης είναι ασυμβίβαστο προς το περιεχόμενο της προγενέστερης. Αν η μεταγενέστερη διαθήκη ανακληθεί, η προηγούμενη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί. Αν όμως η νεότερη διάθηκη ματαιωθεί, γιατί ο εγκατάστατος απεβίωσε πριν από το διαθέτη, το ανακλητικό αποτέλεσμα της νεότερης διαθήκης δεν αναιρείται, ούτε εμποδίζεται από το μεταγενέστερο  αυτό περιστατικό.

Επιπρόσθετα από τη διάταξη του άρθρου 173 του ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προκύπτει, ότι στην ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής δεν προκύπτει σαφώς η έννοιά της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην υπόθεση που εξέτασε ο Άρειος Πάγος υποστηρίχθηκε ότι η αληθινή θέληση του διαθέτη ήταν, ότι σε περίπτωση ματαίωσης της νεότερης διαθήκης αυτού δια θανάτου της εγκατάστασης δευτέρας συζύγου του, να ισχύσει η προηγούμενη, με την οποία είχε εγκαταστήσει μοναδική κληρονόμο του την αναιρεσείουσα. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη  απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, που στηρίζει βάση της αγωγής, και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι δεν γεννάται ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης για την ανεύρεση της αληθινής θέλησης του διαθέτη, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, το περιεχόμενο της νεότερης διαθήκης (μυστικής) αυτού είναι εξ ολοκλήρου αντίθετο και ασυμβίβαστο προς το περιεχόμενο της προηγούμενης (ιδιόγραφης), δηλ. χωρίς ασάφειες, η δε αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε, ότι υπάρχει διάταξη στη νεότερη διαθήκη (μυστική), κατά την οποία, αν ματαιωθεί η ισχύς της, θα αναβιώσει η προηγούμενη(ιδιόγραφη) διαθήκη. Αναφορικά δε με το αίτημα της ερμηνείας της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη έκρινε ότι δεν χωρεί ερμηνεία αυτής, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της νεότερης μυστικής διαθήκης του κληρονομουμένου είναι εξ ολοκλήρου αντίθετο και ασυμβίβαστο με το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης του και έτσι το ανακλητικό αποτέλεσμα της τελευταίας επέρχεται.

Επιβεβαίωση των ανωτέρω αλλά από την πλευρά της αναβίωσης της προγενέστερης διαθήκης αποτελεί το σκεπτικό έτερης απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, συγκεκριμένα της υπ’ αριθ. 870/1987 ΑΠ δημ. nomos , η οποία έκρινε ότι δύναται να ανακληθεί δημόσια διαθήκη με αποτέλεσμα την αναβίωση της προηγούμενης ιδιόγραφης με δεδομένο ότι δεν προκύπτει αντίθετη βούληση του οφειλέτη. Ειδικότερα έκρινε ότι η ανάκληση της ανακλητικής διαθήκης έχει ως συνέπεια να ισχύσει αναδρομικώς, από του χρόνου που ανακλήθηκε η προηγούμενη διαθήκη, ενόσω δεν προκύπτει σαφώς αντίθετη βούληση του διαθέτη, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα που διατυπώνεται από τις σχετικές διατάξεις (1763 παρ. 2, 1764 παρ. 2 Α.Κ.) οι οποίες εφαρμόζονται αντί των ερμηνευτικών διατάξεων του άρθρου 173 Α.Κ., σε περίπτωση που ο διαθέτης  με την ανακλητική του δήλωση εκφράσθηκε με ασάφεια.

Ειδικότερα έκρινε ότι με την πιο πάνω πράξη ανακλήσεως της δημόσιας διαθήκης (ανακλητικής της  προηγούμενης ιδιόγραφης), αναβίωσε αναδρομικώς από του χρόνου της κατάργησής της η τελευταία αυτή ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία και κατά το μέρος του περιεχομένου της το οποίο δεν ερχόταν σε αντίθεση με την νεώτερη δημόσια διαθήκη παρέμενε έκτοτε ισχυρά, με την  αιτιολογία ότι από το περιεχόμενο της δηλώσεως του διαθέτη που καταχωρήθηκε στην πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη ανακλήσεως (της δημόσιας διαθήκης), δεν προκύπτει σαφώς το εναντίον, ήτοι η βούληση του  διαθέτη να μη αναβιώσει η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη του. Επικύρωσε δε το σκεπτικό του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ότι η βούληση του διαθέτη διατυπώθηκε στην παραπάνω ανακλητική της δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογραφική πράξη με σαφήνεια και συνεπώς δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενό της, δεν ήταν υποχρεωμένο  να  καταφύγει για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη σε ερμηνευτικά στοιχεία εκτός της εν λόγω ανακλητικής συμβολαιογραφικής πράξης, όπως αυτά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για την ερμηνεία της δήλωσης του διαθέτη, ότι από πλάνη του για την ύπαρξη της ιδιόγραφης  διαθήκης του, άλλως από άγνοια αυτού ως προς την ορθή ερμηνεία των   διατάξεων των άρθρων 1763, 1764 Α.Κ., δεν εδήλωσε ρητώς στην πιο πάνω πράξη την πραγματική βούλησή του, ήτοι ότι δεν επιθυμεί την αναβίωση  της προγενέστερης διαθήκης του.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί