Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πράξεις νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία

Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/ 2012, ΑΠ 309/2012). Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του. Τέτοιες πράξεις (ενν. νομής) είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η περίφραξη, η φύτευση με δένδρα, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η καταβολή φόρου κληρονομίας κ.λπ. και, ειδικά, αν πρόκειται για ακίνητα που δεν είναι δεκτικά καλλιέργειας, η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/ 2012), ούτε ο προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), καθώς και των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού. (638/2016 ΑΠ).

Άλλωστε, όπως έχει γίνει δεκτό σχετικά με το ζήτημα της κτήσης κυριότητας στα επίδικα ακίνητα από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915, ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι επρόκειτο για ενιαία έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτείνονταν σε όλη την έκταση αυτή, μέσα στην οποία βρίσκονται και τα επίδικα εδαφικά τμήματα (639/2016 ΑΠ). Δηλαδή, καθίσταται σαφές ότι εφόσον η νομή ασκήθηκε σε μεγαλύτερη έκταση, τότε τεκμαίρεται ότι ασκήθηκε και στο τμήμα αυτής, που συνίσταται και το επίδικο.

Ως πράξεις νομής, έχει κριθεί από τη νομολογία (987/2017 ΑΠ, 2088/2014 ΑΠ) ότι αποτελούν η καλλιέργεια, η επίσκεψη, η επίβλεψη, η οριοθέτηση (περίφραξη),  η φύλαξη, η προστασία από ενέργειες τρίτων κλπ. Κρίθηκε μάλιστα, σε υπόθεση της ως άνω νομολογίας, ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης και όλοι οι διάδοχοι του κατείχαν και νέμονταν μία μεγαλύτερη έκταση  από το 1867, (στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση), η οποία η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμους πεδινούς αγρούς και την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την εκμίσθωναν σε τρίτους κατά τμήματα, την καλλιεργούσαν, την επισκέπτονταν, την επέβλεπαν ως δική της  και προέβαιναν σε οριοθέτηση της. Αποδείχθηκε μάλιστα, ότι μεταξύ των εδαφικών τμημάτων, τα οποία ήταν δεκτικά καλλιέργειας και τα καλλιεργούσαν, συγκαταλέγεται και το επίδικο ακίνητο, που ήταν αρχικά καλλιεργήσιμος αγρός και μετά κατέστη αστικό ακίνητο, με αποτέλεσμα έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά το επέβλεπαν, το οριοθετούσαν και το προστάτευαν από ενέργειες τρίτων. Κρίθηκε, συνεπώς, ότι οι διάδοχοι του Α. Κ. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.09.1915 και ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο μείζον κτήμα (και επομένως και στο επίδικο ακίνητο). Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση τόσο το επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν ποτέ δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός) αρχικά και στη συνέχεια, μετά την ένταξη του στον οικιστικό τομέα, το έτος 1920, οικόπεδο, όσο και την ευρύτερη έκταση.

Κρίθηκε επίσης (σε έτερη υπόθεση της νομολογίας – 638/2016 ΑΠ) ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν τη διοίκηση, επιστασία και εκμετάλλευση του ακινήτου, είτε οι ίδιοι, είτε διαμέσου παρένθετων προσώπων, επέβλεπαν και προστάτευαν τούτο από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξή του, είχαν την εκμετάλλευση του, μίσθωναν τμήματα της ευρύτερης έκτασης σε τρίτους ως βοσκότοπους ή για μελισσοκομία, επιδεικνύοντας την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση αυτού (ακινήτου), όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, το Ελληνικό Δημόσιο ούτε επέβλεπε το ως άνω κτήμα, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευσή του, δεν απέβαλε, ούτε ενόχλησε με κανένα τρόπο τους κυρίους, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι αμφισβήτησε την κυριότητά τους ή ότι διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους.

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί